Η Χρύσα Κοντογεωργοπούλου είναι ποιήτρια, διδάκτωρ Αρχαιολόγος του ΕΚΠΑ και διπλωματούχος ξεναγός. Εργάζεται στη Διεύθυνση Μνημείων του ΥΠΠΟ. Τιμήθηκε με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (Αικ. Σταθοπούλου) το 2021. Πρόσφατα έργα, η ποιητική συλλογή «Σύσκια ή το κάστρο του Ντουίνο» (εκδ. Περισπωμένη) και το εικονογραφημένο παραμύθι «Η Μαρία Κάλλας και τα κρυστάλλινα σκαλοπάτια της οκτάβας» (εκδ. Περισπωμένη).
Ποια βιβλία έχετε αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας;
«Τα ποιήματα του Νάρκισσου» (εκδ. Περισπωμένη) του Πωλ Βαλερύ, τη «Μνηστή του βασιλιά» του Ε.Τ.Α. Χόφμαν (εκδ. Κίχλη), τα «Αγάλματα του νερού» της Φλερ Γιέγκι (εκδ. Αγρα) και τη «Μεταθανασία» του Ηλία Στόφυλα (εκδ. 24 Γράμματα).
Ποιο ήταν το πιο ενδιαφέρον στοιχείο που μάθατε πρόσφατα χάρη στην ανάγνωση ενός βιβλίου;
Θέλοντας να γράψω κριτική για ένα πολύ ιδιαίτερο ποιητικό βιβλίο (το «Direct Orient» της Ελένης Κεφάλα, δις βραβευμένο ήδη), έμαθα «Το Σπίτι» του Χούλιο Κορτάσαρ και είδα πώς ο Ιψεν μπορεί να «παίξει» και σε λατινοαμερικανική εκδοχή.
Βρήκατε ποτέ τον μπελά σας επειδή διαβάσατε ένα βιβλίο;
Ποτέ! Kάθε βιβλίο μού δίνει πάντα κάτι!
Περιγράψτε την ιδανική αναγνωστική συνθήκη.
Ιδανικά στο βουνό, χειμώνα, στη θαλπωρή φωτιάς – τζακιού ή ξυλόσομπας· να μυρίζει ξύλο κι έξω να φαίνονται τα έλατα και οι βουνοκορφές. Tο καλοκαίρι, στην ακρογιαλιά. Eτσι ακριβώς, το περασμένο καλοκαίρι διάβαζα «Τα Μάγια» του Χέρμαν Μπροχ (εκδ. ΕΡΜΑ) δίπλα σε ένα νησιώτικο «καστρόσπιτο» στην… Αττική. Παραδείσια κατάσταση. Eκεί γράφτηκαν αρκετά ποιήματα από τη Σύσκια.
Υπάρχουν κάποια είδη λογοτεχνίας που προτιμάτε και άλλα που αποφεύγετε;
Αγαπώ όλα τα είδη της τέχνης του λόγου, μοιάζει με κηπουρική σε έναν κήπο με λέξεις-λουλούδια. Αν μπεις σε έναν κήπο, δεν θα δεις μόνο τριαντάφυλλα αλλά και άλλα άνθη· λιγότερο ίσως να αγαπώ την επιστημονική φαντασία, ίσως να μη μου ασκεί την ίδια θέλξη, όπως ένα άνθος χωρίς άρωμα.
Τι είναι αυτό που σας συγκινεί περισσότερο σε ένα βιβλίο;
Η πρωτοτυπία. Η δύναμη της περιγραφής ως πλαίσιο πλοκής. Τα νοήματα και η μαεστρία του δεσίματός τους.
Υπάρχει κάποιο αγαπημένο βιβλίο που θα θέλατε να γίνει ταινία;
Θα ήθελα να δω σε ταινία «Το Βουνί» της Λουίζας Παπαλοΐζου (εκδ. Το Ροδακιό). Συνδυάζει το «εργόχειρό» μου, τη λογοτεχνία δηλαδή, με το «διακόνημά» μου, την αρχαιολογία.
Ποια είναι η ιστορία πίσω από τον τίτλο «Σύσκια ή το κάστρο του Ντουίνο»;
Είναι δύο ιστορίες: η πρώτη είναι η λέξη Σύσκια που άκουσα από την αείμνηστη Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα… οι ίσκιοι με την έννοια της δροσιάς, όπως ένα σύδεντρο στον καυτό ήλιο. Tότε ανοίχτηκε μπροστά μου και όλη η βιοποικιλότητά της: μικροί και μεγάλοι ίσκιοι. Oπως αυτός του κάστρου του Ντουίνο, εμβληματικού τοποσήμου της ευρωπαϊκής διανόησης του 19ου αιώνα. Η δεύτερη, το «καστρόσπιτο» του αττικού γιαλού, όταν ηλιόλουστο έλαμψε εμπρός μου ως η ελληνική εκδοχή του Ντουίνο.
Ποιο είναι το κεντρικό θέμα των ποιημάτων σε αυτή τη συλλογή σας;
Οι ίσκιοι. Οι μεγάλοι ίσκιοι, καλοί και λιγότερο καλοί, οι ίσκιοι όσων έφυγαν – ανάμεσά τους και ο Ρίλκε φυσικά. Στο βιβλίο προσκαλούνται όπως σε μια προσωπική Νέκυια… είναι οι ίσκιοι που είναι στα ριζώματά μας, αυτοί των γεννητόρων μας, αλλά και οι φυσικές σκιές, τα παιχνίδια φωτός και σκιάς! Διότι «δεν είναι πόσο φως, αλλά/ το ποσοστό του σκοταδιού που πάντοτε το συμπληρώνει… όπως κι η σκοτεινιά της νύχτας δε μετρά/ παρά με τα άστρα που την καταυγάζουν». Και βέβαια είναι η αναζήτηση αυτού του σημείου όπου συναντάμε τους ίσκιους, εκείνο το μεταίχμιο «ανάμεσα στην Κυριακή και στη Δευτέρα Παρουσία/ ανάμεσα στο αληθώς και το αναληθώς ανέστη… εκεί που κάποτε ο Χρόνος σου επιτρέπει/ κι από τις δυο μεριές να βλέπεις/ και τον γκρεμό μπροστά/ και το ποτάμι πίσω».

