Πιτ Μαρίφογλου: Ο Αντι Γουόρχολ και οι ταινίες του ’70

Πιτ Μαρίφογλου: Ο Αντι Γουόρχολ και οι ταινίες του ’70

Ο φωτογράφος Πιτ Μαρίφογλου μιλάει για τον Αντι Γουόρχολ, τις ταινίες σοφτ πορνό του ’70, το κενό βλέμμα των γυναικών

5' 40" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Την πρώτη φορά που συνάντησε τον Γουόρχολ ήταν ακόμα μαθητής λυκείου. Ο πατέρας της ποπ αρτ επισκεπτόταν –ανάμεσα σε άλλους σημαντικούς ανθρώπους της τέχνης– το Art and Design School στο Ανατολικό Μανχάταν όπου φοιτούσε ο Πιτ Μαρίφογλου, για να εμπνεύσει τους μαθητές ή και να αντλήσει από αυτούς ιδέες. «Θυμάμαι ότι ξεκινούσε τις ομιλίες του λέγοντας: Σκέφτομαι να κάνω αυτό. Τι νομίζετε; Τα παιδιά πρότειναν πράγματα και υπήρχε ένας στην ομάδα του που σημείωνε ό,τι λεγόταν στην αίθουσα. Αντέγραφε, αυτό ήξερε να κάνει», θυμάται ο 82χρονος φωτογράφος που σε ηλικία 6 χρόνων έφυγε μαζί με την οικογένειά του από τη Θεσσαλονίκη και έζησε για περισσότερα από 30 χρόνια στην αμερικανική μητρόπολη.

Αποφοιτώντας πηγαίνει να τον βρει για να του ζητήσει δουλειά ώστε να μαζέψει χρήματα για το πανεπιστήμιο. Ο Γούορχολ του λέει πως υπάρχει μια θέση φωτογράφου στις παραγωγές σοφτ πορνό ταινιών που γυρίζονταν στο Factory. Αργότερα, θα πρωταγωνιστούσε και σε μια ταινία παραγωγής του Γουόρχολ, το «The Art student» (1972). «Αυτό ήταν άλλου είδους φιλμ, βέβαια. Η αλήθεια είναι πως πέρασε μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι να μαθευτεί πως πίσω από τις ταινίες σοφτ πορνό ήταν ο Γουόρχολ, νοίκιαζε μάλιστα ένα χώρο για τις προβολές, γιατί χρειαζόταν τα χρήματα». Τα ’70s, η περίοδος που ταυτίστηκε με τη σεξουαλική ελευθερία, ήταν αυτή που ευνόησε και την άνθηση της πορνογραφίας στην άλλη όχθη του Ατλαντικού. Το ελαφρύ πορνό συνδέεται τότε με την υποκουλτούρα, με το εναλλακτικό σινεμά, «βαφτίζεται» αντίσταση στις συντηρητικές αξίες.

Πιτ Μαρίφογλου: Ο Αντι Γουόρχολ και οι ταινίες του ’70-1
Λήψη από τα γυρίσματα των ερωτικών ταινιών. «Το ενδιαφέρον για μένα ξεκινούσε στα διαλείμματα», σημειώνει ο Πιτ Μαρίφογλου.

Κοιτάζοντας τις φωτογραφίες του Μαρίφογλου, όλα φαίνονται μακρινά, λιγότερο κυνικά από ό,τι θα ήταν σήμερα. Αν όμως κοιτάξεις πιο προσεκτικά, παρατηρείς τις λεπτομέρειες: τα δεμένα με σκοινιά χέρια κάποιων κοριτσιών, το κενό βλέμμα, την απάθεια στις στάσεις των σωμάτων, τη ζωγραφισμένη μελαγχολία στα πρόσωπα. «Στην πραγματικότητα ήταν όλα πολύ βρώμικα, και δεν μιλάω μόνο για τους δρόμους. Εκείνη την εποχή η Νέα Υόρκη μοιάζει με παζλ, υπάρχουν άνθρωποι από κάθε γωνιά του κόσμου και όλοι προσπαθούν να επιβιώσουν. Τα κορίτσια αυτά –Ιταλίδες, Ελληνίδες, Ιρλανδές, Λατινοαμερικάνες– δεν είχαν γνωρίσει πατέρα. Οι μανάδες τους ήταν στα ναρκωτικά και στην πορνεία, και όλες ζούσαν με τις γιαγιάδες τους σε μικρά δωμάτια, σε άθλιες συνθήκες. Πολλές τις βίαζαν μέσα στην οικογένεια 10-11 χρόνων και μετά έβγαιναν στις πιάτσες».

Δεν τον φόβισαν αυτές οι ιστορίες, το συγκεκριμένο εργασιακό περιβάλλον; «Οχι, αποδεχόμουν τα πάντα. Αν εμφανιζόταν μπροστά μου ένας άνθρωπος με δύο κεφάλια, δεν θα αναρωτιόμουν· είναι αυτό που είναι, θα σκεφτόμουν. Από την άλλη, μεγάλωσα σε μια οικογένεια που με έμαθε να σέβομαι τις γυναίκες· τους άνδρες δεν τους είχα σε τόση υπόληψη. Πολλοί μου έλεγαν εσύ περνούσες καλά, αλλά εγώ στεκόμουν στα μάτια των κοριτσιών, άκουγα όσα μου έλεγαν, με εμπιστεύονταν. Θυμάμαι πως όλες, ανεξαιρέτως, ήθελαν να κάνουν οικογένεια, να βρουν έναν “κανονικό” άνδρα, να κάνουν “κανονικά” παιδιά».

Πιτ Μαρίφογλου: Ο Αντι Γουόρχολ και οι ταινίες του ’70-2
Επάνω, ο φωτογράφος μπροστά από πορτρέτο του Γουόρχολ από έκθεση στο Ντίσελντορφ, το 2018. Κάτω, λήψεις της πόλης. 
Πιτ Μαρίφογλου: Ο Αντι Γουόρχολ και οι ταινίες του ’70-3

Ο Μαρίφογλου κάνει λήψεις από τα γυρίσματα, στέκεται δίπλα στους ηθοποιούς σε κάθε πλάνο και αφού τον πληρώσουν οι σκηνοθέτες, τους παραδίδει τα αρνητικά. «Αυτή ήταν η βασική μου υποχρέωση, όμως το ενδιαφέρον για μένα ξεκινούσε στα διαλείμματα». Σηκώνει την κάμερα και πιάνει τις συζητήσεις των κοριτσιών, την κούραση της δουλειάς, την ανία, την απελπισία. Το ευαίσθητο βλέμμα του είναι αυτό στο οποίο στέκεται και η Θούλη Μισιρλόγλου, διευθύντρια του ΜΟΜus – Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και επιμελήτρια της έκθεσης «Pete Μarifoglou. Tα χρόνια του Warhol XXX» στο Case Studio, την πρωτοβουλία που ξεκίνησε το μουσείο το 2025. «Αυτό το σώμα φωτογραφιών, αδημοσίευτων σε μεγάλο βαθμό, δεν εξαντλείται στις ιστορίες γύρω από τον Γουόρχολ ή το Factory· αυτά λειτουργούν ως ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης. Το πρώτο και ουσιαστικό επίπεδο είναι το βλέμμα. Ενα βλέμμα που συγκροτείται ως στάση και ως πρακτική, φέρνοντας μέσα του ένα σαφές επαγγελματικό και βλεμματικό ήθος – όχι ως ηθικολογία, αλλά ως τρόπος προσέγγισης των προσώπων», υποστηρίζει.

Ο καλλιτέχνης τονίζει πως δεν χρειαζόταν ποτέ να λογοδοτήσει για τις επιπλέον φωτογραφίες. «Τα κορίτσια δεν τα ένοιαζε, ήθελαν μόνο να πάρουν τα χρήματά τους και να φύγουν. Ολοι ήμασταν στον ίδιο κύκλο, εγώ ήθελα να πληρωθώ και εκείνες το ίδιο, και πάνω από όλους ο Γουόρχολ. Πίσω από κάθε φωτογραφία όμως κρύβεται μια ιστορία, υπάρχει λόγος».

Πιτ Μαρίφογλου: Ο Αντι Γουόρχολ και οι ταινίες του ’70-4
Φωτογραφίες από τις ταινίες.
Πιτ Μαρίφογλου: Ο Αντι Γουόρχολ και οι ταινίες του ’70-5

Ο Μαρίφογλου μαθαίνει να αγαπά τη φωτογραφία από τον πατέρα του. «Τότε ήταν σαν κουτιά οι μηχανές, μου άρεσε να κοιτάζω τη ζωή μέσα από ένα πλαίσιο, μπορούσα έτσι να την ερμηνεύσω καλύτερα. Λέω συχνά πως στάθηκα τυχερός γιατί φόρεσα γυαλιά πολύ μικρός, έβλεπα πάντα τον κόσμο μέσα από μια κορνίζα, τον όριζα». Στα 12 παίρνει δική του κάμερα και αρχίζει να φωτογραφίζει ό,τι του προξενεί έκπληξη ή ό,τι τον τρομάζει: μια ρωγμή στον τοίχο ή το πρόσωπο της αδελφής του μέσα από τον καθρέφτη. Μεγαλώνοντας παίρνει τους δρόμους, πιάνει στον φακό του αστέγους, χρήστες, φθαρμένες διαφημίσεις, κτίρια. «Αυτές είναι οι φωτογραφίες μου, οι άλλες ήταν καθαρά για λόγους βιοπορισμού», αναφέρει.

«Ολοι ήμασταν στον ίδιο κύκλο, εγώ ήθελα να πληρωθώ και εκείνες το ίδιο, και πάνω από όλους ο Γουόρχολ. Πίσω από κάθε φωτογραφία όμως κρύβεται μια ιστορία».

«Μνημονεύω συχνά μια δασκάλα μου στο School of Visual Arts –ανάμεσα στους δασκάλους ήταν η Ντάιαν Αρμπους, ο Ρόμπερτ Μάπλθορπ, ο Ντουέιν Μάικαλς– που μας έλεγε: «Κάντε ένα κλικ, μια μοναδική λήψη. Πηγαίνετε στο σημείο όσες φορές θέλετε, πρωί ή βράδυ, αλλά πάρτε μια απόφαση. Η φωτογραφία σας πρέπει να δίνει ένα μήνυμα». Σχολιάζω πως ήταν πολύ μικρός όταν βρέθηκε σε αυτά τα πλατό, είχε συνείδηση πως έδινε εικόνα στο «τραυματισμένο» σώμα της πόλης; «Μα ήμουν τραυματισμένος και εγώ, όχι μόνο η πόλη. Ετσι ένιωθα. Στη ζωή μας κάνουμε πράγματα που αισθανόμαστε, διαλέγουμε ανθρώπους που μας ταιριάζουν. Η επαφή με τον Γουόρχολ μου χάρισε αυτοεκτίμηση, είχε δυσλεξία, δυσγραφία όπως και εγώ, έβλεπα νέα παιδιά να μπαίνουν στο Factory με αδυναμίες, με προβλήματα αλλά και ιδέες και έλεγα δεν είσαι μόνος σου».

Αν επέστρεφε τώρα στη Νέα Υόρκη τι θα έβγαζε; «Δεν είχα ποτέ πρόγραμμα, θα γυρνούσα στους δρόμους όπως και τότε, θα περίμενα να βρω αυτό που θα μιλήσει σε μένα, που θα αντανακλά τον δικό μου ψυχισμό. Ετσι κάνω και τώρα στη Θεσσαλονίκη, γυρίζω και βγάζω άδειους δρόμους, γυμνές κούκλες σε βιτρίνες, αυτό με ενδιαφέρει, αυτό βλέπω».

Συνάντησε ποτέ κάποια από αυτές τις γνωριμίες του παρελθόντος; «Είχα κάνει μια έκθεση και υπήρχε μια φωτογραφία –την έχω και εδώ– με μια γούνα. Μια μέρα ήρθε μια πολύ ηλικιωμένη γυναίκα. Στάθηκε μπροστά στη φωτογραφία με τη γούνα και την κοιτούσε για ώρα. Την επόμενη μέρα εμφανίστηκε ξανά, φορώντας ένα παρόμοιο παλτό. Αγόρασε τη φωτογραφία και ζήτησε να την πάω εγώ στο σπίτι της. Οταν πήγα, άκουσα κλάμα από την πόρτα. Ενα χέρι που έτρεμε άνοιξε την πόρτα και τράβηξε τη φωτογραφία. Στην γκαλερί μου είπαν: καλά, δεν κατάλαβες ποια ήταν;».

Εως 12 Απριλίου, στο ΜOMus, Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT