Eξι άνδρες φτύνουν αίμα, πιάνουν την καρδιά τους με γυμνά χέρια, παραμορφώνονται από τον πόνο, βγάζουν κραυγές που καταλήγουν σε λίμνες μαύρου χρώματος. Επαναλαμβάνουν αυτές τις διαδοχικές, επαναλαμβανόμενες κινήσεις για 4 λεπτά, προσπαθώντας να «παρακολουθήσουν», να συντονιστούν –θα έλεγε κανείς– με τον αγχωτικό ήχο μιας σειρήνας ασθενοφόρου. Η πρώτη μικρού μήκους ταινία του Ντέιβιντ Λιντς, «Eξι άντρες αρρωσταίνουν» (1967), είναι στην πραγματικότητα ένας πίνακας που σου δημιουργεί μια αίσθηση κατεπείγοντος. Την έκανε όσο ακόμα φοιτούσε στην Pennsylvania Academy of Fine Arts διερευνώντας πώς θα μπορούσε να συνδυάσει τη ζωντανή δράση με την εικόνα. Ακολούθησαν και άλλες ιδέες, όπως το «Aλφάβητο» (1968) στο οποίο πρωταγωνιστούσε η πρώτη του σύζυγος, Πέγκι Λιντς, ή «Η γιαγιά» (1970) μέχρι που ο σουρεαλισμός του συναντήθηκε μ’ ένα ευρύτερο κοινό χάρη στις βραδινές προβολές των κινηματογράφων με το «Eraserhead» (1977). Το σινεμά τον κέρδισε, όμως ο ίδιος δεν έδειξε ποτέ διάθεση να εγκαταλείψει το ατελιέ του. Οι αλλόκοτοι χαρακτήρες και τα φρικιαστικά του πλάσματα κατοικούν εξίσου στους καμβάδες και στο γυαλί, τα σκοτεινά πλάνα από τις ταινίες του τυπώνονται και σε φωτογραφικό χαρτί, η σχέση του με το παράδοξο διαπερνά κάθε έκφανση της δημιουργικότητάς του. Iσως γιατί εκείνος δεν διαχώρισε ποτέ τα μέσα έκφρασης. «Κάποια πρωινά ξυπνάω ζωγράφος, τα απογεύματα γίνομαι φωτογράφος και τα βράδια γράφω σενάρια», έλεγε. Το θέμα ήταν πάντα η ιδέα και η διέξοδος που θα της πρόσφερε.
Το παρελθόν
Στην αρχή του ντοκιμαντέρ «David Lynch: The Art Life», το οποίο επικεντρώνεται στα πρώτα χρόνια της πορείας του, ακούγεται ο ίδιος να λέει πως «ό,τι κι αν κάνεις, έναν πίνακα ας πούμε, προχωράς με ιδέες, και κάποιες από αυτές τις ιδέες τις επαναφέρει το παρελθόν. Ακόμη κι αν είναι νέες, το παρελθόν τις χρωματίζει». Το έργο του το νοηματοδοτεί το παρελθόν. Οι πιο παράλογοι φόβοι, οι εμπειρίες, τα όνειρα και οι αναμνήσεις του καταγράφονται σε ρολά φιλμ, γίνονται πάστες με τραχιά υφή πάνω σε ξύλα και καμβάδες, συννεφάκια με ακατάληπτες φράσεις, γλυπτά από σκουριασμένα σίδερα.

H δεύτερη έκθεση που διοργανώνει η Pace Gallery με έργα του Ντέιβιντ Λιντς στο Βερολίνο (η πρώτη ήταν στη Νέα Υόρκη το 2022 όσο ο καλλιτέχνης ήταν ακόμα εν ζωή) εστιάζεται στην υλικότητα του έργου του και σε αυτή την αίσθηση συνέχειας ανάμεσα σε διαφορετικούς εκφραστικούς τρόπους. Εργα από όλο το φάσμα της δημιουργικής του διαδρομής – πίνακες με κορνίζες που έχει κατασκευάσει ο ίδιος, γλυπτά, φωτογραφίες, ταινίες μικρού μήκους και ακουαρέλες, πολλά από τα οποία παρουσιάζονται για πρώτη φορά, μας δίνουν την αίσθηση πως έχουμε εισβάλει σε σκηνικό από ταινία του. «Αυτή η έκθεση είναι κατά κάποιον τρόπο ένα amuse-bouche, ξέρεις, σαν ορεκτικό για την έκθεση που θα ακολουθήσει στο Λος Αντζελες το φθινόπωρο. Είναι ένα πολύ όμορφο “πιάτο”, αλλά μικρό, συμπυκνωμένο, φτιαγμένο για να έχει ένταση και γεύση και να ταιριάζει στις ιδιαιτερότητες αυτής της γκαλερί», εξηγεί o Ολιβερ Σουλτς, επιμελητής της έκθεσης. Η Pace στη γερμανική πρωτεύουσα στεγάζεται σε ένα παλιό βενζινάδικο και ο Σουλτς θεωρεί πως ακόμα και η ιστορία και η διαρρύθμιση του κτιρίου ευθυγραμμίζονται με τον κόσμο του Λιντς. «Δεν θα του ταίριαζε μια γκαλερί με λευκούς τοίχους, αυτός ο χώρος θα αναδείξει πολύ καλύτερα τα έργα».
Η αρχική ιδέα που έπεσε στο τραπέζι το φθινόπωρο του 2024 ήταν να γίνει μια ομαδική έκθεση με έργα του Αμερικανού κινηματογραφιστή και καλλιτέχνη σε συνομιλία με άλλους δημιουργούς που είχαν επηρεαστεί από το έργο του ή που τους συνέδεε μια πνευματική συγγένεια. «Είχε ενθουσιαστεί με την πρόταση, είχαμε προγραμματίσει να τον επισκεφθώ στο Λος Αντζελες τον προσεχή Ιανουάριο για να συζητήσουμε ποιους θα έπρεπε να συμπεριλάβουμε, τελικά δεν προλάβαμε», εξηγεί ο επιμελητής.
«Είναι ένα amuse-bouche, σαν ορεκτικό για την έκθεση που θα ακολουθήσει στο Λος Αντζελες το φθινόπωρο. Είναι ένα πολύ όμορφο “πιάτο”, αλλά μικρό, συμπυκνωμένο, φτιαγμένο για να έχει ένταση και γεύση».
Ο Σουλτς, αντίθετα, ίσως, από τους πολλούς, επικεντρώθηκε στη γλώσσα ως συνδετικό νήμα για όλο το έργο του Λιντς. «Υπάρχει κάτι βαθιά ισχυρό στη γλώσσα των κινηματογραφικών εικόνων που δημιούργησε, και ήθελα αυτή η έκθεση να αφορά ακριβώς αυτό: το είδος ψυχολογικής έντασης, την αίσθηση απειλής ή στοιχειώματος που είναι ενσωματωμένη σε οικιακούς, καθημερινούς χώρους. Αυτό πραγματικά φαίνεται να διατρέχει όλο το έργο του, και για μένα συνδέεται με αυτήν την αγωνία γύρω από τη γλώσσα και τον λόγο».

«Το Aλφάβητο»
Φέρνει ως παράδειγμα «Το Aλφάβητο» που είναι η ταινία που σε καλωσορίζει στην έκθεση μαζί με έναν πίνακα. «Μοιάζει με μάθημα αλφάβητου αλλά είναι και ταινία τρόμου κατά κάποιον τρόπο. Υπάρχει αυτός ο συνδυασμός βίας και αθωότητας, είναι αυθεντία ο Λιντς σε αυτό, και το βρίσκουμε ξανά και ξανά στα έργα του», υποστηρίζει, προσθέτοντας πως και οι πίνακες και οι ακουαρέλες που δημιούργησε τις τελευταίες δεκαετίες ο Αμερικανός auteur, συχνά περιλαμβάνουν κείμενο. «Ηθελα να σκεφτώ αυτήν την αγωνία γύρω από τα έργα που “μιλάνε”, τις ταινίες ως ομιλούμενα έργα, και το τι σημαίνει να διαχειρίζεσαι το ψυχολογικό φορτίο της γλώσσας – κάτι που επίσης τον απασχολούσε, όπως και τον Φρόιντ».
«Υπάρχει κάτι βαθιά ισχυρό στη γλώσσα των κινηματογραφικών εικόνων που δημιούργησε και ήθελα αυτή η έκθεση να αφορά ακριβώς αυτό το είδος ψυχολογικής έντασης, την αίσθηση απειλής ή στοιχειώματος».
Στον πρώτο όροφο, ο Ολιβερ Σουλτς έχει τοποθετήσει τις ακουαρέλες, τις φωτογραφίες και τα γλυπτά με τη μορφή φωτιστικών, υπογράφοντας μια σκηνογραφία που κάνει μια διακριτική, υποσυνείδητη αναφορά στην ταινία «Rabbits». «Το “Rabbits” με ενδιέφερε γιατί όλος ο διάλογος είναι ακατανόητος, δεν καταλαβαίνεις τι λένε μεταξύ τους. Κι έτσι μου άρεσε αυτή η ιδέα: σαν να παρακολουθείς το δικό μας οικιακό εσωτερικό, σαν να είναι όλα τοποθετημένα μέσα σε ένα διαμέρισμα». Στέκεται ιδιαίτερα στα φωτιστικά λέγοντας πως στις προηγούμενες εκθέσεις τα συγκεκριμένα έργα τα μεταχειρίζονταν σαν γλυπτά και τα τοποθετούσαν σε βάθρα, τώρα είναι πάνω στο χαλί, σαν σε σαλόνι. «Ο κινηματογράφος είναι τέχνη του φωτός, αλλά τα φωτιστικά παράγουν και αυτά φως. Και με έναν παράξενο τρόπο, τα φωτιστικά μοιάζουν με τις ταινίες του: ακόμα κι αν εκπέμπουν φως, στην πραγματικότητα αυξάνουν το σκοτάδι».

Τα εργοστάσια
Μιλάει και για τη σειρά φωτογραφιών από εργοστάσια που τράβηξε ο Λιντς – ανάμεσά τους και αυτά του Βερολίνου, το 1999. «Δεν ήξερα πως είχε φωτογραφίσει στο Βερολίνο, είδα όμως μια λήψη με έναν νιπτήρα που έγραφε trinkwasser και θυμήθηκα πως όταν σκεφτόμουν την ομαδική έκθεση, ήθελα να του προτείνω τον Ρόμπερτ Γκόμπερ, ο οποίος είναι διάσημος κυρίως για τους νιπτήρες του. Τότε δεν ήξερα γιατί ήθελα να εντάξω αυτόν τον καλλιτέχνη στην ομαδική, όμως πια καταλαβαίνω ότι οι εικόνες του Λιντς έχουν “μολύνει” τα όνειρά μας, έχουν διαποτίσει τη συλλογική μας συνείδηση με τρόπο πολύ ισχυρό». Εκείνος ποιον καλλιτέχνη θαύμαζε; Πρόλαβε να τον ρωτήσει; «Οπως σου είπα, δεν κατάφερα να τον γνωρίσω ποτέ, όμως κάθε φορά που του ζητούσαν να περιγράψει τις ταινίες του αναφερόταν στον Νόρμαν Ρόκγουελ και στον Ιερώνυμο Μπος».
Διάρκεια έκθεσης: από 29/1 έως 29/3, www.pacegallery.com.

