Μία από τις συναρπαστικότερες όπερες του ρεπερτορίου, τη «Σαλώμη» του Ρίχαρντ Στράους, παρουσίασε η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στις 23 Δεκεμβρίου στην αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης». Την παράσταση διηύθυνε σε συναυλιακή μορφή ο Λουκάς Καρυτινός.
Οπερα που επηρέασε καθοριστικά την πορεία του λυρικού θεάτρου όσο και την εξέλιξη της μουσικής, η «Σαλώμη» πρωτοπαρουσιάστηκε το 1905 στη Δρέσδη. Μετά την αυστριακή της πρεμιέρα στο Γκρατς, ο Μάλερ, τότε εξίσου διάσημος με τον Στράους αλλά από πολλές απόψεις στον αντίποδά του, έκρινε πως επρόκειτο για έργο σημαντικό και τολμηρό, ένα από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα της εποχής. Εκείνο που τον παραξένευε ήταν, πώς αυτή η τόσο καινοτόμος σύνθεση έτυχε επίσης άμεσης και ενθουσιώδους αποδοχής από το κοινό. «Ποτέ άλλοτε η πρωτοπορία και το ταμείο δεν είχαν τόσο στενές σχέσεις», είναι τα λόγια του Αντριαν Λέβερκιν στον «Δόκτορα Φάουστους» του Τόμας Μαν.
Οι τολμηρές αρμονίες, η χρωματικότητα, οι μουσικές μετατροπίες, η πολυτονικότητα, η τονική αμφισημία είναι στοιχεία που καθιστούν συναρπαστική την παρτιτούρα και έχουν αξιοποιηθεί με τέχνη από τον Στράους, ο οποίος την εποχή κατά την οποία συνέθεσε τη «Σαλώμη» ήταν ήδη καταξιωμένος συνθέτης συμφωνικών έργων. Η μουσική αποδίδει στο μέγιστο τον ακραίο ερωτισμό του θέματος. Είναι δε στο χέρι του εκάστοτε αρχιμουσικού ώστε μέρη της, όπως ο περίφημος «Χορός των επτά πέπλων», να μην καταλήξουν γλυκερά και κακόγουστα. Ο Καρυτινός το πέτυχε, διευθύνοντας συνολικά με νεύρο και ένταση, αφήνοντας επίσης χώρο να αναπτυχθούν χωρίς βία οι χαρακτηριστικά εκτενείς, σαρωτικές φωνητικές και ενόργανες μελωδικές φράσεις του Στράους.
Στο πλαίσιο μιας συναυλιακής παρουσίασης, με περίπου εκατό μουσικούς επί σκηνής, προφανώς είναι δύσκολο η «Σαλώμη» να αποδοθεί «σαν αέρινη μουσική του Μέντελσον», όπως ήθελε ο συνθέτης. Η κατάλληλη ισορροπία με τις φωνές επιτυγχάνεται μονάχα με τους μουσικούς στην τάφρο, οπότε η μουσική μπορεί να ηχήσει, αέρινη και διάφανη, όπως την φανταζόταν ο Στράους. Στο Μέγαρο η ορχήστρα ακουγόταν αναπόφευκτα πολύ δυνατά, παρότι υπήρχαν αρκετές νησίδες ύφεσης. Η περιορισμένη εξοικείωση της Κρατικής με το έργο, πάντως, δεν δικαιολογεί προβλήματα συντονισμού, όπως στη σκηνή με τους «Εβραίους», η οποία έτσι κι αλλιώς ανήκει στις πιο απαιτητικές του έργου.
Ανιση διανομή
Οι τρεις πρωταγωνιστικοί ρόλοι υπηρετήθηκαν σε πολύ υψηλό επίπεδο. Η Ελένα Στίχινα, έμπειρη Σαλώμη σε σημαντικά λυρικά θέατρα (Μιλάνο, Ζυρίχη, Λονδίνο, Αγ. Πετρούπολη), κατ’ αρχάς διέθετε το κατάλληλο ηχόχρωμα για τον ρόλο. Η πλούσια, εύπλαστη και καλά εστιασμένη φωνή ηχούσε αισθησιακή, πολυτελής και τρυφερή στην προσπάθειά της να σαγηνεύσει τον Ιωάννη, αλλά επίσης μεταλλική και άκαμπτη στη διαπραγμάτευσή της με τον Ηρώδη. Κυρίως, όμως, περνούσε αγέρωχα πάνω από τη μεγάλη ορχήστρα και απέδιδε γλαφυρά την ηδονιστική μουσική του Στράους.
Ιδανικά, ο ρόλος του Ιωάννη αναδεικνύεται καλύτερα από σκούρα φωνή μπασοβαρύτονου. Παρ’ όλα αυτά, αν και βαρύτονος, ο Δημήτρης Τηλιακός υπήρξε αρκούντως επιβλητικός. Με ισχυρή φωνή και εξαιρετική άρθρωση πρόβαλε πειστικά τον δογματισμό και την ακαμψία του Βαπτιστή. Εξαιρετικός ως Ηρώδης υπήρξε ο τενόρος Βόλφγκανγκ Αμπλινγκερ – Σπέρχακε, ο οποίος έπλασε με μεγάλη θεατρικότητα έναν χαρακτήρα λάγνο, πανικόβλητο αλλά και πραγματιστή.
Από τους μικρότερους ρόλους ξεχώρισαν η Νεφέλη Κωτσέλη ως Ακόλουθος, χάρη στο υπέροχο ηχόχρωμα της φωνής της και ο Βασίλης Καβάγιας ως Ναραβώθ, λόγω της εκφραστικής ερμηνείας του. Η Κατερίνα Οικονόμου, άλλοτε άξια Σαλώμη, εμφανίστηκε ως Ηρωδιάδα. Με ηττημένες τις φωνητικές της δυνάμεις περιορίστηκε σε προθέσεις. Οι υπόλοιποι συντελεστές (Α. Καραούλης, Ι. Φίλιας, Δ. Μελογιαννίδης, Δ. Τσαντίνης, Ι. Σελητσανιώτης, Α. Λούτας) είχαν να αντιπαρέλθουν τον σκόπελο της ισχυρής ορχήστρας αλλά και της γερμανικής γλώσσας.

