Η σχετικότητα του νόμου

Ο «Αγριος σπόρος» του Γιάννη Τσίρου ευδοκιμεί στο θέατρο «Μικρό Χορν»

3' 30" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Σταύρος: Ποιο είδος είναι πιο άθλιο; Αυτό που δίνει τις εντολές ή αυτό που τις υπακούει;
Αστυνομικός: Ξέρεις κάτι; Και τα δύο είδη άθλια μου φαίνονται.

Ο «Αγριος σπόρος» καλλιεργήθηκε σε ένα επαρχιακό τοπίο όπου η ανυπακοή στους νόμους είναι αγώνας επιβίωσης και η επιβίωση γίνεται αυτοσκοπός, υπερβαίνοντας κάθε οικονομική, κοινωνική ή πολιτική δομή μιας οργανωμένης κοινωνίας. Σε αυτό το τοπίο μπορεί καθημερινά να διαπράττονται «τέλεια», εκ προμελέτης ή εξ αμελείας, μικρά ή μεγάλα «εγκλήματα» και οι κατηγορούμενοι δεν έχουν σχεδόν ποτέ συνειδητοποιήσει τους λόγους για τους οποίους κατηγορούνται.

Η δραματουργία του Γιάννη Τσίρου είναι συνδεδεμένη με την παρουσία του «ξένου» στη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου και στον «Αγριο σπόρο» (2013) η διαφορετική εθνοτική ταυτότητα, που στοιχειοθετεί την εξωτερική απειλή, δεν είναι μια Ρωσίδα χορεύτρια όπως στα «Αξύριστα πηγούνια» (2006) αλλά ένας νεαρός Γερμανός παραθεριστής. Ο Δυτικοευρωπαίος τουρίστας που εξαφανίζεται σε μια ερημική παραλία της ελληνικής επαρχίας, απών ως οντότητα από τη θεατρική δράση, σκιαγραφείται ως δραματικό πρόσωπο μόνο από μια ομάδα Γερμανών που αναζητούν τα ίχνη του. Τα οικεία δραματουργικά μοτίβα των προηγούμενων έργων του Tσίρου επανέρχονται στον «Aγριο σπόρο»: η ανάκριση, το μυστήριο της εξυγίανσης παράνομων πράξεων, η δικαστική εξουσία, η αδυναμία του πολίτη να αντιπαρατεθεί στη δύναμη της κρατικής εξουσίας, η αίσθηση της πλασματικής ισονομίας των πολιτών και η εισβολή του «ξένου» ως αφορμή για την εκδήλωση ενός εγχώριου ρατσισμού. Η γερμανική ταυτότητα του εξωτερικού κινδύνου συνδέεται προφανώς με την οικονομική κρίση την περίοδο των μνημονίων και η ετερότητα αποδεσμεύεται δραματουργικά από την ταυτότητα του πρόσφυγα ή του μετανάστη.

Η Σοφία Καραγιάννη σκηνοθέτησε τον «Aγριο σπόρο» σαν ένα αστυνομικό θρίλερ, τηρώντας την αυστηρή αλληλουχία των σκηνών και τη χρονική διαδοχή των γεγονότων στη διάρκεια μιας ημέρας. Στο συμβατικό σκηνικό που έστησε η Γεωργία Μπούρδα, κυριαρχεί η καντίνα με την όψη της αυθαίρετης παράγκας που λειτουργεί και ως ψησταριά, ενώ η μεγάλη παραλία με βότσαλα και άμμο υπονοείται διαρκώς ως πεδίο σκηνικού μυστηρίου. Η σκηνοθέτις εργάστηκε με συνέπεια πάνω στον ρεαλισμό του Τσίρου, δίνοντας έμφαση στις νατουραλιστικές φωτοσκιάσεις του λαϊκού βίου στην ελληνική επαρχία. Η αυλαία ανοίγει με τον Σταύρο να περιγράφει το τελετουργικό της σφαγής των χοίρων με τρόπο μετωνυμικό, ώστε ο ίδιος ο πρωταγωνιστής να οδηγηθεί σταδιακά στην προσωπική του διάλυση. Η Καραγιάννη ανέδειξε με ειρωνικό και καυστικό, κωμικό, αλλά και δραματικό τρόπο, τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας, δομώντας τη σκηνοθεσία στον άξονα των ερμηνευτικών δεξιοτήτων του Ηλία Βαλάση.

Η σκηνοθεσία της Σοφίας Καραγιάννη ανέδειξε με ειρωνικό και καυστικό, κωμικό, αλλά και δραματικό τρόπο, τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας.

Ο Βαλάσης συγκινεί στον ρόλο του Σταύρου. Ιδιοκτήτης ενός αμφιβόλου υγιεινής χοιροστασίου και χαρακτηριστικός τύπος ενός παρηκμασμένου εποχιακού μικροεπιχειρηματία, που κινείται μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας. Η ερμηνεία του πληθωρική και υπερεκφραστική με ισχυρές δόσεις αυτοσαρκασμού, αλλά και τρυφερότητας, αποτέλεσε το ερμηνευτικό έρεισμα της παράστασης, ισορροπώντας επαρκώς πάνω στο νήμα της ποιητικής διάστασης ενός έργου του κοινωνικού ρεαλισμού. Ο Δημήτρης Μαμιός στον ρόλο του αστυνομικού Τάκη (ρόλο που είχε ερμηνεύσει ο Βαλάσης στην εξαιρετική παράσταση της Ελ. Σκότη) απέδωσε με συνδυαστικούς κωμικούς και σοβαρούς τόνους τη φιγούρα του αστυνομικού οργάνου που επιχειρεί να επιβάλει την τάξη «καθαγιάζοντας» τη βία στο όνομα του «δικαίου», διαρρηγνύοντας παράλληλα μια σχέση φιλίας τριάντα ετών. Η Ανθή Σαββάκη απέδωσε με αίσθηση ερμηνευτικού μέτρου μια οριοθετημένη Χαρούλα, συνέλαβε τις συναισθηματικές μεταπτώσεις και τις ταλαντεύσεις της κόρης του Σταύρου, και διείσδυσε στον ψυχισμό μιας απλής κοπέλας που μεγαλώνει στο καταθλιπτικό περιβάλλον της ελληνικής επαρχίας. Με τον πατέρα της υλοποιούν στο φινάλε μια σχεδόν τσεχοφική παραίτηση, την οποία η σκηνοθέτις απέδωσε υπερβολικά ηχηρά, εκκωφαντικά, αφαιρώντας από τη σκηνή κάθε ίχνος ποίησης.

Η ερμηνεία του Ηλία Βαλάση στον ρόλο του Σταύρου, πληθωρική και υπερεκφραστική με ισχυρές δόσεις αυτοσαρκασμού, αλλά και τρυφερότητας.  

Οι φωτισμοί της Βασιλικής Γώγου και η μουσική υπόκρουση του Νικόλα Καζάζη συμβάλλουν στην ατμόσφαιρα του θρίλερ και αναδεικνύουν το δραματικό υπόβαθρο του «Aγριου σπόρου», σαν μια διαδικασία αέναης αναζήτησης της αλήθειας, μιας αλήθειας οδυνηρής που διαφεύγει διαρκώς, αφήνοντας μετέωρο το ερώτημα: «Ποιο είδος είναι πιο άθλιο; Αυτό που δίνει τις εντολές ή αυτό που τις υπακούει;».

Ο «Aγριος σπόρος» πρόβαλε την εγγενή επιθυμία μας να ανακαλύψουμε το «εμείς» μέσα από τα δραματικά πρόσωπα των «άλλων» και αυτή η ανακάλυψη φέρει και τα ίχνη μιας εθνικής αυτογνωσίας.

*Η κ. Ρέα Γρηγορίου είναι διδάκτωρ Ιστορίας – Δραματολογίας ΑΠΘ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT