Την επόμενη Τετάρτη στο υπουργείο Παιδείας έχει προγραμματιστεί η παρουσίαση των αποτελεσμάτων της έκθεσης του ΟΟΣΑ με τίτλο «Improving Learning Outcomes in Greece». Ο οργανισμός, όπως καταγράφει η φορμαλιστική γλώσσα των επίσημων εγγράφων, έχει κάνει μια αποτίμηση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος εστιάζοντας στις μαθησιακές επιδόσεις, στις εκπαιδευτικές πολιτικές που εφαρμόζονται και στις προτάσεις βελτίωσης των μαθησιακών αποτελεσμάτων. Προφανώς θα παρουσιαστούν προτάσεις πολιτικής για όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, στο πλαίσιο των διεθνών συγκρίσεων και των καλών πρακτικών που εφαρμόζουν οι χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ. Μάλιστα δεν αποκλείεται να ακούσουμε, για μία ακόμη φορά, βαρύγδουπες κουβέντες από υπουργικά χείλη, καθώς προβάλλεται ότι «η έκθεση θεωρείται ιδιαίτερης σημασίας για τον σχεδιασμό των μελλοντικών εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων και την αναβάθμιση της ποιότητας της εκπαίδευσης στη χώρα».
Τα μετριότατα αποτελέσματα της χώρας μας στους ανά διετία διαγωνισμούς PISA του ΟΟΣΑ –το πρόγραμμα ξεκίνησε το 2000 και μετρά το επίπεδο των 15χρονων στην κατανόηση κειμένου, στα μαθηματικά και στις φυσικές επιστήμες– έχουν «στοιχειώσει» την ελληνική εκπαίδευση, καθώς περιφέρονται σε κάθε δημόσια συζήτηση ως τεκμήρια των παθογενειών του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Τα ίδια συμπεράσματα εξάγουν και οι πρόσφατης εσοδείας μελέτες των ελληνικών φορέων (Αρχή Αξιολόγησης, Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής)· εντοπίζουν τα προβλήματα, αλλά επί της ουσίας οι όποιες προσπάθειες μοιάζει να μην αποδίδουν.
Τις δύο τελευταίες δεκαετίες οι Ελληνες υπουργοί Παιδείας και το επιτελείο τους παλεύουν (για λόγους πολιτικής επιβράβευσης;) να επιδείξουν βελτίωση των επιδόσεων της Ελλάδας στους διαγωνισμούς του ΟΟΣΑ, αγνοώντας ότι διανύουμε μια μεταβατική περίοδο σε σχέση με την πρόσληψη της γνώσης και τις δεξιότητες που απαιτούνται.
Οι νέες εκπαιδευτικές μέθοδοι, η εξοικείωση των παιδιών με την τεχνολογία και η διαφοροποίηση των πηγών γνώσης οδηγούν αναγκαστικά στη μετατόπιση της θεώρησης του ρόλου του σχολείου και του εκπαιδευτικού περιεχομένου.
Και όμως, σε μια εποχή υπερφόρτωσης του σχολείου με προγράμματα, καινοτομίες και κάθε λογής… πλατφόρμες, το σχολείο κινδυνεύει να ξεχάσει τον πυρήνα της γνώσης. Τα μέσα αλλάζουν, αλλά η παιδαγωγική ουσία προηγείται των μεθόδων. Η κριτική σκέψη προϋποθέτει καλή χρήση της γλώσσας, σκέψη, λογική ακολουθία, πειθαρχία. Μήπως, λοιπόν, να επιστρέψουμε στα «βασικά»; Μήπως να έχουμε, όπως επισήμανε ο έμπειρος παιδαγωγός Τηλέμαχος Κουντούρης, «λιγότερη επίφαση προόδου και περισσότερη ουσιαστική μάθηση»;

