Ψηφιδωτό από καρτ ποστάλ

Μια ιστορική και προσωπική κατάθεση του γραφίστα Γιάννη Καρλόπουλου στη γενέθλια πόλη του

4' 48" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Μια καρτ ποστάλ γραμμένη πάνω σε μια φωτογραφία με τέσσερις αεροπόρους που ποζάρουν μπροστά από ένα γαλλικό αεροπλάνο σε μια βάση της Θεσσαλονίκης στα τέλη της δεύτερης δεκαετίας του 20ού αιώνα. Μια μάνα και μια κόρη από την εβραϊκή κοινότητα περπατούν μαζί στον δρόμο, σε ένα φωτογραφικό στιγμιότυπο που λειτουργεί ως σουβενίρ. Παραμονές του 1957 και «Η νύμφη του Θερμαϊκού εύχεται εις όλην την παρέα ευτυχισμένο το Νέον Ετος» αναγράφεται σε μια άλλη καρτ ποστάλ, ενός υπολοχαγού στο Πεζικό, που έχει φόντο τη λεωφόρο Βασιλέως Κωνσταντίνου, νυν Νίκης. Αυτά τα παραδείγματα εικόνων και λέξεων αποτελούν ψηφίδες ενός οπτικά πολυεπίπεδου –και σε σημεία πολύ προσωπικού– πορτρέτου της πόλης, το οποίο ξεδιπλώνεται στις 352 σελίδες της «Σαλονίκης» (εκδ. Αντίποδες) μέσα από 333 καρτ ποστάλ. 

Σε μια πυκνή έκδοση, η οποία αποτελεί το δεύτερο βιβλίο της σειράς «Φωταγωγός» των Αντιπόδων, ο γραφίστας Γιάννης Καρλόπουλος (Θεσσαλονίκη, 1967) εκθέτει ένα μέρος του τυπογραφικού αρχείου του με καρτ ποστάλ, φωτογραφίες και φωτοκάρτες, οι οποίες χρονολογούνται από το 1912 που ο ελληνικός στρατός εισήλθε στην πόλη έως τα τέλη της δεκαετίας του 1980, λίγο πριν η καρτ ποστάλ υποχωρήσει ως μέσο επικοινωνίας. Η ιδέα της έκδοσης προέκυψε το 2012, με τη συμπλήρωση των εκατό χρόνων της απελευθέρωσης της πόλης. «Το βιβλίο αυτό το δούλευα χρόνια σαν ένα παράπλευρο πρότζεκτ. Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι έπρεπε να τελειώσει και τους τελευταίους τρεις μήνες έγινε μια απόλυτη υπέρβαση».

Τέσσερις ενότητες

Η «Σαλονίκη» είναι χωρισμένη σε τέσσερις ενότητες και, εκτός από τη χρονολογική πορεία, ακολουθεί και τις τεχνολογικές αλλαγές στην εκτύπωση και στη φωτοαναπαραγωγή των καρτ ποστάλ κατά τον 20ό αιώνα. Η εμπρόσθια όψη (recto) των καρτ ποστάλ που απαρτίζουν τη «Σαλονίκη» συνοδεύεται από τα γραφόμενα στο οπίσθιο μέρος τους (verso) με καθαρές γραμματοσειρές και από κειμενολεζάντες με ιστορικές πληροφορίες (με τη συμμετοχή της Δήμητρας Ιωάννου και του Αντώνη Κατσούρη για τα πρώτα δύο μέρη) και συμπληρωματικά σχόλια του ίδιου του Καρλόπουλου. Οπως επισημαίνει ο ίδιος, η συγκέντρωση των πληροφοριών δεν ήταν το μόνο δύσκολο κομμάτι της διαδικασίας, καθώς υπήρχε διαθέσιμη βιβλιογραφία και δυνατότητα τεκμηρίωσης με βάση τις ίδιες τις κάρτες, αρκετές από τις οποίες είναι ξενόγλωσσες. «Στις καρτ ποστάλ της πρώτης περιόδου, η δυσκολία είχε να κάνει με την αποκρυπτογράφηση των γαλλικών, σε σχέση με τα αγγλικά. Οι Αγγλοι της εποχής έγραφαν πιο λίγα, ήταν λακωνικοί, ενώ οι Γάλλοι έγραφαν όπως μιλούσαν και έκαναν πολλά ορθογραφικά λάθη», αναφέρει ο Καρλόπουλος.

Ψηφιδωτό από καρτ ποστάλ-1
«Στις καρτ ποστάλ της πρώτης περιόδου, η δυσκολία είχε να κάνει με την αποκρυπτογράφηση των γαλλικών», σημειώνει ο Γιάννης Καρλόπουλος και προσθέτει πως «οι Γάλλοι έγραφαν όπως μιλούσαν και έκαναν πολλά ορθογραφικά λάθη, ενώ οι Αγγλοι της εποχής ήταν λακωνικοί».

Πέρα από τον προσωπικό δεσμό που τον συνδέει με τη γενέθλια πόλη του, μερικοί από τους στόχους της έκδοσης περιλαμβάνουν την ανωνυμία των γραμμάτων και την τεχνική αναπαραγωγή των καρτ ποστάλ. «Με απασχόλησε ο πρωταγωνιστικός ρόλος της ανωνυμίας: οι τυπογράφοι, χαράκτες και χρωμολιθογράφοι, οι αποστολείς και παραλήπτες, ακόμη και οι άγραφες, κενές κάρτες. Μέσα από αυτές κατασκευάζεται μια αντίληψη του τόπου που απευθύνεται στον ξένο επισκέπτη. Η καρτ ποστάλ σπάει τη μοναδικότητα της εικόνας και εισάγει την πολλαπλότητα της αναπαραγωγής· κι αυτό, ως γραφίστα, με ενδιαφέρει ιδιαίτερα».

Πού είναι ο Λευκός Πύργος;

Συλλέγοντας τις καρτ ποστάλ και τις φωτοκάρτες από ένα γνήσιο ενδιαφέρον για το τουριστικό έντυπο, ο Καρλόπουλος παρατήρησε ότι η Θεσσαλονίκη άργησε να μπει στο τουριστικό ραντάρ, καθώς η περίοδος 1890-1920 περιελάμβανε αναταραχές και περιορισμένη οικονομική δραστηριότητα, παρά την ακμή της χρωμολιθογραφικής, της πιο ζωγραφικής εκδοχής των ταχυδρομικών δελταρίων. Βέβαια, από τα σουβενίρ της Θεσσαλονίκης, ο Λευκός Πύργος στην αρχή (μετά το 1912) εμφανίζεται σπάνια σε φωτογραφίες. Αυτό εξηγείται από τον αρνητικό συμβολισμό που είχε η χρήση του κτιρίου ως φυλακής, αλλά και από τη ρευστή ταυτότητα της Θεσσαλονίκης, η οποία φάνταζε τρομερά ανατολίτικη, και ξένιζε την κυβέρνηση, η οποία σύστησε ειδική επιτροπή εξωραϊσμού για την πολεοδομική αναδιάρθρωση της πόλης. Οσο για τη διαμόρφωση εθνικής συνείδησης, υπάρχει μια σύνδεση σε μια φωτοκάρτα της παραλίας με τον Λευκό Πύργο και επικολλημένο γραμματόσημο που απεικονίζει τον Παρθενώνα

Με απασχόλησε ο πρωταγωνιστικός ρόλος της ανωνυμίας: οι τυπογράφοι, χαράκτες και χρωμολιθογράφοι, οι αποστολείς και παραλήπτες, ακόμη και οι άγραφες, κενές κάρτες. Μέσα από αυτές κατασκευάζεται μια αντίληψη του τόπου.

«Αυτό που έχει σημασία σε αυτό το στιγμιότυπο είναι η σημειολογία, με την Ακρόπολη να λειτουργεί ως πιστοποίηση της ελληνικότητας της Θεσσαλονίκης. Εκεί γίνεται φανερό πως στη Θεσσαλονίκη διαμορφώνεται –και διατηρείται έως σήμερα– μια ιδιότυπη συνείδηση, συχνά πικρή: η αίσθηση ότι η πόλη “καπελώνεται” από την Αθήνα. Στα μάτια των ξένων, αλλά και στη συνείδηση πολλών Θεσσαλονικέων, αυτό το ζήτημα έχει εγγραφεί βαθιά. Ετσι, η Ακρόπολη ως γραμματόσημο στον Λευκό Πύργο αποκτά μια σχεδόν ειρωνική λειτουργία: ένα “δύο σε ένα”, ειπωμένο με χιούμορ, αλλά και με πλήρη επίγνωση, χωρίς πρόθεση εθνικισμού ή τοπικισμού, παρότι αυτά παρεισφρέουν αναπόφευκτα», επισημαίνει.

Αυτό που θα ήθελα να μεταδώσω είναι η αντίληψη πως η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη με την πλήρη έννοια του όρου, η οποία ναι μεν είναι σπάνια για τον ελλαδικό χώρο, αλλά δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κάτι που χρειάζεται προστασία.

Η ανάγνωση της έκδοσης ξεφεύγει από την απλή παρατήρηση των εικόνων και, φτάνοντας στις έγχρωμες φωτογραφίες των δεκαετιών ανάμεσα στο ’60 και στο ’90, δημιουργείται μια συναισθηματική εμπλοκή με την πόλη, ακόμα και για τον αναγνώστη που δεν έχει δεσμούς με τη Θεσσαλονίκη. Κάθε εικόνα και κάθε σημείωμα φανερώνει τη διάσταση της ιστορίας, της καθημερινότητας και της προσωπικής εμπειρίας, επιτρέποντας στον αναγνώστη να αντιληφθεί ότι η Θεσσαλονίκη δεν είναι απλώς ένα αντικείμενο παρατήρησης, αλλά μια πόλη με πολλαπλές ταυτότητες. «Αυτό που θα ήθελα να μεταδώσω είναι η αντίληψη πως η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη με την πλήρη έννοια του όρου, η οποία ναι μεν είναι σπάνια για τον ελλαδικό χώρο, αλλά δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κάτι που χρειάζεται προστασία», καταλήγει, χαρακτηρίζοντας τη «Σαλονίκη» ως μια πράξη επιστροφής, ευθύνης και ολοκλήρωσης απέναντι στην πόλη του.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT