Στις 28 Δεκεμβρίου, την τελευταία Κυριακή του χρόνου, έβγαλα με την πολαρόιντ μου τα άδεια καθίσματα στην Ταινιοθήκη του Βελιγραδίου, μετά το τέλος της προβολής για τα 130 χρόνια από την πρώτη δημόσια παρουσίαση της εφεύρεσης των αδελφών Λιμιέρ, στο Παρίσι. Καθώς οι τετράγωνες φωτογραφίες εμφανίζονταν και αποκτούσαν μια αναπάντεχη καφέ απόχρωση, ένα λευκό φως αποτυπώθηκε στο πάνω μέρος τους. Σαν το ίχνος ενός φαντάσματος που επιμένει να μας υπενθυμίζει την άυλη υπόστασή του. Ούτως ή άλλως, το σινεμά ήταν πάντα ένα φάντασμα φτιαγμένο από εικόνες.
Σε μερικά χρόνια, η ανθρωπότητα θα επισκέπτεται τις κινηματογραφικές αίθουσες σαν ένα παράδοξο που διήρκεσε μερικές δεκαετίες και θα τις προσεγγίζει όπως μια ακατανόητη κιβωτό που μέσα της προβάλλονταν διαδοχικές φωτογραφίες σε γρήγορη ταχύτητα. Δεν θα έχει μείνει τίποτα.
Κάποτε, όμως, μπορούσαμε να βυθιστούμε στο σκοτάδι και να κρυφτούμε από τους δρόμους της πόλης (ή τον ίδιο μας τον εαυτό) και να ζεσταθούμε (εφόσον έκανε κρύο), συνυπάρχοντας σιωπηλά με αγνώστους, παρόλο που η μοναδική μας σύνδεση ήταν τα βλέμματά μας, κλειδωμένα στο ίδιο σημείο για μιάμιση ώρα. Τι συνέβη στο λευκό βλέφαρο της οθόνης; είχε αναρωτηθεί ο Μπουνιουέλ λίγο πριν πεθάνει. Εσβησε για πάντα κι έκλεισε. Πλέον, οι κινηματογράφοι κοντεύουν να εξαφανιστούν ή έχουν γίνει χώροι πολυτελείας, που είναι περίπου το ίδιο. Ωστόσο η είσοδος για τη Σάλα Μακαβέγιεφ (Sala Makavejev, όπως αναγραφόταν στο εισιτήριο) ήταν διακόσια δηνάρια, όχι παραπάνω από δύο ευρώ, και βγαίνοντας έξω, στην άδεια και παγωμένη οδό Ούζουν Μίρκοβα, καταλάβαμε πόσο αφύσικη ζέστη έκανε μέσα στην αίθουσα.
Σαν μουσικό λάιβ
Η πρώτη δημόσια προβολή στην ιστορία του σινεμά έμοιαζε περισσότερο με ένα ολιγόλεπτο μουσικό λάιβ που περιλάμβανε δέκα τραγούδια του ενός λεπτού, μια σειρά από ακατέργαστα πανκ τραγούδια που είχαν περίεργους τίτλους: «Η έξοδος των εργατών από το εργοστάσιο Λιμιέρ», «Ο ποτιστής ποτίζεται», «Το γεύμα του μωρού», «Το άλμα στην κουβέρτα». Ας είμαστε ειλικρινείς. Το σινεμά δεν προχώρησε πολύ παραπάνω από εκείνη τη βραδιά στο Γκραν Καφέ. Θα έλεγε κανείς μάλιστα πως οπισθοχώρησε από δειλία σε κάτι που ήδη υπήρχε: το θέατρο και τη λογοτεχνία. Στην πραγματικότητα, ελάχιστοι κινηματογραφιστές τόλμησαν να ακολουθήσουν αργότερα αυτό που δήλωναν οι Λιμιέρ με το ίδιο τους το όνομα. Μια ταινία είναι κυρίως φως. Και χρόνος. Τα υπόλοιπα είναι χάσιμο χρόνου.
Σε μερικά χρόνια, η ανθρωπότητα θα επισκέπτεται τις κινηματογραφικές αίθουσες σαν ένα παράδοξο και θα τις προσεγγίζει όπως μια ακατανόητη κιβωτό που μέσα της προβάλλονταν διαδοχικές φωτογραφίες σε γρήγορη ταχύτητα.
Αυτές τις κουταμάρες είχα σημειώσει στο μικρό μου καρνέ. Το κουβαλούσα συνεχώς κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, χωμένο στην τσέπη ενός φθαρμένου παλτού που μου είχε χαρίσει ο πατέρας μου, και το μόνο που κατάφερα ήταν να γεμίσω τις μακρόστενες σελίδες του με μουτζούρες και κολλημένες αποδείξεις, όχι βέβαια για να θυμάμαι τι ξόδευα κάθε μέρα, αλλά επειδή ήταν ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να θυμάμαι τα μέρη στα οποία πηγαίναμε.
Οπως εκείνο το εστιατόριο στο κέντρο του Βελιγραδίου, το «MOPHAP». Εκεί βασίλευε ένας ηλικιωμένος σερβιτόρος, τόσο απότομος που κατέληγε να δείχνει συμπαθητικός. Φορούσε μια λευκή ποδιά, τσιτωμένη στην πεταχτή κοιλιά του, τα μαλλιά του ήταν μαύρα και αραιά, και το πρόσωπό του ήταν υπερβολικά κόκκινο, λες και ήταν έτοιμο να σκάσει μπροστά στα γεμάτα πιάτα που άφηνε στα ξύλινα τραπέζια, με μια λεπτότητα που δεν ταίριαζε στο παρουσιαστικό του.
Ωστόσο, για να είμαι δίκαιος, όταν πήγαμε ξανά στο εστιατόριο, μία μέρα πριν φύγουμε, ο ηλικιωμένος σερβιτόρος μάς χάρισε ένα μοναδικό χαμόγελο, μοναδικό από όλες τις απόψεις, επειδή μάλλον του άρεσε που, αμέσως μετά το πρωινό, παραγγείλαμε το μεσημεριανό μενού. Τότε, μέσα από το φουσκωμένο του πρόσωπο, είδαμε να ξεπροβάλλουν ντροπαλά τα ταλαιπωρημένα δόντια του, τα περισσότερα μαυρισμένα. Ηταν σίγουρα το πιο ζεστό χαμόγελο που είδαμε όσο μείναμε στην πόλη.
Στο διπλανό τραπέζι καθόταν ένας άνδρας, όχι πάνω από σαράντα χρόνων, με περιποιημένα κοντά μαλλιά και φορούσε ένα λεπτό σκούρο πουλόβερ. Είχε μια διακριτική ελιά κάτω από τη μύτη, που τόνιζε το παρουσιαστικό του. Ετρωγε κι αυτός το μενού της ημέρας, κοκκινιστούς λαχανοντολμάδες με σερβική σαλάτα: ντομάτα, αγγούρι και κρεμμύδι, όλα κομμένα σε μέγεθος κύβου ζάχαρης. Μόλις τελείωσε το γεύμα του, ο άνδρας άναψε ένα τσιγάρο κι έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό πάκο δηνάρια, που τα ίσιωσε με την παλάμη του για να πληρώσει τον σερβιτόρο.
Μόλις σηκώθηκε, ένας μεσήλικας πρόλαβε και πήρε τη θέση του. Ο μεσήλικας κάθισε, στήριξε τους αγκώνες στο τραπέζι και κάλυψε το στόμα του με τα μεγάλα χέρια του, καρφώνοντας το βλέμμα στην τζαμαρία του εστιατορίου. Το πρόσωπό του φωτίστηκε από το φως της οδού Ντέτσανσκα. Τα μάτια του είχαν δακρύσει.
Ολα τα παραπάνω θα μπορούσαν να είχαν αποτυπωθεί από κάποιον κινηματογραφιστή, με τη λιτότητα των Λιμιέρ, σαν μια απλή καταγραφή μικρών χειρονομιών που δεν σημαίνουν τίποτα, χαμένες σε μια γωνία του Βελιγραδίου, μα πάντα έτοιμες να επεκταθούν και να σκάσουν μέσα στο κεφάλι μας.
Αν εκείνες οι πρώτες ταινίες του σινεμά δεν είχαν τίποτα περιττό (σταθερό κάδρο, μηδενική κίνηση της κάμερας, ελάχιστη διάρκεια, η εκδοχή μιας τέχνης που δυστυχώς δεν εξελίχθηκε όπως η μουσική), το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς για το Βελιγράδι. Δεν υπήρχε τίποτα περιττό στην πρωτεύουσα της Σερβίας, δεν υπήρχε τίποτα περισσότερο από όσο χρειάζεται κανείς. Ισως υπήρχαν πολύ λιγότερα, θα έλεγε κανείς. Αυτή τουλάχιστον ήταν η αίσθηση δύο ανθρώπων που είχαν ανέβει με το αμάξι ώς εκεί, μόνο και μόνο για να δουν πώς είναι να διασχίζεις τρεις χώρες οδικώς, ακούγοντας μουσική και λέγοντας βλακείες, χαζεύοντας το βαλκανικό τοπίο και κάνοντας στάση για φθηνοκαφέδες στα βενζινάδικα.
Στην επιστροφή, σκεφτόμουν πως στην προβολή των Λιμιέρ ήταν καμιά δεκαριά θεατές. Μάλιστα, δύο νεαρά κορίτσια φαίνεται πως βαρέθηκαν τόσο πολύ που έφυγαν πριν από το τέλος. Δεν υπήρχε όρεξη για εορτασμούς, είπα. Ποιος άλλωστε έχει όρεξη να βλέπει κουφάρια από εικόνες μέσα σ’ ένα χώρο που θα φαντάζει εξωπραγματικός στις επόμενες γενιές, όπως οι Πυραμίδες; Η Ηλέκτρα δεν απάντησε. Απλώς χαμογέλασε και συνέχισε να κοιτάζει μπροστά, οδηγώντας προσεκτικά. Ηταν η προτελευταία μέρα του χρόνου και σε λίγο θα φτάναμε στην Αθήνα, την πιο φλύαρη πόλη του κόσμου. Κι αν όχι του κόσμου, σίγουρα των Βαλκανίων.

