Η τέχνη στην καρδιά της ΝΥ

Το ONX Studio της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση μετακόμισε από την 5η Λεωφόρο στο Σόχο

6' 35" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Αν και στο Μανχάταν υψώνονται μερικοί από τους πιο εντυπωσιακούς ουρανοξύστες στον κόσμο, το Σόχο «αρνείται το ύψος του». Ανάμεσα στα γιγαντιαία κτίρια της πόλης, τα χαμηλά, χυτοσιδηρά οικοδομήματα αυτής της περιοχής κρατούν το βλέμμα στο επίπεδο του δρόμου· εκεί όπου η τέχνη εμφανίζεται σχεδόν φυσικά στην καθημερινή διαδρομή, πίσω από τις τζαμαρίες των γκαλερί, ως αναπόσπαστο κομμάτι του αστικού τοπίου. Από τη δεκαετία του 1960, όταν τα παλιά βιομηχανικά κτίρια μετατράπηκαν σε εργαστήρια και lofts καλλιτεχνών, το Σόχο λειτούργησε ως χώρος δοκιμής για νέες μορφές τέχνης, πριν αυτές γίνουν ορατές αλλού στη Νέα Υόρκη.

Λίγο νοτιότερα, εκεί όπου η περιοχή συναντά την Τραϊμπέκα, η καλλιτεχνική ενέργεια όχι μόνο συνεχίζεται αλλά απογειώνεται. Στην Broadway, το κτίριο 390, που στέκει ακριβώς απέναντι από μία γκαλερί, η οποία φιλοξενεί αυτή την περίοδο την έκθεση «The moon watches the Earth» της Κίκι Σμιθ, ξεχωρίζει διακριτικά ανάμεσα στους δεκάδες χώρους τέχνης. Στον 4ο όροφο βρίσκεται πλέον ο νέος χώρος του ONX Studio της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση, το οποίο μετακόμισε από το Olympic Tower στην 5th Avenue, σε μία περιοχή εντελώς «καλλιτεχνική». 

Η τέχνη στην καρδιά της ΝΥ-1
Καλλιτέχνες, επιμελητές και επισκέπτες έξω από το κτίριο στο οποίο μετακόμισε το ONX Studio, της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση, στην Τραϊμπέκα, ένα καλλιτεχνικό κέντρο της Νέας Υόρκης, το βράδυ των εγκαινίων. 

«Η μετακίνηση από μια πιο εταιρική και πολυτελή περιοχή σε μια γειτονιά όπου ο παλμός της τέχνης είναι συνεχής, σηματοδοτεί μια ουσιαστική αλλαγή. Η Τραϊμπέκα, ως κέντρο δημιουργών, προσφέρει το ιδανικό περιβάλλον για ένα χώρο που δεν λειτουργεί απλώς ως γκαλερί, αλλά και ως εργαστήριο, χώρος παρουσίασης και πεδίο πειραματισμού», μου λέει ο επικεφαλής Ψηφιακής Ανάπτυξης και Καινοτομίας του Ιδρύματος Ωνάση, Πρόδρομος Τσιαβός.

«Η μετακίνηση από μια πιο εταιρική και πολυτελή περιοχή σε μια γειτονιά όπου ο παλμός της τέχνης είναι συνεχής, σηματοδοτεί μια ουσιαστική αλλαγή», λέει ο Πρόδρομος Τσιαβός, επικεφαλής Ψηφιακής Ανάπτυξης και Καινοτομίας του Ιδρύματος Ωνάση.

Μέσα σε αυτή τη δημιουργική ατμόσφαιρα, το ONX Studio εγκαινίασε την προηγούμενη εβδομάδα το νέο του σπίτι στη Νέα Υόρκη, με την έκθεση «Techne: Homecoming», που θέτει το ερώτημα τού «τι σημαίνει οικογένεια και σπίτι» σε έξι καλλιτέχνες και η οποία συνδέεται άμεσα με τη φετινή θεματική της Στέγης.

Τα εγκαίνια

Την προηγούμενη Παρασκευή, στα εγκαίνια της έκθεσης, βρεθήκαμε ανάμεσα σε νέους καλλιτέχνες, επιμελητές από μεγάλα μουσεία της Νέας Υόρκης, όπως το MoMA και το Guggenheim, καθώς και μέλη της γενιάς Z, απόλυτα εξοικειωμένα με τα τεχνολογικά μέσα που χρησιμοποιεί η έκθεση, από ψηφιακές εγκαταστάσεις έως διαδραστικά περιβάλλοντα και χωρικές προβολές.

Μέσα σε αυτό το πλήθος βρισκόταν και ο σκηνοθέτης του αγαπημένου «Cellophane» της FKA Twigs και στενός συνεργάτης της Μπιορκ, Αντριου Τόμας Χουάνγκ, τον οποίο ο κόσμος είχε κυριολεκτικά περικυκλώσει για να τον ρωτήσει για το έργο του, «The Deer of Nine Colors» (Tο ελάφι των εννέα χρωμάτων), ενώ δεκάδες περίμεναν έξω από την αίθουσα στην οποία το έργο είχε τοποθετηθεί.

Η δημοκρατία της τέχνης

«Πιστεύω στη δημοκρατική δημιουργία τέχνης. Θέλω όλοι, από τον πιο εξοικειωμένο θεατή μέχρι τη γιαγιά μου, να καταλαβαίνουν το έργο. Δεν ήθελα να κάνω απλώς ένα γλυπτό το οποίο προσπαθείς να αποκωδικοποιήσεις, αλλά και μία ταινία που εξηγεί το έργο αυτό», μου λέει την ώρα που δύο επισκέπτες της έκθεσης του ζητούν να φωτογραφηθούν.

Η τέχνη στην καρδιά της ΝΥ-2
Το κοινό έργο «MEMOS» των Ναταλίας Μαντά και Αίαντος Κόκκαλη. (Φωτογραφία: Mikhail Mishin)

Μπαίνοντας στη σκοτεινή αίθουσα, το πρώτο πράγμα που παρατηρεί ο επισκέπτης είναι μία κεφαλή ελαφιού. Πρόκειται για μία μπλε μάσκα-γλυπτό, με τεράστια χρυσά κέρατα, κατασκευασμένη σαν τελετουργικό αντικείμενο, το οποίο αποτελεί το υλικό αποτύπωμα της μυθικής οντότητας της ταινίας, η οποία προβάλλεται σε τρεις ξεχωριστούς προτζέκτορες. Η ταινία, που αφορά μια σύγχρονη επανερμηνεία ενός ομώνυμου βουδιστικού μύθου, τοποθετείται στη σημερινή Μπανγκόκ και αφηγείται την ιστορία μιας τρανς γυναίκας που, μέσα από την τεχνολογία, προσπαθεί να αναζητήσει την ταυτότητά της και να βρει το πραγματικό της όνομα. Η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης από τον Χουάνγκ, αν και διακριτικά ενσωματωμένη ώστε να μη γίνεται άμεσα αντιληπτή, εμφανίζεται σε καίρια πλάνα που λειτουργούν ως καταλύτες για την εξέλιξη της αφήγησης. Η AI γίνεται καθρέφτης της ταυτότητας που διαφεύγει από την πρωταγωνίστρια, αποκαλύπτοντας τα όρια ανάμεσα στο να παραδίδεσαι σε αυτήν και στο να τη χρησιμοποιείς ως εργαλείο για να ανακτήσεις τον έλεγχο του εαυτού σου ή της μνήμης σου. 

Κλείνοντας την πόρτα πίσω μας και βγαίνοντας στην κεντρική αίθουσα του στούντιο, συναντάμε, μεταξύ άλλων έργων, το «MEMOS» των Ναταλίας Μαντά και Αίαντος Κόκκαλη. Τα κεραμικά γλυπτά της Μαντά μοιάζουν με ζωντανά πλάσματα και ταυτόχρονα με αρχαϊκά αγγεία, σαν θραύσματα μιας ιστορίας που δεν ειπώθηκε ποτέ. Πίσω τους, σε μια οθόνη, το βίντεο του Κόκκαλη, μέσα από ψηφιακή προσομοίωση και CGI (Computer Generated Imagery), δίνει στα γλυπτά κίνηση, αφηγούμενο, μέσα από τη φόρμα του ψευδοντοκιμαντέρ, το πού «ζούσαν» και πώς η ανθρώπινη παρέμβαση τα διέγραψε από την ιστορία.

Κόμβος δημιουργίας

Πέρα όμως από τα έργα που αναπτύσσονται μέσα στο ίδιο το ONX Studio, το οποίο προσφέρει στους καλλιτέχνες τα τεχνικά μέσα και την υποστήριξη για να εξελίξουν τις ιδέες τους, η συνεργασία της ομάδας του ONX με πολιτιστικούς θεσμούς της πόλης, όπως το MoMA PS1, ενισχύει ακόμη περισσότερο τον ρόλο του ως κόμβου δημιουργίας. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η σύμπραξη με το «Under the Radar Festival», ένα σημείο αναφοράς για τις παραστατικές τέχνες στη Νέα Υόρκη, του οποίου μεγάλος φαν είναι και ο νεοεκλεγμένος δήμαρχος Ζόραν Μαμντάνι, μοιράζοντας μάλιστα χιλιάδες δωρεάν εισιτήρια σε πολίτες για να παρακολουθήσουν τις παραστάσεις. 

Το φεστιβάλ φέτος άνοιξε την αυλαία του στο Skirball Center for the Performing Arts, με το «MAMI» του Μάριο Μπανούσι, σε ανάθεση και παραγωγή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση, το οποίο ταξίδεψε, μετά την Αβινιόν, στην Αμερική στο πλαίσιο του Onassis Stegi Touring Program.

Εξω από το θέατρο, στις 7 Ιανουαρίου, ο κόσμος είχε συγκεντρωθεί από νωρίς, γεμίζοντας έπειτα από λίγο ασφυκτικά την αίθουσα, η οποία –με τη διάταξη και την ατμόσφαιρά της– θύμιζε έντονα την κεντρική σκηνή της Στέγης, όπου το έργο είχε κάνει την παγκόσμια πρεμιέρα του τον Φεβρουάριο. Ακόμη και για εμένα, που είχα παρακολουθήσει το «MAMI» στην Αθήνα, η είσοδος στον χώρο με ξάφνιασε. Υστερα από μια ολόκληρη μέρα ανάμεσα σε ουρανοξύστες, γυάλινες προσόψεις και τον ασταμάτητο ρυθμό της πόλης, το φτωχικό σπίτι του σκηνικού και η μοναχική ξύλινη κολόνα με τη λάμπα πάγωσαν για μια στιγμή το βλέμμα μου.

Η τέχνη στην καρδιά της ΝΥ-3
Το «N’Zinga Mbondo» της Νταμάρα Ινγκλές. (Φωτογραφία: Mikhail Mishin)

Παρ’ όλα αυτά, η αίσθηση που απέπνεε το έργο δεν ήταν ξένη προς την πόλη. Αντίθετα, κουβαλούσε μια πρωταρχική, σχεδόν αρχέγονη οικειότητα. «Αρχισα να σκέφτομαι συνέχεια το σπίτι μου στη Φλόριντα. Δεν μοιάζει καθόλου με αυτό που είδα στη σκηνή, αλλά μου προκάλεσε το ίδιο συναίσθημα», μου είπε ένας θεατής λίγα λεπτά μετά το τέλος της παράστασης. Συζητούσε με ενθουσιασμό για το «MAMI» με την παρέα του, όλοι τους Αμερικανοί – νεαροί Gen Zers που έχουν αφήσει τις περιοχές όπου μεγάλωσαν για να σπουδάσουν και να ζήσουν στη Νέα Υόρκη. «Το πιο πρωτοποριακό είναι το γεγονός ότι δεν περίμενα, μέσα σε ένα φεστιβάλ που φημίζεται για την avant‑garde αισθητική του, να βρεθώ κοντά σε κάτι τόσο προσωπικό και οικείο για εμένα», συνέχισε.

Το «MAMI» του Μάριο Μπανούσι, μετά την Αβινιόν, ταξίδεψε και στην Αμερική. Το φτωχικό σπίτι του σκηνικού και η μοναχική ξύλινη κολόνα με τη λάμπα ξεχώριζαν ανάμεσα στους ουρανοξύστες της πολύβουης πόλης.

Παντού είναι Βαλκάνια

Το «MAMI», χωρίς να χρησιμοποιεί καθόλου τον λόγο, «μιλά» μια ανθρώπινη, καθολική γλώσσα, που στηρίζεται στη μνήμη της μητρότητας – ένα κοινό σημείο αναφοράς για όλους. «Αν και συνήθως οι άνθρωποι ταυτίζονται με πράγματα που ήδη γνωρίζουν ή που ταιριάζουν στο γούστο τους, πιστεύω ότι το έργο άρεσε και σε θεατές που δεν έχουν καμία σχέση με τα Βαλκάνια», μου λέει ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Skirball, Τζέι Γουέγκμαν. «Στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν βλέπουμε συχνά δουλειές σαν κι αυτή. Οι περισσότερες αμερικανικές παραγωγές βασίζονται πολύ στο κείμενο, στη λεκτική αφήγηση. Για αυτό μια δημιουργία χωρίς καθόλου ομιλία θεωρείται κάτι ασυνήθιστο εδώ. Παρ’ όλα αυτά, το έργο είναι τόσο οπτικό και ποιητικό, που υπήρχαν πολλοί λόγοι για να το φιλοξενήσουμε στο πρόγραμμά μας», καταλήγει.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT