Οι αναλυτές συνεχίζουν τις εκτιμήσεις τους. Οι πολιτικοί κάνουν και εκείνοι τα σχέδιά τους. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παίρνουν φωτιά, αν και όχι εκείνα στο Ιράν, που φλέγεται κυριολεκτικά και του οποίου οι διαδικτυακές επικοινωνίες έχουν διακοπεί από την κυβέρνησή του εδώ και μέρες. Στο μεταξύ, οι νεκροί από την ακραία καταστολή με την οποία το ιρανικό θεοκρατικό καθεστώς αντιμετωπίζει τις αντικυβερνητικές διαδηλώσεις εκτιμώνται σε χιλιάδες. Και όσο για τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, μέχρι την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές ετοιμαζόταν να επέμβει στο Ιράν με στρατιωτικό χτύπημα. Τι γίνεται όμως με εκείνους τους Ιρανούς που είτε εγκατέλειψαν τη χώρα τους είτε δεν κατάφεραν να ζήσουν σε αυτήν, αλλά αντιθέτως διαπρέπουν σε χώρες της Δύσης ως εικαστικοί, ηθοποιοί ή σκηνοθέτες; Πώς βλέπουν τον ξεσηκωμό των συμπατριωτών τους, που ξεκίνησε από τους εμπόρους και τους καταστηματάρχες και πλέον έχει παρασύρει όλη τη χώρα; Πιστεύουν άραγε ότι, μετά τόσες διαμαρτυρίες τα τελευταία χρόνια, το καθεστώς της ιρανικής ισλαμικής δημοκρατίας κλυδωνίζεται; Πώς θα υποδέχονταν μια αμερικανική επέμβαση; Και τι θα τους έκανε να σκεφτούν το ενδεχόμενο της επιστροφής; Τρεις Ιρανοί καλλιτέχνες δίνουν τις απαντήσεις τους στην «Κ».
Πολλαπλή ασφυξία
Αμίρ Χ. Φαλάχ, εικαστικός, Λος Αντζελες

«Το Ιράν ασφυκτιά εδώ και πολύ καιρό, σε πολλά επίπεδα. Η οικονομική κρίση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με ευρύτερες, μακροχρόνιες πιέσεις στη ζωή των ανθρώπων: περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης, στις ατομικές ελευθερίες και στα βασικά δικαιώματα, παράλληλα με την αδιάκοπη οικονομική ασφυξία. Αυτά τα προβλήματα δεν υπάρχουν μεμονωμένα· το ένα εντείνει το άλλο», εξηγεί στην «Κ» ο Ιρανοαμερικανός καλλιτέχνης Αμίρ Χ. Φαλάχ. «Για πολλούς σκληρά εργαζόμενους Ιρανούς», συνεχίζει, «η κατάσταση έχει γίνει τόσο αφόρητη ώστε η διαμαρτυρία, ακόμη και με μεγάλο προσωπικό ρίσκο, να μοιάζει με τη μοναδική εναλλακτική». Κατά τη γνώμη του, και από όσα μαθαίνει από φίλους και συγγενείς, αυτό ακριβώς διαφοροποιεί τις τρέχουσες διαδηλώσεις από τις προηγούμενες: «Πολλοί άνθρωποι από τα χαμηλότερα και τα μεσαία κοινωνικά στρώματα, που συχνά προσπαθούσαν να αντέξουν την καταπίεση σιωπηλά, συμμετέχουν πλέον στις διαμαρτυρίες». Πιστεύει μάλιστα ότι «το εύρος της συμμετοχής δείχνει ένα επίπεδο έντασης που το καθεστώς δεν μπορεί πια εύκολα να ελέγξει».
«Ανθρωποι από τα χαμηλότερα και τα μεσαία κοινωνικά στρώματα, που συχνά προσπαθούσαν να αντέξουν την καταπίεση σιωπηλά, συμμετέχουν πλέον στις διαμαρτυρίες».
Το όποιο ενδιαφέρον δείχνει για το Ιράν ο Ντόναλντ Τραμπ «έχει ελάχιστη σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα και πολύ περισσότερη με στρατηγικά και οικονομικά συμφέροντα», σημειώνει. «Η αμερικανική παρέμβαση έχει μακρύ ιστορικό αποτυχιών, είτε στη Μέση Ανατολή είτε στη Νότια Αμερική, και σπάνια βελτιώνει τις συνθήκες ζωής των ανθρώπων που ζουν εκεί», προσθέτει ο Φαλάχ και υπενθυμίζει το πραξικόπημα που οι ΗΠΑ και η Βρετανία οργάνωσαν το 1953, ανατρέποντας τη δημοκρατικά εκλεγμένη ιρανική κυβέρνηση. «Αυτή η κληρονομιά εξακολουθεί να διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο πολλοί Ιρανοί αντιλαμβάνονται –και αντιμετωπίζουν με δυσπιστία– τις σημερινές εκκλήσεις για εξωτερική παρέμβαση».
Γεννημένος το 1979 στην Τεχεράνη, από την οποία έφυγε σε ηλικία τεσσάρων ετών, ο Ιρανοαμερικανός σπούδασε Καλές Τέχνες στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας και έχει εκθέσει έργα του στις ΗΠΑ, αλλά και στην Ελλάδα. Η δουλειά του αντλεί έμπνευση από τις παραδοσιακές περσικές μινιατούρες και από την ποπ αρτ. Ονειρό του είναι να επιστρέψει στο Ιράν όσο ακόμα ζουν οι γονείς του, «ώστε να δω το σπίτι μας μέσα από τα δικά τους μάτια». Ομως αυτό μπορεί να συμβεί «μόνο όταν το Ιράν θα είναι ελεύθερο και ασφαλές», λέει ο Φαλάχ. «Η ελπίδα μου», καταλήγει, «είναι ο λαός του Ιράν να καταφέρει να απαλλαγεί μόνος του από τους Φρουρούς της Επανάστασης και να αποκτήσει επιτέλους ελευθερία και αυτοδιάθεση. Είναι κάτι που έχει καθυστερήσει υπερβολικά».
Η αλλαγή να έρθει από μέσα
Σεπιντέ Φαρσίμ, σκηνοθέτις, Παρίσι

Την ημέρα που μας μίλησε, η Σεπιντέ Φαρσί είχε λάβει στο Instagram ένα ηχητικό αρχείο που είχε διαρρεύσει από το Ιράν και στο οποίο ένας από τους Φρουρούς της Επανάστασης ακουγόταν να επιπλήττει κάποιους αστυνομικούς, επειδή φοβούνταν και δεν μπορούσαν να καταστείλουν τους διαδηλωτές. «Τους έλεγε ότι αν φοβούνται, αν δεν μπορούν να ελέγξουν τους δρόμους, τότε “έχουμε χάσει”, κάτι που νομίζω ότι δείχνει πως το καθεστώς πράγματι φοβάται», λέει η σκηνοθέτις.
Στο Παρίσι, όπου η 60χρονη Σεπιντέ Φαρσί ζει εδώ και χρόνια, φτάνει το τελευταίο διάστημα και ο απόηχος των συνθημάτων που φωνάζουν στις διαδηλώσεις τους οι Ιρανοί και τα οποία η ίδια παραθέτει ως τεκμήρια μιας διαμαρτυρίας που έχει ήδη διευρύνει τα εν πολλοίς πρωτοφανή οικονομικά αιτήματά της: «ελευθερία», «κάτω η δικτατορία», «φέτος ο Χαμενεΐ θα φύγει», είναι μερικά από αυτά, ενώ κάποια άλλα είναι υπέρ του Ρεζά Παχλαβί, γιου του εκθρονισμένου από την Ιρανική Επανάσταση σάχη. «Εκτός από τα οικονομικά ζητήματα, μια ακόμα διαφορά με το παρελθόν είναι ότι όλες οι πόλεις είναι γεμάτες διαδηλωτές, οι δρόμοι τους είναι “μαύροι” από τον κόσμο. Ακόμα και στο Μαχσάντ, μια πόλη με έντονο το θρησκευτικό στοιχείο – κάτι σαν το Βατικανό του Ιράν. Δεν θυμάμαι να έχω ξαναδεί τόσο κόσμο μετά το 1979», λέει η Σεπιντέ Φαρσί.
Η σκηνοθέτις του «Κράτα την ψυχή σου στο χέρι και περπάτα» (ένα φετινό ντοκιμαντέρ με πρωταγωνίστρια τη νεαρή Φάτιμα, που σκοτώθηκε στη Γάζα) διαπιστώνει επίσης ότι οι Ιρανές που διαδηλώνουν δεν ζητούν μόνο το δικαίωμα να βγάλουν τη μαντίλα, αλλά και το δικαίωμα σε ακόμα πιο βασικά πράγματα, «στο ψωμί, στην ελευθερία, στη ζωή». Δεν είναι πάντως καθόλου βέβαιη ότι όλα αυτά μπορεί να τα εξασφαλίσει ο Ντόναλντ Τραμπ, καθώς οι αμερικανικές επεμβάσεις «ποτέ δεν είναι μόνο για την ελευθερία και ποτέ δεν είναι “χειρουργικές”», ενώ ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος «αλλάζει γνώμη κάθε λεπτό». Οι δε βομβαρδισμοί των ΗΠΑ στο Ιράν το καλοκαίρι του 2025, «αντί να βοηθήσουν τον ιρανικό λαό στον αγώνα του, οδήγησαν σε μεγαλύτερη καταστολή». Η Σεπιντέ Φαρσί πιστεύει και εκείνη ότι η αλλαγή στο Ιράν «πρέπει να έρθει από μέσα, πρέπει να την αποφασίσει ο λαός». Αν οι συνθήκες άλλαζαν προς το δημοκρατικότερο, τότε, ναι, θα επέστρεφε. Μέχρι τότε, «βοηθάω τη χώρα μου απέξω, ως καλλιτέχνις και ως άνθρωπος, όπως μπορώ».
Υπάρχει πίεση από έξω
Βασίλης Κουκαλάνι, ηθοποιός, Αθήνα

«Επειτα από πολύ καιρό, οι μπαζαρί (σ.σ. οι έμποροι στο Μεγάλο Παζάρι της Τεχεράνης) αποτελούν μεγάλο μέρος ενός ξεσηκωμού στο Ιράν. Νομίζω ότι η τελευταία φορά που το έκαναν ήταν όταν έπεσε ο σάχης, το 1979. Η συμμετοχή τους λοιπόν στις τωρινές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις είναι μεν κάτι το καινούργιο, αλλά είναι το μοναδικό. Γιατί όλο το υπόλοιπο κομμάτι των εξεγέρσεων βρίσκει τον σπόρο του στις εξεγέρσεις που ξέσπασαν τα προηγούμενα χρόνια, είτε το 2022 μετά τον θάνατο της Μαχσά Αμινί, είτε το 2011, είτε το 2009 με το “Πράσινο Κίνημα”», λέει στην «Κ» ο Ελληνοϊρανός ηθοποιός και σκηνοθέτης Βασίλης Κουκαλάνι. «Η φτώχεια και η ανεργία, λοιπόν, απλώς προστίθενται στις προϋπάρχουσες πολιτικές διακρίσεις και στην καταστολή».
Οι Ιρανές που διαδηλώνουν δεν ζητούν μόνο το δικαίωμα να βγάλουν τη μαντίλα, αλλά και το δικαίωμα σε ακόμα πιο βασικά πράγματα, «στο ψωμί, στην ελευθερία, στη ζωή».
Γεννημένος στη Γερμανία το 1969, από Ιρανό πατέρα και Ελληνίδα μητέρα, ο Βασίλης Κουκαλάνι μετανάστευσε στα έξι του οικογενειακώς στην Τεχεράνη, όμως έπειτα από λίγα χρόνια έφυγε με τους δικούς του, καθώς ο πατέρας του, ως αριστερός, συνέχισε να διώκεται και από την «ισλαμική δημοκρατία» την οποία εγκαθίδρυσε η Ιρανική Επανάσταση του 1979. Αλλά και ο ίδιος ο ηθοποιός (που στη συνέχεια θα σπούδαζε σε Βερολίνο και Νέα Υόρκη) επισημαίνει ότι όταν το 2013 πρωταγωνίστησε στη γαλλοελληνική ταινία «Red Rose», που διαδραματίζεται στις ημέρες του «Πράσινου Κινήματος», το συμβόλαιό του ανέφερε ότι ενδεχομένως να μην μπορέσει να επιστρέψει στο Ιράν αν δεν υπάρξει πολιτική αλλαγή. Το θεοκρατικό καθεστώς της χώρας, σημειώνει ο Βασίλης Κουκαλάνι, έχει κάνει στο παρελθόν κάποιες παραχωρήσεις στους πολίτες, «ώστε να επιζήσει και να μη χάσει τη γλυκιά εξουσία». Πλέον όμως μοιάζει να κλονίζεται. «Υπάρχει πια μεγάλη εξωτερική πίεση, που παλιότερα είχε απλώς τη μορφή εμπάργκο και κυρώσεων, αλλά πλέον φαίνεται πιο απειλητική».
Οχι ότι ο ηθοποιός εμπιστεύεται τον Ντόναλντ Τραμπ και τη Δύση γενικότερα, η οποία, όπως λέει, «ξεφτιλίζει μεθοδικά» τους πρόσφυγες που αιτούνται άσυλο στις χώρες της και παράλληλα «ενοχλείται από τη μαντίλα, αλλά όχι από τα γυναικόπαιδα που σκοτώνονται στη Γάζα». Ειδικά ο πρόεδρος των ΗΠΑ, «είναι ένας άνθρωπος που δηλώνει απροκάλυπτα ότι δεν υπάρχει το διεθνές δίκαιο, αλλά μόνο το δικό του», υπογραμμίζει ο Βασίλης Κουκαλάνι. «Είδαμε τι έγινε στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν, στη Λιβύη», συμπληρώνει. «Αν λοιπόν δεν αποφασίσει ο λαός τι θέλει, ο κόσμος του Ιράν, ακόμα και μια αβασίλευτη, κοσμική, αστική δημοκρατία, που θα τελεί υπό τον έλεγχο της Δύσης, θα φέρει μόνο καταστροφή».

