Βγαίνοντας από το Σέντραλ Παρκ και ακολουθώντας τη λεωφόρο που χωρίζει το πράσινο από την πόλη της Νέας Υόρκης, το μουσείο Γκουγκενχάιμ αρχίζει να ξεπροβάλλει ανάμεσα στα δέντρα. Η καμπύλη του όγκου του μοιάζει να σε τραβάει προς τα μέσα, σαν να σε καλεί να αφήσεις για λίγο πίσω σου τον θόρυβο της Πέμπτης Λεωφόρου και να μπεις σε ένα χώρο όπου ο χρόνος κυλάει διαφορετικά. Η πρώτη αίσθηση δεν είναι αυτή ενός μουσείου, αλλά ενός κτιρίου που περισσότερο μοιάζει με ναό ή με φωλιά, στα μεγέθη που ορίζει η αρχιτεκτονική του Μανχάταν.
Πριν ακόμη αρχίσουμε να ανεβαίνουμε τη χαρακτηριστική σπειροειδή ράμπα, το βλέμμα μας τραβάνε τα αληθινά δέντρα που κρέμονται από την οροφή του μουσείου, δημιουργώντας την αίσθηση ενός ιπτάμενου κήπου. Κάπως έτσι μοιάζει το καλωσόρισμα στη νέα αναδρομική έκθεση του Ρασίντ Τζόνσον, «A poem for deep thinkers», που καταλαμβάνει τον κεντρικό άξονα της ροτόντας.
Ο Τζόνσον, από τις πιο επιδραστικές φωνές της αμερικανικής τέχνης των τελευταίων δεκαετιών, έχει διαμορφώσει μια θεματική που κινείται ανάμεσα στη μνήμη, την ταυτότητα και την πολιτισμική κληρονομιά, περιγράφοντας μέσα από τα έργα του τι σημαίνει να είσαι μαύρος και να ζεις στις ΗΠΑ, σήμερα.

H έκθεση μοιάζει να ξεδιπλώνει τη ζωή του, αλλά και μιας ολόκληρης κοινότητας, σαν μια ιδιότυπη αυτοβιογραφία μέσα από εικόνες, παράξενα υλικά και επαναλαμβανόμενα μοτίβα. Ξεκινώντας από τους πρώτους ορόφους, συναντάμε τα πρώιμα φωτογραφικά έργα, που χρονολογούνται στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και τα οποία αποτελούνται από πορτρέτα αστέγων στο Σικάγο. Στα ίδια επίπεδα αρχίζουν να εμφανίζονται σταδιακά και τα πρώτα του γλυπτά και βίντεο. Κεντρικό τους θέμα είναι το άγχος, η θεραπεία, αλλά και η οικογένεια, με τρόπο που εκείνη μπορεί να λειτουργήσει ως καθρέφτης του εαυτού, αλλά και ως σύμβολο φροντίδας και περίθαλψης.
Κάπου στα μισά της διαδρομής, η έκθεση ανοίγεται σε μια πολυμεσική, πειραματική περίοδο. Πίνακες φτιαγμένοι από μαύρο σαπούνι και κερί, χαρακτηριστικά υλικά στο έργο του Τζόνσον, φορτισμένα με πολιτισμικές αναφορές της αφρικανικής διασποράς, συνυπάρχουν με καθρέφτες στους οποίους έχουν γραφτεί, άναρχα, με σπρέι λέξεις όπως «Run», «Promised Land» και «Fly away», οι οποίες αναφέρονται με ειρωνικό τρόπο στις σύγχονες αμερικανικές πόλεις. Μωσαϊκά από σπασμένα πλακάκια, καθρέφτες και μπρούντζινα στοιχεία εμφανίζονται ανά διαστήματα και παρεμβάλλονται μεταξύ των γλυπτικών εγκαταστάσεων, που θυμίζουν υβρίδια ανάμεσα σε οικιακά έπιπλα και βωμούς. Στις ράμπες αυτές εμφανίζονται και τα βίντεο «Black Yoga» (2010) και «The New Black Yoga». Με ομάδες μαύρων ανδρών να εκτελούν αργές τελετουργικές κινήσεις γιόγκα, χορού ή πολεμικών τεχνών, σε μια προσπάθεια να ηρεμήσουν και να «αναπνεύσουν», μέσα σε μία χώρα που συχνά δεν τους αφήνει χώρο.

Σε κάποια σημεία της έκθεσης, η ατμόσφαιρα αλλάζει, με τις πρόσφατες αφηρημένες ελαιογραφίες, «Soul Painting», «Quiet Painting» και «Surrender Painting», που μοιάζουν με πρόσωπα ανθρώπων σε σύγχυση και που θυμίζουν το πλήθος των επιβατών στα μέσα μαζικής μεταφοράς της Νέας Υόρκης, αλλά και των ευρωπαϊκών πόλεων. Η αίσθηση αυτή κορυφώνεται όταν βρισκόμαστε μπροστά από τη γιγαντιαία κεραμική εγκατάσταση «Anxious men». Μερικά από τα έργα αυτής της σειράς τα συναντάμε και στη ράμπα 5, μαζί με τη σειρά «Untitled Bust», που αποτελείται από επεξεργασμένο γυαλισμένο κεραμικό πάνω στο οποίο αποτυπώνονται αφηρημένα πορτρέτα.
Το βλέμμα τραβούν τα αληθινά δέντρα που κρέμονται από την οροφή του μουσείου, δημιουργώντας την αίσθηση ενός ιπτάμενου κήπου.
Στην κορυφή της ροτόντας, φτάνουμε σε μία από τις πιο εντυπωσιακές στιγμές της έκθεσης, ολοκληρώνοντας την ανηφορική μας διαδρομή. Σε αυτό το σημείο συναντάμε τη μνημειώδη εγκατάσταση «Sanguine», ένα μεγάλο πλέγμα από ατσάλι, γεμάτο φυτά και βιβλία μαύρων συγγραφέων, που μοιάζει με κλουβί, μέσα στο οποίο όμως η τέχνη και η φύση όχι μόνο επιβιώνουν, αλλά το κατακλύζουν.

Το τέλος της έκθεσης δεν λειτουργεί μόνο ως αισθητική κορύφωση, αλλά και ως υπενθύμιση του πώς ο Φρανκ Λόιντ Ράιτ, ο αρχιτέκτονας του μουσείου, είχε οραματιστεί το Γκουγκενχάιμ. Στόχος του δεν ήταν μόνο να σχεδιάσει ένα κτίριο που φιλοξενεί τέχνη, αλλά ένα ζωντανό περιβάλλον όπου τα έργα, η αρχιτεκτονική και η φύση συνομιλούν. Η ροτόντα, με τη συνεχή αίσθηση κίνησης, μοιάζει να έχει σχεδιαστεί ακριβώς για εκθέσεις σαν αυτή, όπου τα έργα δεν θέλουν να σταθούν ακίνητα, αλλά να μπλέκονται με τα φυτά και τους επισκέπτες.
«A poem for deep thinkers», Γκουγκενχάιμ, Νέα Υόρκη, έως τις 18 Ιανουαρίου.

