Το σύνολο των τεκμηρίων του δεν έχει ακόμα καταμετρηθεί, ούτε έχει ξεκινήσει η ταξινόμησή τους· μόλις πρόσφατα η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος ολοκλήρωσε την αγορά του και την παραλαβή του. Εστω και έτσι όμως, το αρχείο Ταχτσή, που μέχρι πρότινος βρισκόταν στην κατοχή της ανιψιάς του Ελληνα λογοτέχνη, Ελλης, φαίνεται να κρύβει διάφορα μικρά διαμάντια, ορατά ακόμα και σε κάποιον που το ξεφυλλίζει διακριτικά, με τη βοήθεια των ειδικών της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Υπάρχουν εδώ, για παράδειγμα, αποσπάσματα από την αλληλογραφία που ο Κώστας Ταχτσής (1927-1988) διατηρούσε με τον Αλέκο Φασιανό, τον Γιάννη Τσαρούχη, τον Ανδρέα Εμπειρίκο και άλλους πνευματικούς ανθρώπους. Δεν λείπουν επίσης αποκόμματα εφημερίδων, καρτ ποστάλ, φωτοτυπίες της αγγλικής μετάφρασης του σημαντικότερου έργου του, του μυθιστορήματος «Το τρίτο στεφάνι» (1962), καθώς και δικές του μεταφράσεις θεατρικών έργων όπως «Ξανθιά Φράουλα», «Σικάγο» και «Θεσμοφοριάζουσες».
Είναι όμως άραγε πιθανόν το «Τρίτο στεφάνι» να εμφανίζεται στο αρχείο ως τίτλος ενός τηλεοπτικού σεναρίου, που φέρει τα ονόματα «Ταχτσής – Αγγελόπουλος» και το οποίο θα αποτελούσε τη βάση για να μεταφερθεί το μυθιστόρημα στη μικρή οθόνη; Μπορεί ένα έργο με τόσο έντονο το στοιχείο της προφορικότητας να προσεγγίστηκε ως τηλεοπτική σειρά από τον ποιητή του χρόνου και των εικόνων, Θόδωρο Αγγελόπουλο; Φαίνεται πως ναι, μπορεί, σύμφωνα και με τις πληροφορίες που η Ελλη Ταχτσή έδωσε στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Το σχετικό τεκμήριο επίσης μοιάζει περισσότερο με προσχέδιο σεναρίου, παρά με κάτι ολοκληρωμένο. Και ιδού πώς συνοψίζεται στην πρώτη σελίδα του η εναρκτήρια σκηνή: «Στην κρεβατοκάμαρα της Νίνας τα δύο κρεβάτια είναι βαλμένα κολλητά – αυτά τα κρεβάτια που πότε σμίγουν και πότε χωρίζουν στη διάρκεια της ιστορίας μας. Ο Θόδωρος (σ.σ.: ο σύζυγος της ηρωίδας) κάνει έρωτα με τη Νίνα ή μάλλον στη Νίνα. Η ασθματική ανάσα του μπλέκεται με το τρίξιμο του σωμιέ. Στο πρόσωπο της Νίνας, μιας καλοδιατηρημένης σαραντάρας, είναι απλωμένη μια έκφραση στωικής παραίτησης, ενώ τα μάτια της κοιτάνε ψηλά στο ταβάνι σαν ανθρώπου που ο νους του πλανιέται αλλού, στο παρελθόν…».

Η υπόθεση επιβεβαιώνεται από μια αναζήτησή μας σε παλιά φύλλα της «Κ»: σε εκείνο της 13ης Ιανουαρίου 1982 διαβάζουμε ότι η ΕΡΤ ενέκρινε την πρόταση για την τηλεοπτική μεταφορά του «Τρίτου στεφανιού» σε σκηνοθεσία του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Σε ένα άλλο τεκμήριο από το αρχείο Ταχτσή, σε μια επιστολή που στέλνει στον συγγραφέα το 1981 κάποιος «Γαβριήλ», βλέπουμε ότι ο αποστολέας ρωτάει τον παραλήπτη αν το θέμα της διασκευής του μυθιστορήματος προχωράει – «νομίζω», του γράφει ενθαρρυντικά, «πως αν έχει κάτι να διαδόσει και να προσφέρει ο τόπος μας σήμερα, αυτό δεν μπορεί να ‘ναι τίποτ’ άλλο από την Ελευθερία που αναδύεται από το ΤΣ». Ο υπεύθυνος ειδικών συλλογών της ΕΒΕ, Γιώργος Σταυράτης, προσθέτει μία ακόμα διάσταση: «Το “Τρίτο στεφάνι” έγινε σίριαλ όπως ξέρουμε, αλλά μετά τον θάνατο του Ταχτσή. Ο ίδιος όμως είχε προσπαθήσει να το κάνει όσο ήταν εν ζωή. Εφόσον ήταν ήδη ένα επιτυχημένο έργο, είχε αντιληφθεί ότι θα είχε μια ακόμα πιο ευρεία απήχηση».
Το «Τρίτο στεφάνι» εμφανίζεται στο αρχείο ως τίτλος ενός τηλεοπτικού σεναρίου, που φέρει τα ονόματα «Ταχτσής – Αγγελόπουλος» και το οποίο θα αποτελούσε τη βάση για να μεταφερθεί στη μικρή οθόνη.
Λίγο πιο κοντά στην υλοποίηση ίσως έφτασε η κινηματογραφική μεταφορά του «Τρίτου στεφανιού», την οποία θα σκηνοθετούσε ο Χριστόφορος Χριστοφής. Το σενάριο –που φαίνεται πιο ολοκληρωμένο– έγραψε ο Αλέξανδρος Κακαβάς, ενώ όπως βλέπουμε στο συγκεκριμένο τεκμήριο, που επίσης συμπεριλαμβάνεται στο Αρχείο Ταχτσή, ο Αλέκος Φασιανός θα υπέγραφε τα σκηνικά και την καλλιτεχνική επιμέλεια της ταινίας. Η «σκηνοθετική αντίληψις» της ταινίας περιγράφεται στη δεύτερη σελίδα του σεναρίου: «Το κυρίαρχο στοιχείο του έργου είναι η δυαδικότητα της ζωής που χαρακτηρίζει τον μέσο Ελληνα και τη φυλή μας και αποτελεί ιδιάζον Μεσογειακό στοιχείο: Από τη μια η συνειδητοποίηση της αξίας της ζωής και από την άλλη η αδήριτη ανάγκη επιβίωσης παρά τις όποιες αντιξοότητες. Δύο στοιχεία που εκπροσωπούν, κάθε μια με τον τρόπο της, οι δύο ηρωίδες του βιβλίου», διαβάζουμε σε μια πρώτη ανάλυση των χαρακτήρων της Νίνας και της Εκάβης.

Εκτός όμως από μερικές ακόμα εξαιρέσεις, το Αρχείο Ταχτσή, που βρίσκεται πλέον στο «θησαυροφυλάκιο» της Εθνικής Βιβλιοθήκης, φαίνεται να χαρακτηρίζεται από μια «αποσπασματικότητα», όπως εξηγεί ο Γιώργος Σταυράτης. Ενδεικτικά, παλιά χειρόγραφα από το «Τρίτο στεφάνι» ή από τα «Ρέστα» δεν περιλαμβάνονται εδώ. Υπάρχουν βέβαια κάποια αδημοσίευτα, ημιτελή έργα του Ταχτσή, όπως ένα με τίτλο «Ο κύριος Βαλκ» (που ξεκινάει με τη φράση «Τον καιρό που ήμουν ακόμα ζωντανός, γνώρισα πολλά πράγματα, έμψυχα και άψυχα, έμψυχα που ήταν άψυχα, κι άψυχα που ήταν έμψυχα…»), καθώς και ένα ακόμα, που τιτλοφορείται «Μια καρδιά στο δέντρο». Πριν την ταξινόμησή του πάντως (η οποία αναμένεται να ολοκληρωθεί εντός του έτους), το Αρχείο Ταχτσή δεν προσφέρεται για βιαστικά συμπεράσματα. Προς το παρόν, ο κ. Σταυράτης εκτιμά ότι από τα τεκμήρια του αρχείου αναδεικνύεται ένας συγγραφέας «που προσπαθεί να προωθήσει το υλικό του, δεν αφήνει αυτή τη μέριμνα στον εκδοτικό οίκο, όπως θα συνέβαινε από τη δεκαετία του ’90 και έπειτα», ενώ από την αλληλογραφία του, με άλλους λογοτέχνες αλλά και με πολιτικούς, ενδέχεται να φωτιστεί ακόμα περισσότερο η ζωή και η προσωπικότητά του.

Δεν ισχύει πάντως το ίδιο και για την ανεξιχνίαστη δολοφονία του Ταχτσή το 1988, στο σπίτι του στον Κολωνό, για την οποία δεν υπάρχει βέβαια κάποιο διαφωτιστικό στοιχείο στα εννιά κουτιά και στους 56 φακέλους που απέκτησε η Εθνική Βιβλιοθήκη. Το αρχείο του συγγραφέα που έγραψε το σταθερά δημοφιλές «Τρίτο στεφάνι» (το οποίο διασκευάζεται μέχρι και σήμερα, στο θέατρο λ.χ., από τον σκηνοθέτη Στάθη Λιβαθινό), έχει τη δική του αξία: «κατά τη γνώμη μου, ενδιαφέρον έχει το ερώτημα αν με το αρχείο προστίθεται κάτι στο καθαυτό λογοτεχνικό έργο του Ταχτσή», λέει στην «Κ» ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, πρόεδρος του Εφορευτικού Συμβουλίου της ΕΒΕ. «Τον θεωρώ πολύ μεγάλο συγγραφέα», συνεχίζει. «Και έχει σημασία ότι το αρχείο του δεν αγοράστηκε από κάποιο ίδρυμα του εξωτερικού, αλλά μένει στην Ελλάδα και έτσι μπορεί να λειτουργήσει σαν μαγνήτης και για τους ερευνητές αλλά και για όποιους θα μπορούσαν ενδεχομένως να το συμπληρώσουν».

