Δύο χρόνια μετά την προηγούμενη εμφάνισή του με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, ο Βρετανός αρχιμουσικός Φίνεγκαν Ντάουνι Ντίαρ επέστρεψε στις 5 Δεκεμβρίου για μια ακόμα συνεργασία με την ίδια ορχήστρα στην αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης».
Το πρόγραμμα άρχισε με το «Τριπλό κοντσέρτο» για βιολί, τσέλο, πιάνο και ορχήστρα του Μπετόβεν, για το οποίο μετακλήθηκαν ως σολίστες ο βιολονίστας Μαξίμ Βενγκέροφ, ο τσελίστας Στίβεν Iσερλις και η πιανίστρια Θεοδοσία Ντόκου. Ο μεταξύ τους διάλογος υπήρξε μάλλον άνισος, καθώς ο Iσερλις προτίμησε συνολικά μια περισσότερο λυρική απόδοση της μουσικής και, επιπλέον, έπαιζε σε τσέλο με εντέρινες χορδές, οπότε υπολειπόταν σε ένταση σε σχέση με τα άλλα δύο όργανα.
Στα θετικά προσμετράει κανείς την ποιητική του ερμηνεία στο δεύτερο μέρος. Το παίξιμο του Βενγκέροφ διέθετε μεγαλύτερη ποικιλία. Ο τρόπος με τον οποίο στα επανερχόμενα μουσικά θέματα πρόσθετε κάθε φορά μια ελαφρώς διαφορετική απόχρωση ή έναν άλλο τονισμό προσέδιδε διαρκές ενδιαφέρον και παλμό στη μουσική. Μαζί με την Ντόκου έδωσε πρόσθετο νεύρο και αιχμή στο ζωηρό τελευταίο μέρος.
Η βραδιά έκλεισε με το «Βαλς» του Ραβέλ. Στη μουσική του χορογραφικού αυτού ποιήματος αρκετοί μελετητές βλέπουν μια γλαφυρή αποτύπωση της πτώσης της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, παρότι ο Ραβέλ είχε αρνηθεί ότι κάτι τέτοιο ήταν στις προθέσεις του. Η ορχήστρα φάνηκε συντονισμένη και καλά ελεγχόμενη από τον Βρετανό αρχιμουσικό ακόμα και στην τελική οργιαστική δίνη, όπου οι διαφορετικές ομάδες συνεργάστηκαν, διατηρώντας με σαφήνεια την ηχητική αυτοτέλειά τους. Ως αποτέλεσμα, αναδείχθηκαν τόσο η εντυπωσιακή ενορχήστρωση του Ραβέλ όσο και η ρυθμική ενέργεια της γραφής.
Η ελλιπής συντήρηση του εκκλησιαστικού οργάνου από το Μέγαρο δείχνει απαξίωση προς πολλές πλευρές.
Πριν από το «Βαλς» είχε ακουστεί η συμφωνική ραψωδία «Τάρας Μπούλμπα» του Γιάνατσεκ. Η υπόθεση βασίζεται στο ομότιτλο διήγημα του Γκόγκολ και αφηγείται τις ιστορίες του πολεμοχαρούς Κοζάκου Τάρας Μπούλμπα και των δύο γιών του, τους οποίους μυεί στον πόλεμο κατά των κατακτητών Πολωνών. Στη μουσική υπάρχουν σημεία περιγραφικά, που βοηθούν τον ακροατή να παρακολουθήσει γραμμικά την υπόθεση με τη λογική ενός έργου προγραμματικής μουσικής.
Ωστόσο, η έμφαση βρίσκεται στην απόδοση της διάθεσης και της ατμόσφαιρας της κάθε κατάστασης. Ο Ντάουνι Ντίαρ ανέδειξε και τις δύο συνιστώσες, αξιοποιώντας τις διαφορετικές ομάδες της ορχήστρας, οι οποίες ανταποκρίθηκαν στις διακυμάνσεις δυναμικής, όπως ζητούσε ο αρχιμουσικός. Η Χριστίνα Παντελίδου (αγγλικό κόρνο), ο Γιάννης Οικονόμου (όμποε), ο Απόλλων Γραμματικόπουλος (εξάρχων) αλλά και ο Τίτος Γουβέλης στο εκκλησιαστικό όργανο συνεισέφεραν θετικά στο αποτέλεσμα. Παραμένει το έλλειμμα στα έγχορδα, τα οποία οριακά ανταποκρίθηκαν στη μουσικότητα και στον απαιτούμενο ηχητικό πλούτο, όπως απαιτείται λόγου χάριν στο τρίτο μέρος του έργου.
Ηταν, μάλλον, θέμα τύχης το ότι ήχησε το εκκλησιαστικό όργανο. Στην επόμενη συναυλία της Κρατικής, στις 12 Δεκεμβρίου, δεν λειτούργησε. Ομως, παρότι το κοινό είχε πληρώσει προκειμένου να ακούσει έργα γραμμένα ειδικά γι’ αυτό, η συναυλία δεν ματαιώθηκε. Απλώς, πριν από την έναρξη ανακοινώθηκε «τεχνικό πρόβλημα» και αλλαγή προγράμματος. Ετσι, ακούστηκε μια απροβάριστη «Πέμπτη» του Μπετόβεν.
Η συντήρηση του εκκλησιαστικού οργάνου ανήκει φυσικά στο Μέγαρο, το οποίο καταφανώς αδιαφορεί για συναυλίες τρίτων, ειδικά δε της Κρατικής. Αξέχαστο θα μείνει το «ακροβατικό» του οργανίστα Τιερί Εσκές, ο οποίος σε συναυλία της Κρατικής το 2016, όταν αντελήφθη ότι το όργανο δεν λειτουργούσε, κατέβηκε τρέχοντας και έπαιξε το μέρος του στο πιάνο, εκτοπίζοντας τους πιανίστες. Τότε η δικαιολογία ήταν η στενότητα λόγω της κρίσης. Φέτος, εννέα μέρες μετά τη συναυλία της Κρατικής, το όργανο είχε επισκευαστεί και ήχησε κανονικά για μια προγραμματισμένη συναυλία του Μεγάρου. Αυτά ως προς την αξιοπιστία των οργανισμών και τον σεβασμό του κοινού.

