«Πάντα πίστευα ότι αν έχουμε μόνο μία ζωή, τότε ας πειραματιστούμε με αυτήν», είχε πει ο θρυλικός Ντέιβιντ Μπόουι.
Υπέρμαχος της αυτοέκφρασης και της επανεφεύρεσης, ο Μπόουι επαναπροσδιόρισε την έννοια της καλλιτεχνικής ταυτότητας. Υπήρξε καινοτόμος μουσικός, συγγραφέας, σχεδιαστής, ηθοποιός και εικαστικός καλλιτέχνης, που ποτέ δεν δίστασε να πειραματιστεί μέσα από την ανατροπή όλων των στερεοτύπων.

Μία δεκαετία μετά τον θάνατό του, μας δίνεται η δυνατότητα να εντρυφήσουμε στο δημιουργικό έργο και στην πολύπλευρη προσωπικότητά του με μια επίσκεψη (με ελεύθερη είσοδο) στο David Bowie Centre.
Πρόκειται για το πιο φιλόδοξο πρότζεκτ γύρω από τη ζωή και το έργο του χαρισματικού καλλιτέχνη, μια μεγάλη συλλογή με περισσότερα από 90.000 αντικείμενα και τεκμήρια από το ιδιωτικό αρχείο του Μπόουι στις ΗΠΑ, το οποίο το 2023 βρήκε το μόνιμο «σπίτι» του στο Victoria & Albert East Storehouse, μια αποθήκη-μουσείο στο Ολυμπιακό Πάρκο του ανατολικού Λονδίνου.

Ανιχνεύοντας το μεταβαλλόμενο στυλ και τη συνεχή ανανέωση του Μπόουι σε πέντε δεκαετίες, αναδεικνύει πώς το έργο του επηρεάστηκε και επηρέασε ευρύτερα κινήματα στη μουσική, στην τέχνη, στη μόδα, στο design, στο θέατρο και στη σύγχρονη κουλτούρα – ξεκινώντας με μια διαδραστική εγκατάσταση που ιχνηλατεί το αποτύπωμά του στην ποπ κουλτούρα, από τα «Φιλαράκια» και τον Ισέι Μιγιάκι έως τον Κέντρικ Λαμάρ, και ένα φιλμ με αποσπάσματα από ζωντανές εμφανίσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας του.
Η καταλογογράφηση
Ο Μπόουι πίστευε ότι η δημιουργική διαδικασία αξίζει να καταγραφεί σε κάθε στάδιο και καταλογογράφησε έναν τεράστιο αριθμό αντικειμένων από εκτυπώσεις, αρνητικά και διαφάνειες, μέχρι σημειωματάρια, ημερολόγια, στίχους, σενάρια, αλληλογραφία, φακέλους πρότζεκτ, γραπτά, ανολοκλήρωτα σχέδια, εξώφυλλα, σχέδια, προσχέδια, γράμματα από θαυμαστές και έργα τέχνης.

Ξεχωρίζουν ένα γράμμα θαυμασμού από τη Lady Gaga, η μέθοδος «τεμαχίσματος», την οποία δανείστηκε από τον Αμερικανό αβάν-γκαρντ καλλιτέχνη και συγγραφέα Ουίλιαμ Μπάροουζ, φωτογραφίες του από το γύρισμα της ταινίας «The Man Who Fell to Earth» (1976), τα σχέδιά του για το artwork του δίσκου «Space Oddity» (1969), μια φωτογραφία του 1973 που τον δείχνει να μακιγιάρεται ως το ανδρόγυνο alter ego του, τον Ζίγκι Στάρνταστ, η παλέτα ζωγραφικής του, μια αυτοπροσωπογραφία σε στυλ Εγκον Σίλε, ένα βραβείο BRIT Icon το οποίο του απονεμήθηκε το 2016, μετά τον θάνατό του, για το «Blackstar», το τελευταίο άλμπουμ του, η αγαπημένη του φωτογραφία του Little Richard στον οποίο απέδωσε τον λόγο που έγινε μουσικός, αλλά και ένα Grafton Alto σαξόφωνο, που του έδωσε ο πατέρας του όταν ήταν μόλις 13 ετών.
Πέρα από τα όρια

Η δημιουργικότητα του Μπόουι ξεπέρασε τα όρια των μουσικών ειδών και αποτελεί πηγή έμπνευσης για να είσαι ο εαυτός σου ανεξάρτητα από τις απόψεις των άλλων. Εμβληματικά αντικείμενα καθόρισαν την εικόνα του, αλλά και αποτέλεσαν μέρος της δημιουργικής στόφας του. Aνάμεσά τους ένα κόκκινο Aladdin Sane τζάκετ με μια αστραπή στην πλάτη του, σχεδιασμένο από τον Φρέντι Μπουρέτι, ένα ζευγάρι φανταχτερά ψηλοτάκουνα παπούτσια που φόρεσε ως Ζίγκι Στάρνταστ, οι φτερωτές καουμπόικες μπότες από το Glass Spider Tour, η ακουστική κιθάρα που χρησιμοποίησε στους δίσκους «Ziggy Stardust» και «Let’s Dance», η κρυστάλλινη σφαίρα από το «Labyrinth», η ολόσωμη πλεκτή φόρμα του Ιάπωνα σχεδιαστή Κανσάι Γιαμαμότο για την ανδρόγυνη εξωγήινη περσόνα του, το εμβληματικό παλτό με την αγγλική σημαία στην πλάτη, του Αλεξάντερ Μακουίν για τα πεντηκοστά γενέθλιά του.

Ολα αυτά τα αντικείμενα και πολλά άλλα μπορεί κάποιος, κατόπιν ραντεβού, να επιλέξει και να δει δωρεάν από κοντά σε ένα χώρο έρευνας και μελέτης –έως και πέντε αντικείμενα από τη συλλογή, από τα κοστούμια και τα μουσικά όργανά του, έως μακέτες και σκηνικά– σε πολλές περιπτώσεις μπορεί και να τα χειριστεί, υπό επίβλεψη. Αυτή η μοναδική αμεσότητα και προσβασιμότητα στην περιπετειώδη και συγκλονιστική καριέρα του καλλιτέχνη προσφέρει μια συναρπαστική εμπειρία.
Πριν γίνει παγκόσμιο αστέρι, ο Μπόουι πέρασε μια δύσκολη περίοδο αναζήτησης καλλιτεχνικής ταυτότητας και είχε αρκετές αποτυχίες – το πρώτο του άλμπουμ κυκλοφόρησε το 1967, το οποίο όμως απέτυχε εμπορικά. Μια σύντομη επιστολή απόρριψης από τη δισκογραφική εταιρεία Apple Records, το 1968, αναφέρει: «Η Apple Records δεν ενδιαφέρεται να υπογράψει τον Ντέιβιντ Μπόουι», «Ο λόγος είναι ότι δεν πιστεύουμε πως είναι αυτό που ψάχνουμε αυτή τη στιγμή». Ο Μπόουι όμως δεν τα παράτησε ποτέ. Οπως σημειώνει ο πατέρας του σε μια συστατική επιστολή, ήταν «πραγματικός μαχητής», αντιμετωπίζοντας την απόρριψη και την κριτική σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του με ακλόνητη αποφασιστικότητα.
Αυτά που δεν υλοποιήθηκαν

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα σκίτσα του Μπόουι για πρότζεκτ που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ, όπως το «Leon» με τον Μπράιαν Ινο και το μιούζικαλ «The Spectator», το οποίο διαδραματίζεται στο Λονδίνο του 18ου αιώνα και αφηγείται την ιστορία του πραγματικού μικροκλέφτη Τζακ Σέπαρντ – οι σημειώσεις αποκαλύπτουν τη βαθιά γοητεία του Μπόουι για μια εποχή γεμάτη σάτιρα, κοινωνικά σχόλια, εγκληματικές συμμορίες και σκοτεινές φιγούρες. Κανείς δεν ήξερε ότι δούλευε πάνω σε αυτό, μέχρι που βρέθηκαν οι χειρόγραφες σημειώσεις του μετά τον θάνατό του. Συγκινητικές και εξαιρετικά επίκαιρες είναι και οι ημιτελείς σημειώσεις του για μια ταινία στην οποία ο Ταγματάρχης Τομ, ο φανταστικός αστροναύτης που αιωρείται σε ένα μεταλλικό κουτί πολύ πάνω από τον κόσμο στο τραγούδι του «Space Oddity», αποστέλλεται σε μια δυσαρεστημένη Αμερική.

Η συλλογή ρίχνει επίσης φως σε διάφορες συνεργασίες του Μπόουι με καλλιτέχνες, όπως οι μουσικοί της jungle και drum ’n’ bass, A Guy Called Gerald και Goldie (με τον οποίο έβγαινε στο κλαμπ Metalheadz του Χόξτον τη δεκαετία του ’90). Ανάμεσά τους, πολαρόιντ από τις ηχογραφήσεις του «Young Americans» με τους Λούθερ Βαντρός, Aβα Τσέρι και Τόνι Βισκόντι, και η παρτιτούρα για το «Fame» που έγραψε μαζί με τον Τζον Λένον και τον Κάρλος Αλομάρ.

Μια ενότητα είναι αφιερωμένη στη στενή συνεργάτιδα και μπασίστριά του για πάνω από 18 χρόνια Γκέιλ Aν Ντόρσεϊ – χαρακτηριστικές είναι οι φωτογραφίες από το βίντεο «Dead Man Walking» (1996), στο οποίο ήταν συμπρωταγωνίστρια, και το κοστούμι της, «Μινώταυρος», που σχεδίασε ο Μπόουι με τον Αλεξάντερ Μακουίν.

Ο Νάιλ Ρότζερς, αρχηγός και κιθαρίστας των Chic, φίλος και συνεργάτης του Μπόουι στο άλμπουμ «Let’s Dance», στο οποίο ο Ρότζερς ανέλαβε την παραγωγή, έχει επιμεληθεί μία από τις ενότητες. «Η δημιουργική μου ζωή με τον Ντέιβιντ Μπόουι χάρισε τη μεγαλύτερη επιτυχία της απίστευτης καριέρας του, αλλά η φιλία μας με αντάμειψε εξίσου. Ο δεσμός μας χτίστηκε πάνω στην αγάπη μας για τη μουσική, που σχημάτισε και έσωσε τις ζωές μας», όπως έχει πει ο Ρότζερς.
Για να τιμήσει αυτή την πρώτη τους συνεργασία, διάλεξε το λευκό κοστούμι του σχεδιαστή Πίτερ Χoλ, το οποίο ο Μπόουι φορούσε στη περιοδεία Serious Moonlight του 1983, φωτογραφικό υλικό από τις ηχογραφήσεις του «Let’s Dance» στη Νέα Υόρκη, την προσωπική αλληλογραφία που είχε με τον Μπόουι κατά την περίοδο της δημιουργίας του «Black Tie White Noise», καθώς και φωτογραφίες που τράβηξε ο Πίτερ Γκάμπριελ στη διάρκεια της ηχογράφησής του.

«Συνεχίζει να εμπνέει»
Ρόλο προσκεκλημένων επιμελητών αναλαμβάνουν επίσης τα μέλη του ροκ συγκροτήματος The Last Dinner Party –πέντε κορίτσια που ξεκίνησαν τη μουσική τους καριέρα στο Λονδίνο το 2021– οι οποίες όταν άρχισαν να αναπτύσσουν τις ιδέες τους, ακολούθησαν παρόμοια προσέγγιση με τον τρόπο που ο Μπόουι δημιούργησε το άλμπουμ «Station to Station» – είχαν ένα σημειωματάριο και έγραφαν λέξεις που ήθελαν να συνδέονται με το συγκρότημα. «Ο Ντέιβιντ Μπόουι συνεχίζει να εμπνέει γενιές καλλιτεχνών σαν εμάς να υπερασπιζόμαστε τον εαυτό μας», δήλωσαν σε κοινή ανακοίνωση.

Επέλεξαν να φέρουν στο φως μερικές από τις εμβληματικές φωτογραφίες που τράβηξε ο Μικ Ροκ από τον Ziggy Stardust στο στούντιο, καθώς και τους χειρόγραφους στίχους του «Win» από το «Young Americans» (1975). Συμπεριλαμβάνουν επίσης και ένα συμβολικό highlight έκθεμα: τις οδηγίες χρήσης για το συνθεσάιζερ EMS που ακούγεται στα θρυλικά άλμπουμ «Low» (1977), «Heroes» (1977) και «Lodger» (1979), γνωστά ως η Τριλογία του Βερολίνου – τα κοινωνικά μηνύματα στη μουσική του Μπόουι άφησαν εποχή και εξακολουθούν να είναι επίκαιρα και σήμερα.

Ο Μπόουι δεν ήταν απλώς ένας άνθρωπος μπροστά από την εποχή του. Η ζωή και το έργο του συνεχίζουν να εμπνέουν, υπενθυμίζοντάς μας ότι η δημιουργικότητα δεν έχει όρια και ότι η τέχνη μπορεί να είναι ταυτόχρονα πείραμα, μεταμόρφωση και ελευθερία. Το David Bowie Centre δεν είναι απλώς ένας φόρος τιμής, είναι μια οπτική αναπαράσταση του ταξιδιού του και συμβολίζει τους αγώνες και τους θριάμβους του αείμνηστου καλλιτέχνη.
*Η Τίνα Σωτηριάδη είναι επιμελήτρια εκθέσεων και κριτικός τέχνης που ζει και εργάζεται στο Λονδίνο.

