Οταν γεννήθηκε η αδελφή της, η Μιζανού, η Μπριζίτ Μπαρντό ήταν τριών ετών. Δεν είχε πια το προνόμιο της αποκλειστικής προσοχής στην πλούσια οικογένεια του Λουί και της Aν Μαρί Μπαρντό και ζήλευε αφόρητα. Εκείνη την περίοδο, πήρε ως δώρο από τους γονείς της έναν λούτρινο αρκούδο. Ο Μέρντοχ, όπως τον ονόμασε, έγινε ο καλύτερος φίλος της. Τον αγκάλιαζε και ηρεμούσε. Τότε, ασυνείδητα, άρχισε να συνδέει τα ζώα –έστω και τα ψεύτικα– με την αίσθηση ασφάλειας που σε πολλές περιόδους της ζωής της θα αποζητούσε. Τα βράδια, η γκουβερνάντα τής διάβαζε παραμύθια πριν κοιμηθεί. Λάτρευε τα μυθιστορήματα του Μαρσέλ Αιμέ, με ήρωες σκύλους και άλλα τετράποδα, και ονειρευόταν πως κάποτε θα ζούσε σε μια φάρμα με ζώα που θα μιλούσαν!
Αυτή η φαντασίωση της έγινε εμμονή μετά το πρώτο βαθύ παιδικό τραύμα: ήταν επτά ετών, στο πατρικό σπίτι της Avenue de la Bourdonnais, και έπαιζε με τη Μιζανού. Κάποια στιγμή, τρέχοντας, χτύπησε πάνω σ’ ένα τραπεζάκι. Ενα πορσελάνινο πιάτο, οικογενειακό κειμήλιο, έπεσε και έγινε χίλια κομμάτια. «Από σήμερα δεν είστε πια κόρες μας, αλλά δυο ξένες», τους είπε έξαλλη η μητέρα τους. «Θα μας μιλάτε στον πληθυντικό και θα ζείτε εδώ σαν φιλοξενούμενες». Η Μπριζίτ έτρεξε στο δωμάτιό της. Πήρε στην αγκαλιά της τον Μέρντοχ και έκλαψε γοερά. «Ποτέ ξανά δεν αισθάνθηκα άνετα εκεί. Το πατρικό μου ήταν πια για μένα εχθρικό περιβάλλον», θα αποκάλυπτε χρόνια μετά, στην αυτοβιογραφία της («Initiales BB», 1996, και «Le Carré de Pluton», 1999). Εβρισκε παρηγοριά μόνο στο όνειρό της να γίνει μπαλαρίνα. Μπροστά στον καθρέφτη της αίθουσας χορού ξεχνούσε τα χοντρά γυαλιά που φορούσε (για τη θεραπεία της αμβλυωπίας) και τα άχαρα σιδεράκια στα δόντια της.

Εγινε όμως ηθοποιός. Από έρωτα· για το χατίρι του Ροζέ Βαντίμ. Την είδε σε μια φωτογραφία στο περιοδικό ELLE και σκέφτηκε ότι θα ήταν ιδανική πρωταγωνίστρια για μια ταινία που είχε στα σκαριά. Ηταν μόλις 15 ετών κι εκείνος 21 και ανερχόμενος σκηνοθέτης. Στην πρώτη κιόλας συνάντησή τους, υπό την επίβλεψη της μητέρα της, που συνόδευε την Μπριζίτ, άναψε η φλόγα ενός έρωτα που θα απειλούσε να κάψει το συντηρητικό σπιτικό της οικογένειας Μπαρντό. Οι γονείς της ούτε ήθελαν ν’ ακούσουν για καριέρα στον κινηματογράφο και γάμο με τον Βαντίμ. Μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας τούς έκανε να υποχωρήσουν, με όρο να περιμένει μέχρι να γίνει 18 ετών. Πράγματι, η Μπριζίτ ντύθηκε νύφη στις 21 Δεκεμβρίου 1952 και ζήτησε από τον σύζυγό της δώρο ένα κουτάβι. Ενα μαύρο κοκεράκι, ο Κλόουν, ήταν ο πρώτος της σκύλος.
Αν και δεν αγαπούσε το σινεμά, αφέθηκε σαν πλαστελίνη στα χέρια του, για να τον ευχαριστήσει, κάνοντας ουσιαστικά… τις επιλογές του. Ηταν τόση η ανασφάλειά της μήπως δεν του αρέσει, που κοιμόταν μακιγιαρισμένη, για να μην ξυπνήσει ο Βαβά –όπως τον αποκαλούσε τρυφερά– και τη δει απεριποίητη. Το 1956, όταν στις αίθουσες βγήκε το φιλμ «Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα» ο Ροζέ Βαντίμ είχε καταφέρει να τη μετατρέψει από στάρλετ σε σταρ. Η σχέση τους όμως είχε ήδη αρχίσει να κλονίζεται. Την είχαν κουράσει οι απιστίες του, η αστάθειά του και η αδυναμία του να κοντρολάρει τις εξαρτήσεις του (αλκοόλ και τυχερά παιχνίδια). Του αγόρασε μια Chrysler και του ζήτησε διαζύγιο.
Ο γιος που δεν ήθελε

Δεν είχε καμιά λαχτάρα να γίνει μητέρα. Η πρώτη φορά που έμεινε έγκυος ήταν στα δεκαεπτά, από τον Βαντίμ. Κρυφά από τους γονείς της, ταξίδεψε μαζί του στην Ελβετία για την έκτρωση. Η δεύτερη διακοπή κύησης έγινε λίγο πριν χωρίσουν – εξαιτίας σοβαρών επιπλοκών στο χειρουργείο, μάλιστα, κόντεψε να πεθάνει. Το 1959 προέκυψε νέα εγκυμοσύνη, στη διάρκεια της σχέσης της με τον κωμικό Ζακ Σαριέ. Ανεπιθύμητη και αυτή. Αλλά ο γυναικολόγος της ήταν σαφής: θα υπήρχε μεγάλος κίνδυνος για τη ζωή της αν προχωρούσε σε έκτρωση. Και καμιά κλινική δεν ρίσκαρε να χειρουργήσει μια τόσο διάσημη γυναίκα.
Αν και δεν αγαπούσε το σινεμά, αφέθηκε σαν πλαστελίνη στα χέρια του Ροζέ Βαντίμ. Κοιμόταν μακιγιαρισμένη, για να μην ξυπνήσει ο «Βαβά» και τη δει απεριποίητη.
Η Μπαρντό, απελπισμένη, αποφάσισε να παντρευτεί τον Σαριέ. «Δεν τον αγαπούσα αρκετά για να αντιμετωπίσω τη ζωή μαζί του. Αλλά φοβόμουν να γίνω ανύπαντρη μητέρα. Αλλωστε, από τους δυο μας, εκείνος είχε το μητρικό ένστικτο», παραδέχτηκε στην αυτοβιογραφία της. Ο γιος της, Νικολά, γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 1960. Οταν εκδόθηκε το διαζύγιό τους, παραχώρησε στον Σαριέ την κηδεμονία του και έκτοτε τον συνάντησε ελάχιστες φορές. Το 1984, ο Νικολά παντρεύτηκε μια Νορβηγίδα και εγκαταστάθηκε μονίμως στο Οσλο. Η μητέρα του δεν είχε προσκληθεί στον γάμο.
Διαγράφοντας το παρελθόν

Το 1973, έπειτα από 48 ταινίες και 80 τραγούδια (το άλλο πάθος της, μετά τον χορό), αποφάσισε να ρίξει ένα βαρύ ριντό ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον της. Αρνήθηκε πρόταση να πρωταγωνιστήσει σε ένα ακόμη φιλμ, στο πλευρό του Μάρλον Μπράντο, έναντι ενός εκατομμυρίου δολαρίων, και απομονώθηκε στο κτήμα της, στον γαλλικό Νότο. Είχε ήδη κάνει δυο-τρεις απόπειρες αυτοκτονίας. «Ημουν πολύ όμορφη, πολύ πλούσια, πολύ διάσημη και πολύ δυστυχισμένη. Εδωσα τα καλύτερα χρόνια μου στους άνδρες. Θα αφιερώσω όσα μου απομένουν στα ζώα», ανακοίνωσε.
Η οικογένειά της δεν ήταν το καταφύγιο που είχε ανάγκη. Οι έρωτες της άνοιξαν πληγές. Ο κινηματογράφος την απογοήτευσε: «Δεν μου ζητούσαν να παίξω, αλλά να ξεντυθώ», έλεγε. Βρήκε όσα της έλειπαν στα ζώα: την ανιδιοτελή αγάπη, μα κυρίως ένα σκοπό ζωής. Το 1986, ίδρυσε το Ιδρυμα Μπριζίτ Μπαρντό για την προστασία των ζώων. Για να συγκεντρώσει τα απαραίτητα χρήματα έβγαλε σε δημοπρασία οικογενειακά κειμήλια και έπιπλα, έργα τέχνης και κοσμήματα, ρούχα και κινηματογραφικά κοστούμια – ακόμη και το νυφικό που φορούσε στον γάμο της με τον Βαντίμ. Τις επόμενες δεκαετίες, η «γατούλα» του ευρωπαϊκού σινεμά έδωσε σκληρές μάχες: με Ρώσους για τις κυνομαχίες, με Ιάπωνες για το κυνήγι δελφινιών και φαλαινών, με Ρουμάνους και Ουκρανούς για τις μαζικές εξοντώσεις αδέσποτων, με Ισπανούς για τις ταυρομαχίες, με κτηνοτρόφους για τις άθλιες συνθήκες θανάτωσης ζώων σε σφαγεία. Στήριζε ουσιαστικά και αθόρυβα πολλά σωματεία σε όλο τον κόσμο – και στην Ελλάδα: ανάμεσά τους την Cat Welfare Association στη Σκιάθο (από το 2014 κάλυπτε τις στειρώσεις χιλιάδων αδέσποτων) και τη Φιλοζωική Νάξου.
«Ημουν πολύ όμορφη, πολύ πλούσια, πολύ διάσημη και πολύ δυστυχισμένη. Εδωσα τα καλύτερα χρόνια μου στους άνδρες. Θα αφιερώσω όσα μου απομένουν στα ζώα».
Ενα από τα κομμάτια του συναρπαστικού ψηφιδωτού της ζωής της ήταν και η πολιτική. Ο τέταρτος, και μακροβιότερος, σύζυγός της Μπερνάρ ντ’ Ορμάλ υπήρξε σύμβουλος του Ζαν-Μαρί Λεπέν, πρώην ηγέτη του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου. Η ίδια δήλωνε θαυμάστρια της Μαρίν Λεπέν και τα τελευταία χρόνια είχε πέντε καταδίκες της για υποκίνηση σε φυλετικό μίσος.
Στην απομόνωση

Πέρα από την (μικρή ή μεγάλη) επανάσταση που έφερε στον κινηματογράφο, πέρα από την επιρροή της στη μόδα και στην ποπ κουλτούρα, η Μπριζίτ Μπαρντό ήταν μια γυναίκα που κατάφερε να ορίσει η ίδια το πεπρωμένο της. «Ποια φωτογραφία σας θα θέλατε να δημοσιευθεί μετά τον θάνατό σας;» την είχαν ρωτήσει πριν από χρόνια. «Αυτή με μια μικρή φώκια, στους πάγους του Καναδά», είχε απαντήσει η Μπριζίτ Μπαρντό. «Συμβολίζει όλη τη ζωή μου. Από τη διασημότητα στην απομόνωση».


