Δύο δημοφιλή έργα του ρεπερτορίου διηύθυνε ο Βασίλης Χριστόπουλος στην πιο πρόσφατη συνεργασία του με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών. Στις 21 Νοεμβρίου στην αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης» το πρόγραμμα περιελάμβανε το δεύτερο Κοντσέρτο για πιάνο του Σεργκέι Ραχμάνινοφ με σολίστ τον διάσημο Κροάτη πιανίστα Ιβο Πογκορέλιτς, καθώς επίσης τους Συμφωνικούς χορούς, έργο 45, του ίδιου συνθέτη. Πριν από αυτά ακούστηκαν οι «Οκτώ παιδικές μινιατούρες», έργο 23α, του Γιώργου Σισιλιάνου.
Οπως στις αρχές του 20ού αιώνα ο Ντεμπισί συνέθεσε για τη μικρή του κόρη την «Παιδική γωνιά», μια σουίτα έξι μικρογραφιών για πιάνο, έτσι το 1963 ο Σισιλιάνος έγραψε για τον μικρό του γιο τις δικές του «Οκτώ μινιατούρες», επίσης αρχικά για πιάνο. Τον ενέπνευσαν γνωστά παιδικά τραγούδια και παραμύθια, όπως η «Κοκκινοσκουφίτσα». Μερικά χρόνια αργότερα ενορχήστρωσε το έργο αξιοποιώντας τις δυνατότητες ενός μεγάλου συμφωνικού συνόλου. Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών απέδωσε τα σύντομα αυτά κομψοτεχνήματα ανάλαφρα, με τον «κακό λύκο», σήμερα πια, μάλλον να μην τρομάζει ούτε τα παιδιά.
Επιστρέφοντας ακόμη μια φορά στην Αθήνα, ο Ιβο Πογκορέλιτς παρέμεινε πιστός στη φήμη που τον συνοδεύει. Η ερμηνεία του στο δημοφιλές δεύτερο Κοντσέρτο για πιάνο του Ραχμάνινοφ στην ουσία έστρεφε την πλάτη στις βασικές ποιότητες του έργου. Κύρια αρετή του Κοντσέρτου είναι το πληθωρικό και άμεσο συναίσθημα, όπως εκφράζεται από τις σαρωτικές μελωδίες που αποδίδονται από τη μεγάλη συμφωνική ορχήστρα. Ο Πογκορέλιτς, αντί να ανταποκριθεί με ανάλογα μεγάλες χειρονομίες και ρωμαλέο ήχο, πρότεινε εκλεπτύνσεις και διαβαθμίσεις στα όρια της εκζήτησης, που έρχονταν σε προφανή αντίθεση με το βασικό ζητούμενο.
Με τις επιλογές του ο Ιβο Πογκορέλιτς ουσιαστικά κινήθηκε αντίθετα προς τις βασικές ποιότητες του Ραχμάνινοφ.
Ειδικότερα, στο πρώτο μέρος η επιλογή του να αποδίδει φράσεις ή και ολόκληρες παραγράφους με χαμηλόφωνες λεπτές αποχρώσεις, είχε αποτέλεσμα συχνά το πιάνο να χάνεται μέσα στον ήχο της ορχήστρας, παρότι ο Χριστόπουλος κρατούσε την ένταση σε λογικά όρια, ακόμη και στα σημεία των εξάρσεων. Ωστόσο, είχε κανείς διαρκώς την αίσθηση ότι η γεμάτη εκλεπτύνσεις αντίληψη του πιανίστα για το έργο, δεν συμβάδιζε με την εκφραστική αμεσότητα που επεδίωκε ο αρχιμουσικός και η οποία, πάντως, ήταν ευθυγραμμισμένη με την επιθυμία του ίδιου του συνθέτη – πιανίστα. Διότι, παρεμπιπτόντως, ο Ραχμάνινοφ έχει ηχογραφήσει το έργο του δίνοντας σαφώς τις βασικές συντεταγμένες για τον τρόπο που το φανταζόταν να ερμηνεύεται. Φυσικά, ως σπουδαίος πιανίστας, ο Πογκορέλιτς δικαιούται να κάνει τη δική του πρόταση, που αναμφίβολα θα βρει τους αποδέκτες της.
Συμφωνικοί χοροί
Oπως φάνηκε ήδη από το Κοντσέρτο, ο Χριστόπουλος ήλεγχε πολύ καλά την ορχήστρα, ειδικότερα τα έγχορδά της, αποσπώντας όχι μόνον τις απαραίτητες ακραίες εντάσεις αλλά και το πλήθος των διαβαθμίσεων ανάμεσα σε αυτές. Η ικανότητά του αυτή αποδείχθηκε ακόμη πιο χρήσιμη στους «Συμφωνικούς χορούς» του Ραχμάνινοφ, με τους οποίους ολοκληρώθηκε η συναυλία.
Η τριμερής αυτή ορχηστρική σουίτα αποτελεί το τελευταίο μείζον έργο του συνθέτη. Γράφηκε στις ΗΠΑ το 1940 και μαρτυράει τη νοσταλγία που ένιωθε ο Ραχμάνινοφ για τη Ρωσία που είχε αφήσει πίσω του. Βασικό στοιχείο της γεμάτης χρώματα παρτιτούρας είναι η ενορχήστρωση, στο πλαίσιο της οποίας ο συνθέτης αξιοποιεί σχεδόν το σύνολο των οργάνων της ορχήστρας. Προκειμένου να επιτύχει την εντύπωση που επιθυμεί δίνει με μεγάλη φαντασία ξεχωριστούς ρόλους στο πρώτο βιολί, στο άλτο σαξόφωνο, στην άρπα, στο πιάνο, στην τρομπέτα, στα κόρνα, σχεδόν όλα τα ξύλινα πνευστά και κρουστά. Οι μουσικοί της Κρατικής ανταποκρίθηκαν με επιτυχία. Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι στο δεύτερο μέρος ο Χριστόπουλος κατάφερε να κάνει τα έγχορδα να τραγουδήσουν και να λικνιστούν με απρόσμενη πλαστικότητα. Η επιτυχημένη απόδοση του τελικού «μακάβριου χορού» ήταν μάλλον αναμενόμενη, αλλά σε κάθε περίπτωση υπήρξε ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη.

