Η Νίνα Ράπη γράφει θεατρικά, διηγήματα και δοκίμια. Τα θεατρικά της έχουν παρουσιαστεί στην Αθήνα, στο Λονδίνο, σε Νέα Υόρκη, Οξφόρδη, Ινδία. Εχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ιταλικά, πολωνικά, σλοβακικά και γερμανικά. Δοκίμιά της εκδόθηκαν από το Cambridge University Press & Routledge, μεταξύ άλλων. Η νέα συλλογή διηγημάτων της είναι το «Πεδίο Ροής», Κάπα Εκδοτική.
Ποια βιβλία έχετε αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας;
Δεν είναι δίπλα στο κρεβάτι αλλά σε διάφορα σημεία στον χώρο, πρόσφορα για διαφορετικές διαθέσεις: «Boulder», Εβα Μπάλτασαρ. «We do not part», Χαν Γκανγκ. «Desire», διηγήματα, Μουρακάμι. «Oκτάεδρο», διηγήματα, Κορτάσαρ. Γκασάν Καναφανί, «Διηγήματα – Από τη γη των πικραμένων πορτοκαλιών». Μου αρέσει να διαβάζω πολλά βιβλία μαζί, σε διάφορες γωνιές.
Ποιο ήταν το πιο ενδιαφέρον στοιχείο που μάθατε πρόσφατα χάρη στην ανάγνωση ενός βιβλίου;
Ξαναδιάβασα πρόσφατα το «Call if you need me (The Uncollected fiction and prose)» του Ρέιμοντ Κάρβερ και δεν ήταν τόσο ότι έμαθα κάτι νέο, αλλά μου επιβεβαίωσε μια αλήθεια: «Δεν ξέρω συγγραφείς χωρίς ταλέντο. Αλλά να έχεις ένα μοναδικό και ακριβή τρόπο που βλέπεις τα πράγματα, και να βρίσκεις το σωστό πλαίσιο για να τα εκφράσεις, αυτό είναι κάτι άλλο».
Βρήκατε ποτέ τον μπελά σας επειδή διαβάσατε ένα βιβλίο;
Μόνο όταν ήμουν έφηβη. Μ’ έπιασε ο αδελφός μου να διαβάζω τα ερωτικά ποιήματα μιας φίλης μου, και το έπαιξε «μεγάλος αδελφός»: υποτιμητική αποδοκιμασία και μια αιωρούμενη αίσθηση απειλής και τιμωρίας.
Περιγράψτε την ιδανική αναγνωστική συνθήκη;
Χρόνος ελεύθερος, άγχη αχνά και μακρινά, εισβολές στη μοναχικότητα στο μίνιμουμ.
Υπάρχουν κάποια είδη λογοτεχνίας που προτιμάτε και άλλα που αποφεύγετε;
Μου αρέσει η μικρή φόρμα στην πεζογραφία, στο θέατρο και στο φιλμ. Προτιμάω έργα που τολμούν να σπάσουν τα στεγανά και πειραματίζονται έστω και λίγο με τη φόρμα και το περιεχόμενο, χωρίς επιτηδεύσεις όμως αλλά από ουσιαστική επιθυμία για κάτι διαφορετικό. Με κουράζει το μελόδραμα εκτός αν είναι high melodrama όπως του Τενεσί Ουίλιαμς. Αυτό είναι άλλο, αυτό είναι τέχνη. Επίσης, δεν αντέχω είδη που επιμένουν σε μια στεγνά μιμητική καταγραφή της καθημερινότητας, που δεν πάνε τον ρεαλισμό ένα επίπεδο πιο πάνω.
Τι είναι αυτό που σας συγκινεί περισσότερο σε ένα βιβλίο;
Η αυθεντικότητα, η αμεσότητα και η εμβάθυνση σε συναισθήματα, σχέσεις, ιδέες.
Υπάρχει κάποιο αγαπημένο βιβλίο που θα θέλατε να γίνει ταινία;
Προτιμώ τα βιβλία να παραμένουν βιβλία και οι ταινίες να δημιουργούνται με πρωτότυπα σενάρια.
Στο βιβλίο σας «Πεδίο Ροής», πώς επιλέγετε πότε μια ιστορία θα κινείται ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα;
Γίνεται ενστικτωδώς, συνήθως. Αυτή η κίνηση πηγάζει από την ίδια την ιστορία και τη διάθεσή μου εκείνες τις στιγμές. Βέβαια, κάπως έτσι προσλαμβάνω τα πράγματα ούτως ή άλλως, πάντα κάπου ανάμεσα στο πραγματικό και το ονειρικό ή φανταστικό ή υποσυνείδητο, οπότε αυτό αντανακλάται στις ιστορίες. Μερικές φορές υπερισχύει το πραγματικό αλλά και τότε αμφισβητείται ως προς την κυριαρχία του. Υπάρχει δηλαδή μια συνεχής ροή ανάμεσα στο ένα και το άλλο πεδίο και κάπου εκεί πιστεύω βρίσκεται η αλήθεια, η δική μου τουλάχιστον.
Πώς επηρεάζουν οι διαφορετικές πόλεις τις σχέσεις και τις επιλογές των χαρακτήρων σας;
Νιώθω ότι έχω τρεις πατρίδες: Καστοριά, Λονδίνο και Αθήνα. Και η Θεσσαλονίκη είναι μέρος του ψυχισμού μου, μια που έζησα εκεί σαν παιδί και υπάρχουν έντονες εικόνες, μνήμες και εμπειρίες από εκεί. Κάθε τόπος επηρεάζει όχι μόνο την επιλογή των χαρακτήρων αλλά και τις καταστάσεις ή δομές μιας ιστορίας ή θεατρικού έργου, ακόμη και το ύφος της γραφής.
Βέβαια, υπάρχουν ιστορίες που είναι άχρονες και άτοπες αλλά κάποιο άτομο που ξέρει τη γραφή μου θα μπορούσε να εντοπίσει επιρροές από ένα συγκεκριμένο χώρο πολιτιστικά/γλωσσικά και αισθητικά, αν και συχνά δημιουργούν ένα υβριδικό κείμενο.

