Χάραξε την οπτική μας μνήμη

Γραφίστας, ζωγράφος και γλύπτης, μπόλιασε την παράδοση με τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό

6' 7" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Ο Μιχάλης Κατζουράκης έφυγε πλήρης ημερών σε ηλικία 92 ετών την παραμονή των Χριστουγέννων. Γραφίστας, ζωγράφος και γλύπτης, παίρνει μαζί του την εποχή που η αισθητική αποτελούσε στάση ζωής και η εικόνα της Ελλάδας ζήτημα ηθικής. Συνεργαζόμενος με μια ολιγομελή ομάδα οραματιστών, και έχοντας πάντα στο πλευρό του τη σύντροφο της ζωής του, Αγνή, επαναπροσδιόρισε την εικόνα της χώρας, μπολιάζοντας την παράδοση με τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό.

Το νήμα της διαδρομής του αρχίζει να ξετυλίγεται στις 28 Ιανουαρίου 1933 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Η γέννησή του σε αυτό το ιστορικό σταυροδρόμι τον προίκισε εξαρχής με την κοσμοπολίτικη αύρα και την ευρύτητα πνεύματος που χαρακτήριζε τη μεγάλη μεσογειακή μητρόπολη, που η μνήμη της εγγράφηκε μέσα του κυρίως ως αίσθηση φωτός και ως φωτογραφική ανάμνηση, καθώς η οικογένεια αποφάσισε να μετοικήσει στην Αθήνα, και συγκεκριμένα στο Ψυχικό, το 1938.

Χάραξε την οπτική μας μνήμη-1
Ο Μιχάλης Κατζουράκης στο ατελιέ του, στην οδό Σαλαμίνος, το 2018. Είχε αφήσει και σημαντικό εικαστικό αποτύπωμα. (Φωτογραφία: ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΓΑΛΑΝΟΥΔΗΣ)

Καθοριστικός παράγοντας για την καλλιτεχνική του αφύπνιση στάθηκε η γειτνίαση με τον γλύπτη Γιώργο Ζογγολόπουλο. Σε ηλικία μόλις έντεκα ετών, ο Κατζουράκης βρέθηκε να παρακολουθεί τον καλλιτέχνη στο ατελιέ του, το οποίο βρισκόταν λίγο πιο κάτω από το πατρικό του σπίτι. Ο χώρος αυτός λειτούργησε ως καταφύγιο και ως το πρώτο του πραγματικό σχολείο, με τον Ζογγολόπουλο να αναλαμβάνει ρόλο μέντορα, στηρίζοντας τα όνειρα του εφήβου απέναντι στην πατρική ανησυχία για την οικονομική ανασφάλεια του καλλιτεχνικού επαγγέλματος. Μέσα σε εκείνο το εργαστήριο πειραματίστηκε με υλικά και φόρμες, καλλιεργώντας μια γλυπτική αντίληψη που θα διέτρεχε μελλοντικά το σύνολο του έργου του.

Flâneur στο Παρίσι

Η αναζήτηση της προσωπικής του ταυτότητας τον οδήγησε στο Παρίσι και στη σχολή του σπουδαίου σχεδιαστή αφισών Πολ Κολέν. Εκεί μυήθηκε στην έννοια του «flâneur», του περιπατητή που ανακαλύπτει την ψυχή της πόλης μέσα από την άσκοπη περιπλάνηση. Σύμφωνα με τον επιμελητή Χριστόφορο Μαρίνο, ο καλλιτέχνης αντιμετώπισε την πόλη ως ένα ανοιχτό εργαστήριο, περπατώντας στους δρόμους και συλλέγοντας ίχνη που βρίσκονται διάσπαρτα μέσα στον αστικό ιστό, με τη φωτογραφική μηχανή να αναλαμβάνει τον ρόλο του «σημειωματαρίου» και του πρωτογενούς υλικού από το οποίο θα προκύψει το εικαστικό έργο. Καρπός αυτής της μεθόδου υπήρξε το εμβληματικό κεφάλαιο των «Μεσοτοιχιών», μια εικαστική μελέτη πάνω στο «τραύμα» της πόλης, την οποία ο Μαρίνος χαρακτηρίζει ως «ready-made ζωγραφική».

Χάραξε την οπτική μας μνήμη-2
«Χωρίς τίτλο», 1985.

Ο Κατζουράκης γοητευόταν από το θέαμα που αποκάλυπτε η κατεδάφιση μιας πολυκατοικίας. Με την πτώση του κτιρίου, στον τοίχο του διπλανού κτίσματος έμενε το φαντασμαγορικό αποτύπωμα της ζωής που προϋπήρχε. Σκάλες που οδηγούσαν στο κενό, ίχνη από πλακάκια μπάνιου, χρωματισμοί δωματίων και υπολείμματα ταπετσαρίας σμίλευαν εξ ατυχήματος έναν ακούσιο πίνακα. Εντόπιζε σε αυτές τις επιφάνειες ένα αστικό παλίμψηστο μνήμης και ύλης. Στη συνέχεια, μετέφερε αυτή την αίσθηση στο εργαστήριο, δημιουργώντας «Παραλλαγές» (Variations) του ίδιου θέματος, διασώζοντας την αισθητική του ερειπίου.

Η επιστροφή στην Ελλάδα έφερε στη ζωή του την πιο καθοριστική συνάντηση: τη γνωριμία με την Αγνή, που έγινε ισότιμη συνοδοιπόρος και συνεργάτις του. Παντρεύτηκαν νωρίς και δημιούργησαν μια σχέση ζωής που βασιζόταν στην αμοιβαία εκτίμηση και στην κοινή δημιουργική αντίληψη. Μαζί αντιμετώπισαν τις προκλήσεις της εποχής και εντάχθηκαν στον επαγγελματικό στίβο. Η συνεργασία με τον έτερο γίγαντα του μεταπολεμικού μοντέρνου ντιζάιν της χώρας μας, τον ανεπανάληπτο Φρέντυ Κάραμποτ, ξεκίνησε με αφορμή μια διαφημιστική καμπάνια για… ρέγγες, για να εξελιχθεί το 1962 στην ίδρυση του θρυλικού «Κ&Κ – Διαφημιστικό Κέντρο Αθηνών». Εκείνος, ο Φρέντυ και η Αγνή επαναπροσδιόρισαν την έννοια της οπτικής επικοινωνίας στην Ελλάδα, διεκδικώντας την καλλιτεχνική αυτοτέλεια των γραφικών τεχνών και εισάγοντας τον μινιμαλισμό και τον ορθολογισμό στον σχεδιασμό. Το δίδυμο Κάραμποτ – Κατζουράκη έφερε μια κοσμοπολίτικη διάθεση, μπολιασμένη με τις εμπειρίες τους από το εξωτερικό. Ο άξιος «συνεχιστής» τους, ο μεγάλος γραφίστας Δημήτρης Θ. Αρβανίτης, αναλύοντας την περίοδο αυτή στο κείμενό του για τον κατάλογο «Design Routes» της αναδρομικής τους έκθεσης στο Μουσείο Μπενάκη το 2008, χαρακτηρίζει τη δράση τους ως την «άνοιξη της γραφιστικής» στην Ελλάδα. 

Χάραξε την οπτική μας μνήμη-3
«Aegean», 2016.

Ο Αρβανίτης παρατηρεί πως ο ορθός λόγος, ο απόλυτος έλεγχος των εργαλείων και η στρατηγική χρήση της αφαίρεσης χαρακτήρισαν το έργο του πρωτοπόρου δημιουργικού γραφείου. Μέσα σε ένα περιβάλλον που αναζητούσε τον βηματισμό του, η ομάδα εισήγαγε το «καθαρό design». Από τις τουριστικές αφίσες του ΕΟΤ, που έφεραν τον μοντερνισμό στην ελληνική ύπαιθρο, μέχρι τα διεθνώς αναγνωρισμένα λογότυπα που καθόρισαν την εταιρική ταυτότητα της χώρας, η υπογραφή του γραφείου ταυτίστηκε με την ποιότητα. Η παγκόσμια καταξίωση ήρθε το 1962, με το πρώτο βραβείο στον Διεθνή Διαγωνισμό Τουριστικής Αφίσας στο Λιβόρνο. Αυτός ο θρίαμβος επιστεγάστηκε το 1968 με την είσοδό τους στα άδυτα της Alliance Graphique Internationale (AGI), της αυστηρά επιλεκτικής ένωσης που συγκεντρώνει την παγκόσμια ελίτ της οπτικής επικοινωνίας.

Η εικαστική πλευρά

Παράλληλα με την εφαρμοσμένη τέχνη, ο καλλιτέχνης ανέπτυξε μια βαθιά και αυτόνομη πορεία στην καθαρή εικαστική δημιουργία. Η έκθεση στο Ινστιτούτο Goethe το 1969 αποτέλεσε πραγματικό ορόσημο για τα ελληνικά εικαστικά πράγματα, καθώς εισήγαγε τολμηρά τη μινιμαλιστική τέχνη (Minimal Art) στην Αθήνα. Εκεί, εγκαταλείποντας τα παραδοσιακά μέσα, παρουσίασε τρισδιάστατες κατασκευές και «περιβάλλοντα» από βιομηχανικά υλικά –όπως πλεξιγκλάς, νέον και μέταλλο– δημιουργώντας χώρους όπου κυριαρχούσαν η απόλυτη γεωμετρία και το φως. Σε μια χαρακτηριστική στιγμή στο Βερολίνο, όταν ένας περαστικός τον ρώτησε τι παριστάνει ένα αφηρημένο γλυπτό του, εκείνος απάντησε με αφοπλιστική ειλικρίνεια: «Παριστάνει τον εαυτό του». Για εκείνον, το έργο τέχνης αποτελούσε αυτόνομο αντικείμενο.

Χάραξε την οπτική μας μνήμη-4
Αφίσα για την εταιρεία «Ολυμπιακές Κρουαζιέρες», 1959. Η διαμόρφωση εσωτερικών χώρων, ιδιαίτερα στα κρουαζιερόπλοια, αποτέλεσε ένα πεδίο όπου η δημιουργική ματιά του συναντήθηκε ουσιαστικά με εκείνη της συζύγου του, Αγνής.

Η διαμόρφωση εσωτερικών χώρων, ιδιαίτερα στα κρουαζιερόπλοια, αποτέλεσε ένα πεδίο όπου η δημιουργική ματιά του συναντήθηκε ουσιαστικά με εκείνη της Αγνής. Η συνεργασία με τον εφοπλιστή Περικλή Παναγόπουλο για το «Golden Odyssey» το 1975 οδήγησε στη δημιουργία ενός «πλωτού έργου τέχνης». Εφαρμόστηκε μια αυστηρή και λειτουργική κωδικοποίηση χρωμάτων στα καταστρώματα, βοηθώντας τον επιβάτη να προσανατολιστεί μέσω της αισθητικής εμπειρίας.

«Παράθυρα» στην πόλη

Το διαρκώς ανήσυχο βλέμμα του, ωστόσο, επέστρεφε στην πόλη και στα σιωπηλά σημεία της. Η σειρά με τα «παράθυρα» αποτελεί ένα από τα πιο ποιητικά και εσωτερικά κεφάλαια της δουλειάς του. Εκεί, μαγεύεται από το «σφραγισμένο» παράθυρο, το κλειστό, το κατεστραμμένο, το σπασμένο άνοιγμα ενός εγκαταλελειμμένου κτιρίου στον Κεραμεικό ή στα Προσφυγικά της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Αυτά τα σιωπηλά στοιχεία αφηγούνται μια ιστορία ζωής που έχει ολοκληρωθεί. Είναι το αποτύπωμα της ανθρώπινης παρουσίας ερήμην του ανθρώπου. Φωτογραφίζει και αρχειοθετεί αυτά τα στοιχεία με τη συνέπεια ενός συλλέκτη στιγμών, κατά τη διάρκεια ταξιδιών ανά τον κόσμο.

Χάραξε την οπτική μας μνήμη-5
Εξώφυλλο προγράμματος του Φεστιβάλ Αθηνών, 1963. Το έργο του Κατζουράκη κατέκτησε το σπανιότερο προνόμιο για έναν δημιουργό: να αφομοιωθεί πλήρως από το συλλογικό βλέμμα. Οι εικόνες του αποτελούν πλέον αναπόσπαστο, οργανικό κομμάτι του αστικού πολιτισμού.

Η παρουσία του στον δημόσιο χώρο παραμένει καθολική, διατρέχοντας κάθε πτυχή της ελληνικής καθημερινότητας. Από τις μνημειακές αφίσες που επανασύστησαν την Ελλάδα στον κόσμο μέχρι τα οικεία λογότυπα που συντρόφευσαν γενιές, και από τις εικαστικές παρεμβάσεις σε κτίρια μέχρι τα δημόσια γλυπτά, το αποτύπωμά του συγκροτεί τη ραχοκοκαλιά της οπτικής μας μνήμης. Το έργο του Μιχάλη Κατζουράκη κατέκτησε το σπανιότερο προνόμιο για έναν δημιουργό: να αφομοιωθεί πλήρως από το συλλογικό βλέμμα. Οι εικόνες του αποτελούν πλέον αναπόσπαστο, οργανικό κομμάτι του αστικού πολιτισμού, λειτουργώντας ως αυτονόητα τοπόσημα μιας κοινής αισθητικής εμπειρίας, όπου η δημιουργία υπερβαίνει την υπογραφή και γίνεται κτήμα της συλλογικής συνείδησης. Η ουσία αυτής της ανεκτίμητης κληρονομιάς βρίσκεται πάντα ανάμεσά μας, επιβεβαιώνοντας τη διαπίστωση του Δημήτρη Θ. Αρβανίτη: Αποτελεί «ενεργό κομμάτι του δυναμικού μας», μια «εθνική κληρονομιά» που αποδεικνύει περίτρανα πως το «απλό δεν είναι και εύκολο».

Χάραξε την οπτική μας μνήμη-6
comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT