Εχει γράψει αστυνομική μυθοπλασία, μας έχει χαρίσει τη νουάρ «Τριλογία του Τόκιο» και έχει γίνει ευρύτερα γνωστός από το «καλύτερο μυθιστόρημα που γράφτηκε ποτέ με θέμα το ποδόσφαιρο», σύμφωνα με τους Times, το περίφημο «Καταραμένη ομάδα» («Damned United», 2006). To 2025 κυκλοφόρησε και στη χώρα μας το τελευταίο του βιβλίο, με τίτλο «Μετά το Μόναχο», που, με αφορμή την τραγωδία της 6ης Φεβρουαρίου του 1958, όταν το αεροπλάνο που μετέφερε την ομάδα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ συνετρίβη κατά την απογείωση στο αεροδρόμιο της γερμανικής πόλης, σκοτώνοντας 23 επιβάτες, φτιάχνει μια ιστορία που πραγματεύεται τη συνοχή του κοινωνικού ιστού και το βαθύ αποτύπωμα που μπορεί να έχει μια ποδοσφαιρική ομάδα σε μια πόλη – και κατ’ επέκταση μια ολόκληρη χώρα. Ο Βρετανός Ντέιβιντ Πις παραμένει, 26 χρόνια μετά το πρώτο του βιβλίο, σε εντυπωσιακή φόρμα. Με σεμνότητα, απορεί ελαφρώς που το κοινό στην Ελλάδα ενδιαφέρεται για το έργο του, αλλά δεν αποφεύγει καμία ερώτηση για τα βιβλία, το ποδόσφαιρο και την προσωπική του ζωή.
– Τα βιβλία σας έχουν σαφή νουάρ στοιχεία. Δεν έχετε, όμως, περιοριστεί σε αυτά. Πιστεύετε ότι αν είχατε ταυτιστεί πλήρως με το αστυνομικό μυθιστόρημα θα ήσασταν πιο επιτυχημένος;
– Παλαιότερα είχα πει ότι τα βιβλία μου είναι πολύ λογοτεχνικά για τους φανατικούς του αστυνομικού μυθιστορήματος και γεμάτα εγκληματικές αναφορές για το λογοτεχνικό κοινό. Είναι γεγονός ότι η εκδοτική βιομηχανία προτιμά τις διακριτές κατηγοριοποιήσεις, αλλά, αν εξαιρέσουμε τις αγορές της Ιαπωνίας και της Γερμανίας, τα πιο επιτυχημένα βιβλία μου είναι αυτά που έχουν σχέση με το ποδόσφαιρο, ειδικά το «Καταραμένη ομάδα». Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, όταν γράφω δεν έχω ούτε τις πωλήσεις ούτε τους ατζέντηδες κατά νου. Γράφω τα βιβλία που πρέπει να γράψω και μερικές φορές αυτό αποδίδει οικονομικά – κάποιες άλλες, όχι.
– Είναι γνωστό ότι ασχολείστε επισταμένως με την ιστορική ακρίβεια στα βιβλία σας. Ως αναγνώστης, ενοχλείστε όταν βλέπετε σε βιβλία τρίτων μια όμορφη πλοκή να αδικείται από ιστορικές ανακρίβειες και λανθασμένες αναφορές;
– Είναι αλήθεια πως αν περιγράφω μια βροχερή ημέρα στο Τόκιο μια συγκεκριμένη ημέρα του 1950, τότε όντως είχε βρέξει εκείνη την ημέρα σε εκείνη την περιοχή. Πράγματι, με ενοχλούν αυτού του είδους τα λάθη όταν διαβάζω ένα βιβλίο, καθώς μου δείχνουν ότι ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται τόσο για τη δική του δουλειά ώστε να κάνει λεπτομερείς ελέγχους. Αρα, όταν ο ίδιος ο συγγραφέας δεν νοιάζεται για το έργο του, γιατί να νοιαστεί ο αναγνώστης;
– Οταν γράφετε γύρω από πραγματικά γεγονότα, κάποιος μπορεί να ενοχληθεί, κάποιος άλλος θα ισχυριστεί «δεν έγινε έτσι». Πόσο πολύ μπορεί αυτό να σας επηρεάσει;
– Αμέσως μετά την κυκλοφορία της «Καταραμένης ομάδας», ένας πρώην ποδοσφαιριστής (σ.σ. αναφέρεται στον Τζόνι Τζάιλς) υπέβαλε μήνυση, αδίκως κατά τη γνώμη μου, αφού κάθε φορά που κάποιο υπαρκτό πρόσωπο εμφανίζεται ή μιλάει στα μυθιστορήματά μου, οι πράξεις και τα λόγια του βασίζονται εξ ολοκλήρου σε ήδη δημοσιευμένα άρθρα σε εφημερίδες ή άλλα ιστορικά βιβλία, επομένως εγώ απλώς δραματοποιώ τα δημόσια αρχεία. Ποτέ δεν θα προσπαθούσα συνειδητά να φτιάξω μια ανακριβή εικόνα ενός υπαρκτού προσώπου. Αυτό που κάνω μοιάζει με την προσέγγιση ενός ζωγράφου που προσπαθεί να ζωγραφίσει αυτό που βλέπει. Προφανώς, το αποτέλεσμα δεν θα είναι ίδιο με μια στιγμιαία φωτογραφία. Από την πλευρά μου, θέλω ο δικός μου «πίνακας», το δικό μου «πορτρέτο» να είναι όσο πιο διαφωτιστικά και κοντά στην πραγματικότητα γίνεται.
– Το «Καταραμένη ομάδα» του 2006 πραγματεύεται την ποδοσφαιρική ομάδα Λιντς του 1974, το «Red or Dead» κάνει το ίδιο για τη Λίβερπουλ της 15ετίας 1959-1974, ενώ το πρόσφατο «Μετά το Μόναχο» επικεντρώνεται στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στα τέλη του 1950. Θα σκεφτόσασταν ποτέ να γράψετε για το ποδόσφαιρο του 21ου αιώνα;
– Το ποδόσφαιρο παραμένει αναπόσπαστο κομμάτι της βρετανικής κουλτούρας, έχοντας ενσωματωθεί βαθιά μέσα στην κοινωνία και στην πολιτική, και παραμένει πηγή των ίδιων συγκρούσεων και αντικείμενο των ίδιων κοινωνικών διαχωρισμών. Παράλληλα, βέβαια, η κουλτούρα, η κοινωνία και η πολιτική έχουν αλλάξει εντελώς σε σχέση ακόμα και με τη δεκαετία του ’80. Πιστεύω ότι το ποδόσφαιρο είναι πάντοτε ένας καθρέφτης της εποχής που ζούμε. Αυτό που με συναρπάζει είναι η σχέση που αναπτύσσει το άθλημα με την κοινωνία σε ευρύτερο πλαίσιο, καθώς και τι αντικατοπτρίζει αυτή η σχέση με τη σειρά της. Προσπαθώ, λοιπόν, να χρησιμοποιώ αυτή τη σχέση ως έναν τρόπο να αφηγηθώ μια εναλλακτική ιστορία της Βρετανίας, αλλά παράλληλα να προβάλω αυτό το παρελθόν στη σημερινή πραγματικότητα. Κατά κάποιο τρόπο, παρόλο που γράφω για περασμένες δεκαετίες, γράφω και για το παρόν. Για παράδειγμα, στο τελευταίο βιβλίο αναρωτιέμαι: όλη αυτή η αίσθηση της κοινότητας που υπήρχε το 1958… πού είναι τώρα; Πώς φτάσαμε από εκείνο το σημείο στο σήμερα;
– Στην τελευταία σελίδα τού «Μετά το Μόναχο» εξηγείτε ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους απεχθάνεστε το σύγχρονο ποδόσφαιρο είναι οι οπαδοί συγκεκριμένων ομάδων που απευθύνονται μονίμως με υβριστικό και απαξιωτικό τρόπο στους αντιπάλους τους. Τι άλλο δεν σας αρέσει στη σημερινή εικόνα του αθλήματος;
– Από πού να ξεκινήσω, πραγματικά! Θα έλεγα ότι το σημαντικότερο είναι η πλήρης αποσύνδεση των μεγάλων ομάδων από τις τοπικές κοινωνίες και όλη την κουλτούρα που συνήθιζε να αναπτύσσεται γύρω από τα γήπεδά τους. Το γεγονός ότι τα περισσότερα παιδιά που μεγαλώνουν λίγα χιλιόμετρα μακριά από το Ολντ Τράφορντ ή το Ανφιλντ δεν θα μπορέσουν ποτέ, καθαρά οικονομικά μιλώντας, να αποκτήσουν πρόσβαση σε έναν αγώνα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ή της Λίβερπουλ αντίστοιχα, όχι με τα ίδια τους τα μάτια, ζωντανά, παρά μόνον μέσα από την οθόνη της τηλεόρασης, είναι απλώς λάθος. Ενα τεράστιο λάθος!
Τα περισσότερα παιδιά που μεγαλώνουν λίγα χιλιόμετρα μακριά από το Ολντ Τράφορντ ή το Ανφιλντ δεν θα μπορέσουν ποτέ, οικονομικά μιλώντας, να αποκτήσουν πρόσβαση σε έναν αγώνα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ή της Λίβερπουλ.
– Είναι αλήθεια ότι το πρώτο σας μυθιστόρημα είχε απορριφθεί από όλους τους εκδότες; Αργότερα δηλώσατε ότι οι εκδοτικοί οίκοι πρέπει να φοβούνται λιγότερο το ρίσκο. Υπάρχουν ακόμα οραματιστές εκδότες εκεί έξω που θα επένδυαν σε ένα βιβλίο καθαρά λόγω της ποιοτικής αξίας του;
– Δεν με είχαν απορρίψει μόνον όλοι οι εκδότες, αλλά και όλοι οι ατζέντηδες! Μάλιστα ένας εξ αυτών μου είχε απαντήσει «παρακαλούμε μη μας ξαναστείλετε ποτέ τίποτα άλλο»! Ημουν τόσο απογοητευμένος και τόσο εξαθλιωμένος οικονομικά που μετακόμισα αρχικά στην Κωνσταντινούπολη και μετά στο Τόκιο, ώστε να φύγω μακριά από την Αγγλία. Αλλά αν ήταν τότε μία φορά δύσκολο να βγάλεις ένα βιβλίο, σήμερα είναι πολύ χειρότερα τα πράγματα. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 εγώ τα κατάφερα γιατί τουλάχιστον τότε υπήρχαν άνθρωποι που διάβαζαν χειρόγραφα. Σήμερα δεν έχει νόημα να στείλεις – κανείς δεν θα το διαβάσει αν δεν σε ξέρει ήδη. Ειδικά αν προέρχεσαι από την εργατική τάξη, δεν έχεις υψηλά εισοδήματα και δεν αντέχεις οικονομικά να παρακολουθήσεις σεμινάρια, όπου κάνεις χρήσιμες γνωριμίες, είναι πάρα πολύ δύσκολο να βγάλεις βιβλίο. Ευτυχώς, υπάρχουν ακόμα κάποιοι ανεξάρτητοι εκδότες που, παραδόξως, ενώ έχουν πολύ περισσότερα να χάσουν, δεν διστάζουν να παίρνουν το ρίσκο όταν συναντούν μια νέα αξιόλογη φωνή, σε αντίθεση με τους πολυεθνικούς ομίλους…
Παρόλο που γράφω για περασμένες δεκαετίες, γράφω και για το παρόν. Στο τελευταίο βιβλίο αναρωτιέμαι: όλη αυτή η αίσθηση της κοινότητας που υπήρχε το 1958… πού είναι τώρα; Πώς φτάσαμε από εκείνο το σημείο στο σήμερα;
– Διαβάζατε μανιωδώς τη μουσική εφημερίδα New Musical Express την περίοδο 1979-1985, όταν τα κείμενα, τότε, ήταν υψηλού επιπέδου. Σας λείπει η εποχή που η κουλτούρα γύρω από τη μουσική είχε τεράστια σημασία για έναν νέο άνθρωπο; Σας προβληματίζει που τα παιδιά σας μοιραία θα αντιμετωπίζουν τη μουσική απλώς σαν ένα ηχητικό υπόβαθρο;
– Δεν γίνεται να μη νοσταλγείς εκείνες τις εποχές, αλλά όχι μόνο για τη μουσική: πράγματι ο μουσικός Τύπος είχε εκπαιδευτικό ρόλο, αλλά τότε και οι ταινίες ήταν σημαντικές και τα κόμικς του Αλαν Μουρ, του Φρανκ Μίλερ, του Κιθ Γκίφεν… όλα αυτά ήταν ζωτικής σημασίας κομμάτια μιας κουλτούρας που εξελισσόταν διαρκώς, προκαλώντας ενθουσιασμό, εμπνέοντάς μας και συντηρώντας την αίσθηση ότι όλα αυτά συνέβαιναν ταυτόχρονα με την αληθινή ζωή και μας αφορούσαν. Γι’ αυτό ίσως θάνατοι όπως αυτοί του Ντέιβιντ Μπόουι, του Μαρκ Σμιθ των Fall, του σκηνοθέτη Ντέιβιντ Λιντς μάς έχουν πονέσει: γιατί χάσαμε καλλιτέχνες που διαρκώς μας προκαλούσαν, δοκίμαζαν συνεχώς κάτι διαφορετικό – αυτό είναι πολύ σπάνιο πλέον. Από την άλλη, αν αναλογιστούμε τον κατεστραμμένο κόσμο που παραδίδουμε στις νεότερες γενιές, μάλλον οι σημερινοί 58χρονοι δεν δικαιούνται να κρίνουν τους νέους. Το ενδιαφέρον της κόρης μου, πάντως, για την κορεατική ποπ είχε μόνο θετική επίδραση πάνω της: την οδήγησε στην απόφαση να μάθει μια ξένη γλώσσα, να μελετήσει μια άλλη κουλτούρα και την έκανε να ενταχθεί σε μια κοινότητα με άλλους φαν, μερικοί από τους οποίους έγιναν φίλοι. Της έδωσε την πολύτιμη αίσθηση του να ανήκεις κάπου και θα έλεγα ότι μάλλον όλο αυτό είναι υγιέστερο από τη δική μου εφηβική εμμονή με τον Ιαν Κέρτις και τους Joy Division.

