Θα ήλπιζε κανείς ότι τέτοια ζητήματα έχουν εν πολλοίς λυθεί, αν όχι από τότε που τα Βαλκάνια έπαψαν να αντιμετωπίζονται ως «η πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης», τουλάχιστον επειδή υπογράφτηκαν οι σχετικές συμφιλιωτικές συμφωνίες.
Και όμως, τις προηγούμενες ημέρες, στην πόλη της Φλώρινας ξύπνησαν παλιές εντάσεις: ο δήμαρχός της θέλησε να διακόψει μια τοπική συναυλία των Banda Entopica, επειδή το συγκρότημα έπαιξε δύο τραγούδια με στίχους στη «μακεδονική γλώσσα» (όπως συνομολογήθηκε στη συμφωνία των Πρεσπών το 2019). Στις αντιδράσεις που ακολούθησαν, τα τραγούδια «Σόφκα» και «Eλα Κέρκο» χαρακτηρίστηκαν «αλυτρωτικά», το συγκρότημα παρέθεσε μετάφραση των στίχων τους κάνοντας λόγο για παραπληροφόρηση, πέρα από λογοκρισία, όμως το θέμα συνέχισε να προκαλεί έντονες διαδικτυακές αντιπαραθέσεις.
Iσως πάλι η κουλτούρα του διαλόγου και της καταλλαγής των παθών να μην καλλιεργήθηκε ούτε από τους εκπροσώπους της κυβέρνησης. Ο ΣΥΡΙΖΑ, η Νέα Αριστερά και το ΚΚΕ μίλησαν αντίστοιχα για «μισαλλόδοξα ξεσπάσματα», για «πλήγμα στην ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης» και για «αυταρχική παρέμβαση», ο επίτιμος αντιπρόεδρος του ΣτΕ, Χρήστος Ράμμος, υπενθύμισε ότι για το δικαίωμα του να τραγουδά κανείς ό,τι θέλει, σε οποιαδήποτε γλώσσα, έχουν χυθεί «τόνοι μελάνης» σε συντάγματα και διεθνείς συμβάσεις, όμως ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, Θάνος Πλεύρης, δήλωσε ότι σημαντικότερο από το μελάνι των συνθηκών και των νόμων είναι το… αίμα των πολέμων και των συρράξεων. Ο υπουργός Υγείας Aδωνις Γεωργιάδης αναφέρθηκε σε «ένα σκοπιανό τραγούδι», που συνιστά «προπαγάνδα εναντίον της Ελλάδος».
Από τη μεριά τους, οι Banda Entopica εξήραν τον ενωτικό και πολυγλωσσικό χαρακτήρα της μουσικής τους. Η ελευθερία της τέχνης, όμως (αν θυμηθούμε και τον πρόσφατο βανδαλισμό στην Εθνική Πινακοθήκη), δεν φαίνεται σε όλους δεδομένη. Και ενώ η υπεράσπισή της δεν είναι συζητήσιμη, αξίζει ίσως να αναρωτηθούμε πώς και γιατί φτάνουμε να τη συζητάμε και αυτή τη φορά. Μπορεί άραγε μια συναυλία να θεωρείται εθνικώς επικίνδυνη; Ή μήπως μια βαλκανική παράδοση αποτελεί απλώς κομμάτι μιας ουδέτερης πολυπολιτισμικότητας; Είναι οι λέξεις των ανθρώπων, έτσι, ουσιοκρατικά, φορείς αλυτρωτισμού; Κυρίως, γιατί δύο παραδοσιακά τραγούδια, σε άλλη γλώσσα, να προκαλούν σήμερα τόσες αντιδράσεις;
ΑΡΓΥΡΗΣ ΚΟΚΚΟΡΗΣ
Διδάκτωρ Εθνομουσικολογίας και μεταδιδακτορικός ερευνητής Νεοελληνικής Ιστορίας, ΑΠΘ
Η μουσική μπορεί να ενώνει, μπορεί και να διχάζει
Η ένταση που ξέσπασε στη Φλώρινα τον Δεκέμβριο του 2025, όταν σε δημόσια εκδήλωση ακούστηκε παραδοσιακό τραγούδι σε τοπική σλαβόφωνη διάλεκτο και ακολούθησε παρέμβαση του δημάρχου, δεν είναι ένα «γραφικό» επεισόδιο. Ανεξάρτητα από τις αντικρουόμενες περιγραφές για το αν η συναυλία διακόπηκε ή αν απλώς αφαιρέθηκε το συγκεκριμένο ρεπερτόριο, το βασικό γεγονός παραμένει: ένας ήχος, μια γλώσσα, έγινε αφορμή πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η εύκολη εξήγηση είναι ο εθνικισμός, η άγνοια, ο φόβος του «άλλου». Είναι αλήθειες, αλλά όχι όλη η αλήθεια. Σε τόπους με ανοιχτά ιστορικά τραύματα, η μουσική σπάνια λειτουργεί ως αθώο φολκλόρ. Γίνεται σύμβολο, και τα σύμβολα ενεργοποιούν μνήμες, φόβους και αξιώσεις.
Αρκεί να θυμηθούμε τον Εθνικό Διχασμό (1915-1922). Οι ύμνοι των δύο παρατάξεων –ο «Γιος του Ψηλορείτη» για τον Βενιζέλο και «Ο Αητός» για τον Κωνσταντίνο– δεν ήταν απλώς τραγούδια. Hταν τελετουργικά σήματα ένταξης: δήλωναν «στρατόπεδο», έφτιαχναν κοινότητες ακροατών και μπορούσαν να προκαλέσουν βία ή λογοκρισία, ανάλογα με το ποιος είχε την εξουσία. Ο ήχος ήταν πεδίο μάχης. Η Φλώρινα κουβαλά στρώματα μνήμης: από τον Μακεδονικό Αγώνα έως τις μεταπολεμικές συγκρούσεις και το «Μακεδονικό» των τελευταίων δεκαετιών. Σε αυτό το πλαίσιο, ένα σλαβόφωνο τραγούδι για κάποιους είναι πολιτιστική κληρονομιά· για άλλους ακούγεται ως πρόκληση, ακόμη και αν δεν υπάρχει τέτοια πρόθεση.
Η παρέμβαση αιρετού στη σκηνή είναι θεσμικά απαράδεκτη. Η λογοκρισία δεν «ηρεμεί» μια κοινωνία· τη διδάσκει ότι ο ισχυρός αποφασίζει τι επιτρέπεται να ακουστεί. Αν θέλουμε όμως να προχωρήσουμε πέρα από τα συνθήματα, χρειάζεται να δούμε και τα συναισθήματα: το πώς γεννιέται η σύγκρουση. Oπως υπενθυμίζει ο Ομπερσαλ, υιοθετώντας τον κλασικό ορισμό του Κόουζερ, σύγκρουση είναι ο ανταγωνισμός για σπάνιους πόρους, κύρος, εξουσία και αξίες – δηλαδή μια δυναμική που προϋποθέτει περισσότερους από έναν δρώντες.
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν «επιτρέπεται» ένα «αλλόγλωσσο» τραγούδι, αλλά πώς συνυπάρχουμε όταν ξέρουμε ότι ορισμένα ρεπερτόρια λειτουργούν ως κόκκινα πανιά. Οι καλλιτέχνες δεν οφείλουν να σιωπούν, οφείλουν όμως να πλαισιώνουν την επιλογή τους: να εξηγούν τι είναι αυτό που ακούγεται, να αποτρέπουν την εργαλειοποίηση και να καλλιεργούν συνθήκες ακρόασης, όχι αντιπαράθεσης. Οι θεσμοί, αντίστοιχα, οφείλουν να προστατεύουν την έκφραση, όχι να την τιμωρούν.
Γι’ αυτό και η καταδίκη της λογοκρισίας είναι αναγκαία, αλλά όχι επαρκής. Η μουσική μπορεί να ενώνει, αλλά μπορεί και να διχάζει. Το πρώτο βήμα για να την προστατεύσουμε ως δημόσιο αγαθό είναι να αναγνωρίσουμε αυτή τη δύναμη, να αρνηθούμε την αυτοδικία και να επενδύσουμε σε πλαίσια παρουσίασης και διαλόγου που δεν αφήνουν τον ήχο να γίνεται όπλο σήμερα.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΝΟΣ
Καθηγητής Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
Διαχείριση της σχέσης μεταξύ ομοιότητας και διαφοράς
Η εκτέλεση ενός τραγουδιού σε μια γλώσσα διαφορετική από την ελληνική που προκαλεί δημόσια αντιπαράθεση παραπέμπει στους τρόπους με τους οποίους κατανοούμε τι θεωρείται οικείο και τι προσλαμβάνεται ως ξένο. Το ζήτημα αφορά τη διαχείριση της σχέσης ανάμεσα στην ομοιότητα και στη διαφορά. Τα ζητήματα ταυτότητας και ετερότητας διαπερνούν την πολιτική και κοινωνική ζωή στην Ελλάδα, όπου η εθνική ομοιογένεια λειτουργεί ως αυτονόητο σημείο αναφοράς και η διαφορά, συχνά, εκλαμβάνεται ως προβληματική απόκλιση.
Η ελληνική κοινωνία μετασχηματίστηκε ραγδαία από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, με τρόπους που αμφισβήτησαν στην πράξη την εικόνα ενός ομοιογενούς εθνικού συνόλου. Οι αλλαγές αυτές έφεραν στο προσκήνιο κοινωνικές και πολιτισμικές διαφοροποιήσεις που μέχρι τότε υποβαθμίζονταν ή αποσιωπούνταν. Τόσο οι ιστορικά παρούσες αλλά περιθωριοποιημένες μορφές ετερότητας όσο και οι νεοαφιχθείσες προσελήφθησαν ως πηγές εντάσεων και απειλών.
Παρά τις μετατοπίσεις αυτές, η ομοιότητα εξακολουθεί να λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός κοινωνικής συνοχής, αλλά και ως κριτήριο αποδοχής. Αν και η ελληνικότητα συγκροτήθηκε ιστορικά γύρω από την ταύτιση τόπου, πληθυσμού, γλώσσας και πολιτισμού, η πολιτισμική διαφορά δεν εξαφανίστηκε· μετατράπηκε σε αντικείμενο πολιτικής και κοινωνικής διαχείρισης. Η αποδοχή της τέθηκε υπό όρους: προσαρμογή, εξομοίωση, απόκρυψη. Οσοι μπορούν να γίνουν «όμοιοι» εντάσσονται, ενώ οι «διαφορετικοί» περιθωριοποιούνται. Ετσι, η σχέση «εμείς – οι άλλοι» οργανώνεται ιεραρχικά, όχι ως ισότιμη συνύπαρξη, αλλά ως σχέση ορίων, όρων και εξουσίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η γλώσσα με τη μορφή της ελληνοφωνίας λειτουργεί ως αυτονόητη και αόρατη κανονικότητα, ενώ η αλλοφωνία γίνεται ορατή και φορτισμένη. Το ίδιο τραγούδι σε άλλη γλώσσα μπορεί να εντάσσεται οργανικά και απροβλημάτιστα σε διαφορετικά συμφραζόμενα: ως τοπική έκφραση στο πανηγύρι, ως στοιχείο μιας «έθνικ» μουσικής σκηνής, ως νοσταλγική αναφορά στο παρελθόν ή ως καλλιτεχνική πρόταση σε αστικά κέντρα ή στο εξωτερικό. Αυτό που μεταβάλλεται δεν είναι το τραγούδι, αλλά οι όροι μέσα από τους οποίους ερμηνεύεται και αξιολογείται, αποκαλύπτοντας ότι η πολιτισμική αποδοχή δεν κατανέμεται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις εκφράσεις.
Αν η ελληνικότητα συνεχίζει να νοείται ως ένα σχήμα μη συμπεριληπτικής ομοιότητας, τότε κάθε απόκλιση βιώνεται ως δυνάμει απειλή. Το διακύβευμα δεν είναι αν ένα τραγούδι σε άλλη γλώσσα μπορεί να γίνει αποδεκτό, αλλά αν η ελληνική κοινωνία είναι διατεθειμένη να αναγνωρίσει τη διαφορετική πολιτισμική έκφραση ως μέρος της κανονικότητάς της, χωρίς να τη μεταφράζει αυτομάτως σε πρόβλημα ή σε αμφισβήτηση του εθνικού εαυτού. Εκεί ακριβώς κρίνεται αν η ελληνικότητα λειτουργεί ως πλαίσιο συνύπαρξης ή ως φίλτρο αποκλεισμού και αν η ετερότητα μπορεί να υφίσταται χωρίς να χρειάζεται να απολογείται.

