Το 2000 η ελληνική τηλεόραση ζούσε τη «χρυσή εποχή της», η οποία συνεχίστηκε για περίπου μία δεκαετία ακόμη. Υπήρξαν σεζόν που υλοποιούνταν έως και 35-40 σειρές, χιλιάδες ηθοποιοί, δημιουργοί και τεχνικό προσωπικό απασχολούνταν στη μυθοπλασία, λειτουργούσαν ολοένα και περισσότερα στούντιο και εταιρείες παραγωγής, και επενδύονταν δεκάδες εκατομμύρια ευρώ.
Ηταν η εποχή που οι τηλεθεατές είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν εξαιρετικές σειρές με υψηλά στάνταρ παραγωγής και, φυσικά, πάρα πολλά σίριαλ που καλώς έχουν περάσει στη λήθη καθώς υλοποιήθηκαν «στο πόδι», για να καλύψουν τηλεοπτικό χρόνο και να απορροφήσουν διαφήμιση, που έρρεε άφθονη και πληρωνόταν ακριβά.
Ηταν ακόμη η εποχή της άνθησης των προγραμμάτων ριάλιτι, με τα κανάλια να «ελληνοποιούν» διεθνή κόνσεπτ, πολλά από τα οποία «τρέλαιναν τα μηχανάκια» της –τότε– AGB, κάνοντας πρόσκαιρα διάσημους ανθρώπους της διπλανής πόρτας και απορροφώντας καταξιωμένους αλλά και νεότερους παρουσιαστές. Πολλά νέα πρόσωπα σε ρόλους παρουσιαστών, αλλά και πανελιστών, εμφανίστηκαν και αξιοποιήθηκαν και στην πρωινή και στη μεσημεριανή ζώνη, οι οποίες επίσης ενισχύθηκαν την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, ενώ στιγμές δόξας και υψηλής τηλεθέασης κατέγραψαν και δεκάδες τηλεπαιχνίδια.

Τη δεκαετία 2000-2010, η ελληνική τηλεόραση γνώρισε μια γρήγορη και μεγάλη άνθηση, που πολλοί εκ των υστέρων χαρακτήρισαν «φούσκα» – και ίσως να ήταν. Η αλήθεια πάντως είναι ότι, ως αγορά, κίνησε πολύ μεγάλα χρηματικά ποσά, απασχόλησε με καλές –και πολύ καλές– αμοιβές χιλιάδες ανθρώπους, κινητοποίησε την ανάπτυξη και διεύρυνση της αγοράς της διαφήμισης και του μάρκετινγκ. Και, φυσικά, άφησε μεγάλο αποτύπωμα στην ποπ κουλτούρα της εποχής, από την οποία επιζούν δημοφιλείς αναφορές σε σίριαλ, ατάκες μυθοπλαστικών χαρακτήρων και τηλεπαρουσιαστών κ.λπ.
3,5 εκατ. τηλεθεατές
Σειρές της δεκαετίας του 2000 όπως «Το νησί» και «Στο παρά πέντε» κατέγραφαν τηλεθέαση που κινείτο πάνω από 60% και σε μεμονωμένα επεισόδια άγγιξε σχεδόν το 70%, καθηλώνοντας μπροστά από τις οθόνες τους έως και 3,5 εκατ. τηλεθεατές. Πρόκειται για νούμερα που δεν έχουν επαναληφθεί και σήμερα θεωρούνται άπιαστα για οποιαδήποτε σειρά.

Εξαιρετικά επιτυχημένα υπήρξαν πολλά ακόμη σίριαλ εκείνης της εποχής όπως «Το καφέ της Χαράς», «Μη μου λες αντίο», «Κλείσε τα μάτια», «Της αγάπης μαχαιριά», «Είσαι το ταίρι μου», «Βέρα στο δεξί», «Οι στάβλοι της Εριέτας Ζαΐμη», «Τα μυστικά της Εδέμ» και άλλα, τα οποία σημείωναν τηλεθεάσεις μεταξύ 30%-40% – κατά περίπτωση και περισσότερο. Ασχέτως επιτυχίας στο τηλεοπτικό box office, σειρές όπως «Το 10», «Με λένε Βαγγέλη», «4», «10η εντολή», «Οι μάγισσες της Σμύρνης», «Σαββατογεννημένες», «Σ’ αγαπώ μ’ αγαπάς», «Τι ψυχή θα παραδώσεις μωρή», «Υπέροχα πλάσματα», «Μίλα μου βρώμικα», «Μαύρα μεσάνυχτα» εγγράφηκαν στη συλλογική συνείδηση με θετικό πρόσημο, για διαφορετικούς λόγους ή χαρακτηριστικά η κάθε μία.
«Το νησί» υπήρξε η πιο ακριβοπληρωμένη σειρά, με μπάτζετ που έφτανε στις 200.000 ευρώ το επεισόδιο – συνολικά σχεδόν 5 εκατ., ενώ υψηλό προϋπολογισμό (πάνω από 100.000 ευρώ το επεισόδιο) είχαν και τα «Ματωμένα χώματα», «Να με προσέχεις», «Κλείσε τα μάτια», «Είσαι το ταίρι μου», «Στο παρά πέντε», «Μαύρα μεσάνυχτα» κ.ά.

Ηταν και μια εποχή που αξιοποιήθηκαν χιλιάδες ηθοποιοί και οδήγησε στην ανάδειξη και πολλών πρωτοεμφανιζόμενων – αρκετοί από τους οποίους σταδιακά λησμονήθηκαν. Οι αμοιβές, ειδικά των πρωταγωνιστών, ανέρχονταν σε πενταψήφια νούμερα – η αμοιβή ενός «πρωτοκλασάτου» κυμαινόταν μεταξύ 10.000 και 15.000 ευρώ το επεισόδιο (δύο-τρεις έφταναν και σε 20.000 ευρώ), στο ήμισυ έφτανε η αποζημίωση ενός σεναριογράφου ή σκηνοθέτη, βασικό μισθό, εκτός έδρας, Σαββατοκύριακα και υπερωρίες λάμβανε μηνιαίως ένας τεχνικός. Αναδείχθηκαν, επίσης, δημιουργοί που καθόρισαν με τις δουλειές τους τις τηλεοπτικές συνήθειες του κοινού, κερδίζοντας αναγνώριση και δημοφιλία, όπως ο Γιώργος Καπουτζίδης και ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης. Ας μην ξεχνάμε, τέλος, την είσοδο, από το 2005 και μετά, όταν το Mega πρόβαλε «Τα σύνορα της αγάπης», στο πρόγραμμα των ελληνικών καναλιών δεκάδων τουρκικών σίριαλ –περισσότερων από τριάντα– με δημοφιλέστερα τα «Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής», «Εζέλ», «Σιλά» κ.ά.
Στις 10 Σεπτεμβρίου 2001 στον ΑΝΤ1 έκανε πρεμιέρα το τηλεοπτικό ριάλιτι που έμελλε να εγκαινιάσει ένα μεγάλο κεφάλαιο στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης, το «Big Brother», με παρουσιαστή τον Ανδρέα Μικρούτσικο και νικητή τον Γιώργο Τριανταφυλλίδη ή, όπως έμεινε στην τηλεοπτική ιστορία, Τσάκα. Ο τελικός του παιχνιδιού πραγματοποιήθηκε την παραμονή Πρωτοχρονιάς και κατέγραψε τηλεθέαση που άγγιξε το 80%! Η τεράστια δημοφιλία του πρώτου αυτού ριάλιτι, που απορροφούσε, εκτός από τηλεθεατές, τεράστια διαφημιστικά έσοδα (της τάξης δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ), οδήγησε φυσικά στη δημιουργία ενός ολόκληρου τηλεοπτικού είδους και στην Ελλάδα. Ακολούθησαν, με περισσότερη ή λιγότερη επιτυχία, μία ακόμη σεζόν «Big Brother», «Bar», «Fame Story», «Η φάρμα», «The Gym show», «Mission», «The Wall», «Survivor», «Party», «Popstars», «Eurostar», «Greek Idol», «Dream show», «TV Stars, παρουσιάστε», «So you think you can dance», «X Factor», «Ελλάδα έχεις ταλέντο», «Next Top Model», «Masterchef», «The Voice».
Παρότι τα επονομαζόμενα «πρωινάδικα» είχαν εμφανιστεί στη ζώνη των 10 ήδη από τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, με τη Ρούλα Κορομηλά και την Ελένη Μενεγάκη να κυριαρχούν ως οι αγαπημένες του κοινού, η μεγέθυνση της διαφημιστικής πίτας μετά το millennium οδήγησε στον εμπλουτισμό του περιεχομένου με περισσότερα lifestyle στοιχεία (μόδα, μαγειρική, κουτσομπολιό, συνεντεύξεις) και αύξηση του αριθμού των πρωινών ψυχαγωγικών εκπομπών με την ένταξή τους στο πρόγραμμα περισσότερων καναλιών. «Σαν στο σπίτι σας», «Πρωινός καφές», «Ομορφος κόσμος το πρωί», «Πρωινό mou», «Πρωινό κους κους» κ.λπ. με «νέο αίμα» ως παρουσιαστές όπως ο Γρηγόρης Αρναούτογλου, η Φαίη Σκορδά, ο Γιώργος Λιάγκας, η Κατερίνα Καραβάτου, η Ελεονώρα Μελέτη, η Σταματίνα Τσιμτσιλή κ.ά. Κάποιοι από αυτούς στελέχωσαν σταδιακά τη μεσημεριανή ζώνη που εμπλουτίστηκε με ψυχαγωγικά μαγκαζίνο, όπως τα «Κους κους το μεσημέρι», «Μεσημεριανή Μελέτη», «Ελένη», «Πολύ μπλα μπλα», «Δέστε τους» κ.ά. Και ξαφνικά η κρίση τράβηξε το κόκκινο χαλί κάτω από τα πόδια όλων των εμπλεκομένων με την αγορά και την καθημερινότητα της ελληνικής τηλεόρασης. Οι παραγωγές μειώθηκαν δραστικά, τα μπάτζετ περικόπηκαν, χιλιάδες άνθρωποι έμειναν χωρίς δουλειά, πολλά στούντιο έκλεισαν. Για περίπου δύο χρόνια σχεδόν όλα έμοιαζαν «παγωμένα». Τα κανάλια συνέχισαν να παράγουν πρωτότυπο περιεχόμενο, αλλά με συνετούς –χαμηλούς– προϋπολογισμούς.

Ομως, στις αρχές Οκτωβρίου 2013, ο Alpha αποφασίζει να ξεκινήσει τη «Μουρμούρα». Εξι καλοί ηθοποιοί ενσαρκώνουν καθημερινά ζευγάρια, που ζωντανεύει η πένα έξι έμπειρων σεναριογράφων, υπό τις οδηγίες του ταλαντούχου Αντώνη Αγγελόπουλου. Πριν περάσει μήνας η σειρά έχει σκαρφαλώσει στις πρώτες θέσεις του πίνακα τηλεθέασης, έχει γίνει #hashtag στο Twitter και «εισβάλλει» στις συζητήσεις. Το κοινό είχε στείλει ένα πολύ ηχηρό μήνυμα σχετικά με την προτίμησή του. Λίγους μήνες μετά κάνει πρεμιέρα και «Το σόι σου», που επίσης συναντά θερμή υποδοχή. Τη σεζόν 2013-2014, επτά σεζόν προβάλλονται συνολικά στην τηλεόραση. Την επόμενη χρονιά, 2014-2015, δεκαέξι σίριαλ, ελληνικές ή ελληνοκυπριακές παραγωγές, συναγωνίζονταν στην απογευματινή και prime time ζώνη σε Alpha, Mega και ANT1. Σχεδόν 3 εκατ. τηλεθεατές παρακολουθούσαν το «Κάτω Παρτάλι» κάθε εβδομάδα, 1.800.000 άνθρωποι το «Μην αρχίζεις τη μουρμούρα», 1.400.000 «φίλαθλοι» επευφημούσαν την «Εθνική Ελλάδος», περίπου 1.000.000 έβλεπαν «Μπρούσκο» τα απογεύματα και άλλοι τόσοι τη «Δικαίωση». Τα υπόλοιπα σίριαλ, στη χειρότερη περίπτωση, δεν έπεφταν κάτω από 500.000 τηλεθεατές. Τα χρόνια που ακολούθησαν αυξήθηκαν σταδιακά οι σειρές μυθοπλασίας και τις τελευταίες σεζόν φτάσαμε πάλι να υλοποιούνται και 30 σίριαλ κάθε σεζόν.
Streaming και on demand
Ο ανταγωνισμός των ελληνικών παρόχων περιεχομένου (Cosmote TV, Nova, Vodafone, ΑΝΤ1+) και η είσοδος αρχικά του Netflix και στη συνέχεια άλλων μεγάλων διεθνών πλατφορμών streaming στην ελληνική αγορά έφεραν το ελληνικό κοινό σε επαφή με εμβληματικές ξένες σειρές που εμπλούτισαν την τηλεοπτική εμπειρία και άλλαξαν τις προσδοκίες και τις απαιτήσεις των Ελλήνων τηλεθεατών. Σταδιακά, δε, τροποποιήθηκαν και οι συνήθειες θέασής τους.
Το καθημερινό ραντεβού μπροστά από τους τηλεοπτικούς δέκτες, που αποτέλεσε συνήθεια δεκαετιών, φαίνεται ότι τα τελευταία χρόνια αδρανεί. Η γραμμική παρακολούθηση τηλεοπτικού περιεχομένου αντικαθίσταται σταδιακά για πολλά προγράμματα και από πολλούς τηλεθεατές από την ετεροχρονισμένη (on demand και replay TV) θέαση και οι κινητές συσκευές (smartphone, τάμπλετ και λάπτοπ) παίρνουν τη θέση της τηλεόρασης. Τα στοιχεία των παρόχων περιεχομένου στις δημοφιλείς πλατφόρμες στην Ελλάδα δείχνουν ότι ένας στους τρεις τηλεθεατές παρακολουθεί προγράμματα μέσω κινητού τηλεφώνου (αν συνυπολογιστεί η θέαση από τάμπλετ και λάπτοπ, φτάνουμε στους έξι στους δέκα τηλεθεατές), ενώ έως και το 70% του περιεχομένου οι χρήστες το βλέπουν κάποιες ημέρες της εβδομάδας on demand. Οπως είναι αναμενόμενο, οι νεαρότεροι σε ηλικία θεατές παρακολουθούν on demand περιεχόμενο, ενώ οι μεγαλύτεροι σε ηλικία παραμένουν πιο πιστοί στη γραμμική θέαση.

