Δεν χωράει αμφιβολία. Το τοπίο του σύγχρονου χορού στην Ελλάδα μεταμορφώθηκε μέσα στο διάστημα των 25 πρώτων ετών του 21ου αιώνα. Το έτος-τομή, όμως, δεν το αποτέλεσε η αφετηρία της τρέχουσας χιλιετίας αλλά το 2006. Εκείνη τη χρονιά ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, ο «εθνικός μας χορογράφος», που τότε κάθε αναφορά στο όνομά του εναλλασσόταν με τον χαρακτηρισμό «τελετάρχης», παρουσίασε το έργο – φαινόμενο «2». Εγκαινιάζοντας με αυτή την παράσταση το ανακαινισμένο Παλλάς, μέσα σε ένα κλίμα μεταολυμπιακής ευφορίας, έκοψε περί τα 100.000 εισιτήρια, κάτι που δεν είχε συμβεί ποτέ πριν σε παράσταση σύγχρονου χορού. Το «2» σύστησε μια καλλιτεχνική πρακτική που μέχρι τότε θεωρείτο ελίτ, αστική και, ας είμαστε ειλικρινείς, κάπως δήθεν σε ένα μεγάλο μέρος του αθηναϊκού κοινού και συνεισέφερε στο να αποκτήσει μαζικότερη απήχηση.
Του 2006 είχαν προηγηθεί δύο, περίπου, δεκαετίες κατά τις οποίες συνέβη αυτό που στο πολιτιστικό ρεπορτάζ περιγράφηκε ως «άνοιξη του σύγχρονου χορού». Ηταν μια άνοιξη, όμως, κυρίως καλλιτεχνικής παρουσίας και ανάπτυξης, παρά (μαζικής) απήχησης. Κατά τη διάρκειά της δύο γενιές χορευτών και, κυρίως, χορογράφων συνδέθηκαν, συχνά με τρόπο μεταπρατικό, με τις τότε πρόσφατες πρωτοπορίες που είχαν αναδυθεί στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Συσπειρώθηκαν, δε, γύρω από δεκάδες ομάδες οι οποίες έλαβαν νομικά τη μορφή αστικών μη κερδοσκοπικών εταιρειών και στηρίχτηκαν σε ίδια μέσα και επιχορηγήσεις του ΥΠΠΟ (ή και άλλων φορέων). Το 1999 ιδρύθηκε το –ανενεργό σήμερα– Σωματείο Ελλήνων Χορογράφων που επί χρόνια κάθε άνοιξη διοργάνωνε το δικό του φεστιβάλ, με τις ομάδες-μέλη να παρουσιάζουν έργα τους με διαφορετικό βαθμό καλλιτεχνικής επιτυχίας και ανταπόκρισης του κοινού, σε διάφορα αθηναϊκά θέατρα.
Μέχρι την κρίση
Υπό αυτές τις ζυμώσεις κυριαρχούσε μια δραστήρια σκηνή επιχορηγούμενου χορού κατά το πέρασμα στον 21ο αιώνα. Την πρώτη του δεκαετία, εκτός από τον Δ. Παπαϊωάννου, μεταξύ των «μεγάλων ονομάτων» που απασχολούσαν με τις παραστάσεις τους ήταν εκείνα της Σοφίας Σπυράτου, του Κωνσταντίνου Ρήγου (ομάδα Οκτάνα, Χοροθέατρο ΚΘΒΕ), του Κωνσταντίνου Μίχου (Λάθος Κίνηση), της Αποστολίας Παπαδαμάκη (Sine Qua Non και Quasi Stellar), του Αντώνη Φωνιαδάκη (Apotosoma) και του ντουέτου των Λίντα Καπετανέα – Γιόζεφ Φρούτσεκ (RootlessRoot). Το τοπίο άρχισε να αλλάζει γύρω στο 2009, με την οικονομική κρίση που οδήγησε σε μαζική έξοδο νέων ταλέντων από τη χώρα, με περισσότερους χορευτές (Αιμίλιος Αράπογλου, Γιώργος Κοτσιφάκης κ.ά.), παρά χορογράφους, να διαπρέπουν διεθνώς. Η ίδρυση της Στέγης το 2010 και στη συνέχεια η «θέσπιση» των Onassis Dance Days αποτέλεσαν αντίβαρο στην παρακμή και κόμβο παραγωγής σύγχρονου χορού υψηλού επιπέδου.
Πριν από τη Στέγη, το 2006, την ίδια χρονιά που ο Δ. Παπαϊωάννου παρουσίαζε στο Παλλάς το «2», στη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου τοποθετήθηκε ο Γιώργος Λούκος. Πρώην χορευτής, τα εννέα έτη που έμεινε σε αυτή τη θέση πριμοδότησε (ή αποκατέστησε) στο πρόγραμμα του σημαντικότερου φεστιβάλ της χώρας την παρουσία του σύγχρονου χορού. Αυτό έγινε μέσα από: α. μετακλήσεις (Πίνα Μπάους, Γουίλιαμ Φορσάιθ, Αν Τερέζα ντε Κερσμάκερ κ.ά.) και β. τη στήριξη νεότερων Ελλήνων (Πατρίσια Απέργη, Κώστας Τσιούκας, Χαρά Κότσαλη κ.ά.) και ξένων δημιουργών. «Εκπαιδευτικό» του κοινού ρόλο έπαιξε για ένα σύντομο διάστημα, στην ελεύθερη αγορά, το θέατρο Παλλάς (μετακλήσεις Γιαν Φαμπρ, ομάδας Sankai Juku κ.ά.) και φεστιβάλ με εξωστρεφή προγραμματισμό, όπως το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού του Δήμου Αθηναίων, το Arc for Dance, το MIR και, στην περιφέρεια, το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας. Μέσω αυτών δημιουργήθηκαν, επίσης, διασυνδέσεις ανάμεσα στην τοπική και τη διεθνή σκηνή, που οδήγησαν σε συμπράξεις.
Οι τάσεις
Με τις παραστάσεις του Δ. Παπαϊωάννου να συνεχίζουν να έχουν μαζική αποδοχή και τον Κ. Ρήγο, που το 2018 ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση του Μπαλέτου της ΕΛΣ, να πριμοδοτεί το στοιχείο του θεάματος και της ψυχαγωγίας σε μεγάλης κλίμακας παραγωγές, η Στέγη και το Φεστιβάλ Αθηνών αποτελούν σήμερα τους κινητήριους μοχλούς παραγωγής σύγχρονου χορού. Τα δύο μεγάλα ονόματα που αναδύθηκαν μέσα σε αυτή την 25ετία και έφτιαξαν μια αναγνωρίσιμη, δική τους χοροπλασία –ο Ευριπίδης Λασκαρίδης και ο Χρήστος Παπαδόπουλος– ξεπήδησαν από τους κόλπους της πρώτης. Το ρεύμα που κυριαρχεί, όπως και διεθνώς, είναι η «διαθεματικότητα», καθώς ο σύγχρονος χορός είναι μία έννοια-ομπρέλα (ή ένας όρος μάρκετινγκ) στον οποίο η εκφραστική κίνηση συνομιλεί με την περφόρμανς αρτ, τα εικαστικά κ.ά. τέχνες. Το κοινό «αγαπάει» τα σκηνικά τεχνάσματα (π.χ. την ιδιάζουσα χρήση του φωτισμού στις παραστάσεις του Χ. Παπαδόπουλου και τη δημιουργία ατμόσφαιρας φαντασμαγορίας σε εκείνες του Κ. Ρήγου), ενώ οι πιο συνήθεις θεματικές έχουν να κάνουν με τις εμπειρίες της ταυτότητας, του φύλου, του σώματος και της σεξουαλικότητας.

