Ζωντανεύουν τον διάλογο της εγχώριας πολιτιστικής παραγωγής με τα διεθνή καλλιτεχνικά δίκτυα, ενώ αφήνουν το αποτύπωμά τους στις γύρω συνοικίες. Φέρνουν πραγματικά «μεγάλα ονόματα» και επηρεάζουν τις συνθήκες παραγωγής και κατανάλωσης της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Θα ισχυριζόταν κανείς ότι τα νέα ιδρύματα του πολιτισμού και οι μεγάλες πολιτιστικές υποδομές που εμφανίστηκαν στην πρωτεύουσα στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα, ενισχύουν την πολιτιστική αυτοπεποίθηση της χώρας. Και καθώς ορισμένα μοιάζουν να καλύπτουν τα κενά που άφησε στον σύγχρονο πολιτισμό ο δημοσιονομικός του περιορισμός λόγω της οικονομικής κρίσης, τα ιδρύματα προκαλούν μια αναδιάταξη του κεντρικού πολιτιστικού τοπίου και του ίδιου του αστικού ιστού.
Ισως οι απαρχές του φαινομένου να εντοπίζονται στο γύρισμα του αιώνα και στη μετεξέλιξη της Τεχνόπολης του Δήμου Αθηναίων, από βιομηχανική εγκατάσταση σε πολιτιστικό πολυχώρο. Θα λέγαμε ότι και με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, παρ’ όλες τις χαμένες ευκαιρίες, ζωήρεψε τουλάχιστον η συζήτηση για την αξιοποίηση αχρησιμοποίητων χώρων. Από μετατροπή παλιότερου κτιρίου προέκυψε το 2004 και το κτίριο του Μουσείου Μπενάκη, στην οδό Πειραιώς 138, μια εξέλιξη που συνέβαλε σε μια πρώτη μετατόπιση του πολιτισμού προς τον νότο.
Ιδιαίτερα επιτυχημένο παράδειγμα είναι εξάλλου η αναζωογόνηση του πρώην βιομηχανικού συγκροτήματος της Πειραιώς 260, που επί Γιώργου Λούκου μετατράπηκε το 2006 σε ολοζώντανη σκηνή του Φεστιβάλ Αθηνών. Στον ίδιο οδικό άξονα, σε μια σχετικά υποβαθμισμένη περιοχή του Ταύρου, λειτούργησε λίγο αργότερα το Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, ενώ την ίδια περίπου περίοδο το Ιδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Βασίλη και Μαρίνας Θεοχαράκη άνοιξε τις πόρτες του στο κέντρο της Αθήνας.
Η Στέγη και το ΚΠΣΙΝ
Ενα ιδιαίτερα βαθύ αποτύπωμα ανήκει φυσικά στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, που εγκαινιάστηκε το 2010 στο 107 της λεωφόρου Συγγρού, καθώς και στο Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, που το 2016 πήρε τη θέση του παλαιού ιπποδρόμου στον υπό ανάπλαση Φαληρικό Ορμο και παραχωρήθηκε στο ελληνικό Δημόσιο.
Ισως είναι ακόμα πρόωρη μια εις βάθος αποτίμηση δύο τόσο μεγάλων οργανισμών. Μπορούμε απλώς να υπενθυμίσουμε ότι το σχεδιασμένο από τον Ρέντσο Πιάνο ΚΠΙΣΝ στέγασε τις νέες, σύγχρονες εγκαταστάσεις της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος (και το Πάρκο Σταύρος Νιάρχος), αλλά καθιερώθηκε επίσης ως τοπόσημο και ως αστικός προορισμός αναψυχής για διάφορα είδη κοινού. Οργανωμένη σαν κεντρικός φορέας πολιτισμού με έμφαση στις παραστατικές τέχνες (και με ενδιαφέρον για τα πολιτικοκοινωνικά ζητήματα) η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση προσκαλεί τους επισκέπτες της και στο Πεδίον του Αρεως («Plasmata») ή στην περιοχή του Ρέντη («Onassis Ready»). Τα ενοίκια γύρω από τα κεντρικά των δύο οργανισμών δεν μένουν ανεπηρέαστα, ενώ κάτι αντίστοιχο ισχύει και για το ευρύτερο καλλιτεχνικό οικοσύστημα, που διεκδικεί προγράμματα υποτροφιών και residencies των δύο ιδρυμάτων.
Για την απήχηση του πολιτιστικού προϊόντος που προσφέρουν η Στέγη και το ΚΠΙΣΝ αρκεί ως τεκμήριο το μέγεθος του κοινού που παρακολουθεί τις (συν)παραγωγές ή τις μετακλήσεις τους και το οποίο, αν και όχι «ειδικό», έχει υψηλές προσδοκίες. Μην ξεχνάμε επίσης τη μεταβίβαση του «Αρχείου Καβάφη» στο Ιδρυμα Ωνάση (και το άνοιγμά του στο κοινό) και τον εκσυγχρονισμό, το 2021, με χορηγία του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, της Εθνικής Πινακοθήκης.
Το ΝΕΟΝ
Στα παραπάνω μπορούμε να προσθέσουμε τον Οργανισμό Πολιτισμού και Ανάπτυξης ΝΕΟΝ, που από το 2013 ενεργοποιεί παλιούς χώρους και παρουσιάζει σύγχρονους καλλιτέχνες· το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή, που εγκαινιάστηκε το 2019 στο Παγκράτι και στεγάζει τη μεγαλύτερη ίσως ελληνική ιδιωτική συλλογή έργων μοντέρνας τέχνης· το Νέο Ψηφιακό Πλανητάριο του Ιδρύματος Ευγενίδου (2003), στη Συγγρού και αυτό· στον αριθμό 51-53 της λεωφόρου, άλλωστε, υποδέχεται επιτέλους το κοινό του και το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, η λειτουργία του οποίου ανανέωσε το πρώην εργοστάσιο ΦΙΞ· δεν θα ήταν άστοχο μάλιστα, αν στον συγκεκριμένο οδικό άξονα εντάξουμε και το Μουσείο Ακρόπολης, που από το 2009 ενίσχυσε τη θέση της χώρας στη διεθνή πολιτιστική διπλωματία.
Νέα μονοπάτια και σύγχρονες πολιτιστικές αρτηρίες διατρέχουν πλέον τις γειτονιές που συνδέουν την Αθήνα με τον Πειραιά. Πρόκειται για μια καινούργια πολιτιστική γεωγραφία, που αν δεν διαμορφώνεται πάντα από ένα ευρύτερο και κοινώς μοιρασμένο πολεοδομικό και πολιτιστικό όραμα, χαρακτηρίζεται πάντως από πλουραλισμό.
Στη Θεσσαλονίκη δεν παρατηρείται ανάλογη ανάπτυξη· δεν αποκλείεται βέβαια, με όσα προγραμματίζονται στην πόλη, κάτι τέτοιο να αποτελέσει αντικείμενο ενός μελλοντικού αφιερώματος.

