Στις αρχές του 2000, αν έλεγες ότι η Αθήνα σύντομα θα γινόταν ένας κόμβος στον διεθνή χάρτη της σύγχρονης τέχνης, πολλοί θα σε κοιτούσαν δύσπιστα. Στο γύρισμα της νέας χιλιετίας, στην Ελλάδα δεν υπήρχε Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ) σε πλήρη λειτουργία. Δεν υπήρχε biennale, ούτε σταθερή διεθνής παρουσία καλλιτεχνών σε μεγάλης κλίμακας εικαστικές εκθέσεις. Η χώρα ήταν στραμμένη αλλού: στους Ολυμπιακούς Αγώνες που έρχονταν. Οι νέες υποδομές έπρεπε να καλύψουν γρήγορα τα βιομηχανικά κουφάρια του παρελθόντος σε μια βαλκανο-μεσογειακή πρωτεύουσα, που αν και ταλαιπωρημένη υπερ-συνδεόταν ταχύτατα με τον πλανητη.
Ηταν 2003 όταν ο πίνακας «Πότισέ με» του Βέλγου Τιερί ντε Κορντιέ πυροδότησε έναν μικρό πολιτισμικό σεισμό στην Αθήνα λόγω της διοργάνωσης «Outlook». Η εικόνα ενός πέους σε διάλογο με τον σταυρό δεν αντιμετωπίστηκε ως πρόκληση προς σκέψη, αλλά ως απειλή προς την ηθική τάξη. Το έργο αποκαθηλώθηκε, ο επιμελητής σύρθηκε στα δικαστήρια με το κατηγορητήριο ότι συμπεριέλαβε στην έκθεση «τον άσεμνο και κατάπτυστο πίνακα», «δημιουργία διεστραμμένης καλλιτεχνικής διανόησης». Μια σειρά από δημοσιεύματα στον ξένο Τύπο έγραφαν ότι, αντί η Αθήνα ως πολιτιστική πρωτεύουσα να γιορτάζει μια επιτυχία στον διεθνή εικαστικό χάρτη, απέπνεε μισαλλοδοξία και φανατισμό.

Πραγματικά, σε εκείνη την πρώτη διεθνή έκθεση σύγχρονης τέχνης που διοργανώθηκε στην Ελλάδα ως παραγωγή της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας, δεν ζήσαμε μόνο το «σκάνδαλο» του «Πότισέ με». Υπήρχαν ακόμη γεγονότα βανδαλισμού και άλλων έργων που, με τη δικαιολογία της παρουσίασής τους εκτός αιθουσών τέχνης –χρησιμοποιήθηκαν παλιά βιομηχανικά κτίρια και εγκαταλελειμμένοι χώροι στο Γκάζι– προκάλεσαν διαξιφισμούς περί της επιθυμητής σχέσης πόλης, μοντέρνας ζωής και τέχνης. Και ακόμη ήμασταν στην αρχή.
Παρά τα φαινόμενα ωστόσο, ήδη στο γύρισμα της νέας χιλιετίας είχε καλλιεργηθεί το έδαφος για την άνθηση της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα. Αυτό ξεκίνησε αθόρυβα αλλά ουσιαστικά από την εκπαίδευση. Η Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (ΑΣΚΤ), με άξιους εικαστικούς που υπήρξαν επίσης δοτικοί δάσκαλοι, έπαιξε ρόλο στην προετοιμασία των κατοπινών επιτυχιών διαμορφώνοντας εξωστρεφείς καλλιτέχνες με ανοιχτούς ορίζοντες. Πολλοί από αυτούς σύντομα άρχισαν να συμμετέχουν ισότιμα στη διεθνή σκηνή.
Επιπλέον, αρκετοί απόφοιτοι της Σχολής μπήκαν στη μέση εκπαίδευση διδάσκοντας εικαστικά, πριν το μάθημα συρρικνωθεί έως εξαφανίσεως μέσα στο σχολικό ωρολόγιο πρόγραμμα. Στην εκπαιδευτική καλλιέργεια της εικαστικής κουλτούρας οφείλουμε το σημερινό boom εκθέσεων σε γκαλερί, καλλιτεχνικών συμπράξεων και πλατφορμών και, κυρίως, της οφείλουμε ένα κοινό τριαντάρηδων και σαραντάρηδων φιλότεχνων που, με τα μωρά τους στο καρότσι ή κρατώντας ένα παιδικό χεράκι, γεμίζουν τις αίθουσες μουσείων και γκαλερί.
Το ανέστιο μουσείο
Αλλά ναι, ο δρόμος δεν ήταν εύκολος. Η φιλοδοξία να αποκτήσει η Αθήνα ένα λειτουργικό μουσείο σύγχρονης τέχνης μετατράπηκε σε δοκιμασία αντοχής. Το ΕΜΣΤ ιδρύθηκε το 2000, υπό τη διεύθυνση της Αννας Καφέτση, χωρίς όμως μόνιμη στέγη. Για χρόνια έμοιαζε με όραμα ανέστιο. Οι αλλεπάλληλες καθυστερήσεις, οι διοικητικές εμπλοκές, οι αλλαγές διεύθυνσης και η μερική ή αποσπασματική λειτουργία του κτιρίου Φιξ για περίπου μία 15ετία έθεσαν επανειλημμένως υπό αμφισβήτηση την ίδια τη βιωσιμότητα του θεσμού.

Η Εθνική Πινακοθήκη (ΕΠΜΑΣ), από την άλλη μεριά, παλαιότερη και θεσμικά ισχυρότερη, ακολούθησε μια παράλληλη διαδρομή. Ο σχεδιασμός για τη μεγάλη επέκταση ξεκίνησε το 2008 και οι εργασίες το 2014, κρατώντας το μουσείο κλειστό για μεγάλα διαστήματα. Το έργο ολοκληρώθηκε το 2021, με τον διπλασιασμό των χώρων αλλά όχι χωρίς κόστος: μακρά απουσία από το κοινό και έντονη δημόσια συζήτηση για τον ρόλο και τη φυσιογνωμία της «νέας» Πινακοθήκης.

Από την αποκαθήλωση του πίνακα «Πότισέ με» του Βέλγου Τιερί ντε Κορντιέ και τους βανδαλισμούς έργων τέχνης, στην Ελλάδα των πολιτιστικών οργανισμών όπως ο ΝΕΟΝ και ιδρυμάτων σαν το ΔΕΣΤΕ, το Ιδρυμα Νιάρχος και τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης και των άπειρων εκθεσιακών χώρων.
Με τούτα και με εκείνα, για να λειτουργήσει η Αθήνα μέσω των δημόσιων φορέων της ως ενιαία σκηνή της τέχνης, πέρασαν οι δύο πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα. Τον Φεβρουάριο του 2020, το ΕΜΣΤ άνοιξε για το κοινό σε πλήρη λειτουργία, ενώ τα θυρανοίξια της ΕΠΜΑΣ συνέπεσαν με τα 200 χρόνια από το 1821, σε μια κίνηση συμβολική και προγραμματική. Στη συνέχεια και οι δύο θεσμοί δοκιμάστηκαν από την οικονομική κρίση και την πανδημία, όπως συνέβη και με τα ιδιωτικά μουσεία και τις αίθουσες τέχνης.
Στο μεταξύ, το ήδη «δουλεμένο» πολιτιστικά έδαφος καρποφορούσε: Η πρώτη Athens Biennale με θέμα «Destroy Athens» διοργανώθηκε το 2007 στην Τεχνόπολη και ακολούθησε συνέχεια. Η «documenta 14» (2017), μοιρασμένη ανάμεσα στην εκθεσιακή πρωτεύουσα της σύγχρονης εικαστικής πρωτοπορίας, το Κάσελ, και στην Αθήνα, έκανε την πόλη τόπο πολιτικού, κοινωνικού και ιστορικού προβληματισμού με άξονα την ελληνική κρίση, το οικονομικό χρέος, τη δημοκρατία και την αποικιοκρατία.

Παράλληλα, η δυναμική παρουσία πολιτιστικών οργανισμών όπως ο ΝΕΟΝ και ιδρυμάτων σαν το ΔΕΣΤΕ, το Ιδρυμα Νιάρχος και τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση συνέβαλε καθοριστικά στη διοργάνωση εκθέσεων τέχνης με διεθνή εμβέλεια. Επειτα από μεγάλη περιπέτεια άνοιξε επίσης το Μουσείο Ιδρύματος Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή το 2019, στεγάζοντας τη σημαντική συλλογή έργων μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης στο κέντρο του Παγκρατίου. Ετσι, μαζί με την ανακαίνιση και επανενεργοποίηση του Ωδείου Αθηνών ο οδικός άξονας Βασιλέως Κωνσταντίνου – λεωφόρος Συγγρού έως το θαλάσσιο μέτωπο είναι μια διαδρομή μέσα στην τέχνη. Αν προσθέσουμε στα παραπάνω και τη στροφή του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης προς τη σύγχρονη εικαστική δημιουργία, στην Αθήνα δείχνουν πλέον τη δουλειά τους σπουδαίοι και διάσημοι καλλιτέχνες που κάποτε θα έπρεπε να βγάλουμε αεροπορικά εισιτήρια για να τους «συναντήσουμε».

Με την υποστήριξη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, η ελληνική τέχνη ισχυροποίησε επίσης τη διεθνή προβολή της. Εχουμε σταθερές συμμετοχές σε biennale, συνεργασίες με διεθνή μουσεία, και έργα που ταξιδεύουν στο εξωτερικό, ενώ η νέα γενιά καλλιτεχνών κινείται πια με άνεση ανάμεσα στις παγκόσμιες τάσεις.
Οι ιδιωτικές συλλογές
Στην προϋπάρχουσα καλλιέργεια της εικαστικής κουλτούρας του μέσου θεατή, έπαιξε ρόλο και η απόφαση σημαντικών Ελλήνων συλλεκτών να «ανοίξουν τα θησαυροφυλάκιά» τους. Το 2022 ανακοινώθηκε μια μεγάλης κλίμακας δωρεά 350 έργων από τη Συλλογή Δημήτρη Δασκαλόπουλου σε τέσσερις θεσμούς: Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ) στην Αθήνα, Tate στο Λονδίνο, Solomon R. Guggenheim στη Νέα Υόρκη και Museum of Contemporary Art (MCA) στο Σικάγο.
Η διεύρυνση των αιθουσών τέχνης στην Αθήνα δεν υπήρξε αποτέλεσμα ενός κεντρικού σχεδίου, αλλά προέκυψε σταδιακά. Στις αρχές του 21ου αιώνα, οι περισσότερες γκαλερί ήταν συγκεντρωμένες σε μια μικρή ακτίνα πέριξ του Κολωνακίου. Η πόλη όμως ήταν ευρύτερη από τη σκηνή όπου παρουσιαζόταν. Οι γκαλερί άρχισαν να μετακινούνται προς νέες γειτονιές, τις άλλοτε υποβαθμισμένες σαν τον Κεραμεικό, άλλες πιο ανατολικά ή πιο βόρεια. Η διασπορά δηλώνει οικονομική άνθηση και επαφή με διαφορετικά κοινά. Τα στατιστικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δεν δείχνουν έκρηξη, αλλά σταθερότητα. Ο αριθμός των εκθέσεων αυξομειώνεται ελάχιστα, αυτά που αλλάζουν είναι η πυκνότητα και η γεωγραφία.
Το ίδιο χρονικό διάστημα, η παύση λειτουργίας ιστορικών αιθουσών τέχνης όπως οι «Νέες Μορφές» και ο «Δεσμός» κλείνει μεν έναν κύκλο στην προβολή της ελληνικής εικαστικής παραγωγής που καθόρισε τον προηγούμενο αιώνα, αλλά συμβάλλει στην ανάπτυξη του ΙΣΕΤ (Ινστιτούτο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού, που ιδρύθηκε το 2009 με σκοπό τη διαφύλαξη, καταγραφή και τεκμηρίωση της σύγχρονης ελληνικής τέχνης από το 1945 έως σήμερα. Το 2021, το αρχείο και οι εγκαταστάσεις του δωρήθηκαν στην Εθνική Πινακοθήκη και λειτουργεί πλέον υπό την αιγίδα της. Στους θεματοφύλακες της ιστορίας της νεοελληνικής τέχνης προΐστανται σταθερά το Μουσείο Μπενάκη και το Ιδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Βασίλη και Μαρίνας Θεοχαράκη, που ιδρύθηκε το 2004.
Η συνειδητοποίηση ότι αν η σύγχρονη ελληνική τέχνη κινδυνεύει να χαθεί από κάτι δεν είναι η έλλειψη έργων, αλλά η έλλειψη μνήμης, έχει κινητοποιήσει τόσο την Εθνική Πινακοθήκη όσο και το ΕΜΣΤ. Με επικεφαλής τη Συραγώ Τσιάρα στην ΕΠΜΑΣ και την Κατερίνα Γρέγου στο ΕΜΣΤ, και τα δύο δημόσια μουσεία εντάσσουν στον ετήσιο προγραμματισμό τους αρχειακές εκθέσεις. Σε αυτές, αλλά και γενικότερα είναι επιτέλους φανερή η απόφαση να διορθωθεί η ιστορία της τέχνης με την προβολή, σχεδόν επί ίσοις όροις, γυναικών εικαστικών που είχαν και έχουν παραγάγει έργο εξαιρετικής ποιότητας.

