Η ελληνική άνοιξη του σινεμά

Μια νέα γενιά παραγωγών διαμορφώνει ένα σύγχρονο, απαιτητικό, εναρμονισμένο με τις διεθνείς προδιαγραφές τοπίο για τον εγχώριο κινηματογράφο. Τα πρώτα 25 χρόνια του αιώνα μας είναι μεστά, πλούσια, ανατρεπτικά

5' 35" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Να αναφέρει κανείς τον Τζώρτζη Γρηγοράκη και το «Digger», τον Γιώργο Ζώη και το «Αρκάντια» ή τον Θόδωρο Αγγελόπουλο και την ανολοκλήρωτη, λόγω του αιφνίδιου θανάτου του, «Τριλογία»; Να μιλήσει για το «Κρέας» του Δημήτρη Νάκου που έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο το 2024 ή για το, αλησμόνητο, ντοκιμαντέρ του Φίλιππου Κουτσαφτή «Αγέλαστος πέτρα», για την Ελευσίνα, την οποία κινηματογραφούσε για πάνω από 10 χρόνια, που προβλήθηκε το 2000 «εγκαινιάζοντας» τον νέο αιώνα; Η ανασκόπηση, όσο αδύνατη είναι χωρίς ονόματα σκηνοθετών και τίτλους ταινιών, τόσο αδύνατη είναι και με καταγραφή ονομάτων. Τα πρώτα 25 χρόνια είναι μεστά, ανατρεπτικά, πλούσια σε παραγωγές αλλά και σε θεσμικά γεγονότα όπως: η δημιουργία το 2009 της ανεξάρτητης Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, η αναδιάρθρωση του κρατικού συστήματος επιχορήγησης οπτικοακουστικών έργων με το cash rebate, το 2017 καθώς και η, πιο πρόσφατη, ίδρυση του ΕΚΚΟΜΕΔ (Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, Οπτικοακουστικών Μέσων και Δημιουργίας) το 2024.

Δεν θα μιλούσαμε για ελληνική «άνοιξη» αν δεν αναδυόταν και μια νέα γενιά παραγωγών (με πολλές γυναίκες ανάμεσά τους) που διαμορφώνουν ένα σύγχρονο, απαιτητικό, εναρμονισμένο με τις διεθνείς προδιαγραφές τοπίο για τον εγχώριο κινηματογράφο.

Κομβική χρονιά

To 2009 συνέπεσαν τρεις ταινίες με κομβική σημασία, που η φήμη τους πέρασε τα σύνορα της χώρας και η θεματολογία τους σηματοδότησε την αρχή και την πορεία μιας εποχής για το ελληνικό σινεμά: ο «Κυνόδοντας» του Γιώργου Λάνθιμου βραβεύθηκε στο Φεστιβάλ Καννών, η «Στρέλλα» του Πάνου Κούτρα προβλήθηκε στην Μπερλινάλε και η «Ακαδημία Πλάτωνος» του Φίλιππου Τσίτου στο Λοκάρνο. Ενα «παράξενα σαγηνευτικό» σχόλιο πάνω στη νοσηρότητα της οικογένειας· μια τρανσέξουαλ πρωταγωνίστρια σε μια ιστορία αγάπης που εστιάζει στην αποδοχή του διαφορετικού, την ανάγκη για συμφιλίωση, για αλληλοσεβασμό, ανοίγοντας, παράλληλα, το θέμα των queer ταυτοτήτων· τέσσερις Νεοέλληνες πίνουν ολημερίς φραπέδες, σκοτώνουν τον χρόνο τους και τρέφουν απαξιωτικά αισθήματα για τους Αλβανούς, έως τη στιγμή που ο κεντρικός ήρωας ανακαλύπτει ότι έχει αλβανικές ρίζες. Ο αρχικός τίτλος της ταινίας ήταν «Δεν θα γίνεις Ελληνας ποτέ»…

Την πρώτη δεκαετία καταγράφονται τάσεις που ενδυναμώνονται στη συνέχεια: η ελληνική οικογένεια βρίσκεται στο «ανατομικό τραπέζι», το μεταναστευτικό, ως θέμα, που έκανε την εμφάνισή του τη δεκαετία του ’90, τώρα γίνεται πιο σύνθετο. Οι αόρατοι άνθρωποι του περιθωρίου αποκτούν ορατότητα. Ο νέος ήρωας είναι ο μετανάστης και ο ξένος· ο «άλλος». Το διαφορετικό και το αποκλίνον βρίσκουν τη θέση τους με την κάμερα να αποβάλλει τα «φίλτρα» και να καταγράφει την κοινωνική πραγματικότητα με αμεσότητα και ρεαλισμό. Το αυτοαναφορικό σκηνοθετικό ύφος εγκαταλείπεται, το ρευστό και συνηθισμένο αποκτούν οντότητα, η κάμερα κινείται παντού αχόρταγη και φιλοπερίεργη. Μια νέα φόρμα, συγκερασμός ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας, αρχίζει να συγκροτείται.

Οι νέες «υπογραφές» συνυπάρχουν με τη γενιά του ΝΕΚ που εξακολουθεί να σκηνοθετεί και να είναι αισθητά παρούσα. Ο πατριάρχης Θόδωρος Αγγελόπουλος, ο Νίκος Νικολαΐδης, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, ο Λάκης Παπαστάθης, ο Σταύρος Τσιώλης, παραμένουν ενεργοί ώς τον θάνατό τους. Η συμβολή του Παντελή Βούλγαρη, και τον 21ο αιώνα, είναι καθοριστική και ανεκτίμητη στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του ελληνικού κινηματογράφου, συνολικά. Ο Νίκος Περάκης έχει προσθέσει, μέχρι στιγμής, επτά ταινίες στη φιλμογραφία του, ορισμένες με μεγάλη εισπρακτική επιτυχία («Λούφα και παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίο», του 2005, 1,5 εκατ. εισ.). Πέρυσι, ένας άλλος βετεράνος του ελληνικού σινεμά, ο Γιώργος Τσεμπερόπουλος με το «Υπάρχω» (τη βιογραφία του Στέλιου Καζαντζίδη), έκοψε πάνω από 800.000 εισιτήρια, γεγονός που την καθιστά την πιο εμπορική ταινία της τελευταίας 10ετίας. Μια άλλη βιογραφία, η «Ευτυχία» (2019), από τον 55χρονο Αγγελο Φραντζή, για τη σπουδαία στιχουργό του λαϊκού τραγουδιού Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, έκοψε 600.000 και εντάχθηκε στην πλατφόρμα του Νέτφλιξ.

Παράλληλα, συνεχίζει την πορεία της μια δοκιμασμένη γενιά, από τον 60χρονο Θάνο Αναστόπουλο ο οποίος υπηρετεί έναν κινηματογράφο κοινωνικής παρατήρησης και ιστορικής συνείδησης έως τον 70χρονο Σωτήρη Γκορίτσα που ταυτίζεται με μια πικρή/σαρκαστική, διεισδυτική καταγραφή της ελληνικής πραγματικότητας.

Από την «Αγέλαστο πέτρα» του Φίλιππου Κουτσαφτή μέχρι τη διεθνή καταξίωση του Γιώργου Λάνθιμου και από την «Πολίτικη κουζίνα» του Γιάννη Μπουλμέτη, στην «Ευτυχία» του Αγγελου Φραντζή και στο «Υπάρχω» του βετεράνου Γιώργου Τσεμπερόπουλου.

Αλληλοεπιδρούν ή όχι οι διαφορετικές γενιές; Ισως είναι νωρίς για να αποφανθεί κανείς. Ο χρόνος τρέχει πολύ στην εποχή μας, οι κινηματογραφιστές ακολουθούν λαχανιασμένοι, ενώ κάποιοι, μοιραία, έχουν εκτοπιστεί από τη φυγόκεντρο.

Το ξεκίνημα

Ο Γιάννης Οικονομίδης εισβάλλει ορμητικά με το «Σπιρτόκουτο» (2002-2003) και ανατρέπει κανόνες, αποδομώντας την ελληνική μικροαστική οικογένεια. Την ίδια χρονιά (2003) ο Τάσος Μπουλμέτης με την «Πολίτικη κουζίνα» κατακτά την ιδανική αναλογία και ισορροπία ανάμεσα στην αρτιότητα της παραγωγής και την εμπορική επιτυχία.

Ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης με την κοφτερή ματιά του στον «Δεκαπενταύγουστο» (2001) και στον «Ομηρο» (2005), μιλάει για τον ανεπιθύμητο ξένο, ανατέμνοντας την ελληνική κοινωνία και την παθολογία της.

Το 2008 κάνει εντυπωσιακή είσοδο στο ελληνικό σινεμά ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος με την κωμωδία «Bank Bang» (500.000 εισιτ.), για να εκτιναχθεί δημιουργικά με το «Wasted Youth» (2011), έναν βίαιο (ακατέργαστο) οδηγό της Αθήνας της κρίσης και βέβαια με το «Suntan» (2016), την πορεία ενός ανθρώπου από την ερωτική εμμονή στην απόγνωση.

Στην αυγή του 2010 ο Σύλλας Τζουμέρκας υπογράφει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του «Χώρα προέλευσης» (σύγκρουση τριών γενιών και αξιών μέσα σε μια οικογένεια)· η Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη (ένα κεφάλαιο από μόνη της, πλέον, με διεθνή παρουσία και φιλμογραφία) σκηνοθετεί τη δεύτερη, το «Attenberg», μια τολμηρή, αταξινόμητη, ματιά στον συναισθηματικό, διαταραγμένο κόσμο δύο κοριτσιών, τη φιλία, την απώλεια. Τότε πρωτοχρησιμοποιείται και ο εισαγόμενος όρος Greek Weird Wave, που εκτός από τον Λάνθιμο και την Τσαγγάρη, περιλαμβάνει και τον Αλέξανδρο Αβρανά με τη βραβευμένη (στη Μόστρα, το 2013) ταινία του «Miss Violence». Τα σκοτάδια της ανθρώπινης ύπαρξης και της ελληνικής οικογένειας μέσα από ένα «κύμα» παράδοξων ταινιών. Στο πέρασμα των χρόνων απέμεινε ο όρος. Ούτε «κύμα» ούτε «αλλόκοτο».

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι καμία ανανέωση δεν θα ήταν εφικτή αν οι παλαιότερες γενιές δεν παρέμεναν έως το τέλος ενεργές, δημιουργώντας γόνιμη ζύμωση. Το ελληνικό σινεμά είναι μια άτυπη σκυταλοδρομία (ο Λάνθιμος έχει αναφερθεί κινηματογραφικά στον Τάκη Κανελλόπουλο), σκηνοθέτιδες όπως η Αγγελική Αντωνίου, η Κατερίνα Ευαγγελάκου, η Πέννυ Παναγιωτοπούλου, η Μαριάννα Οικονόμου με τα ντοκιμαντέρ της, συνέβαλαν με την οξυδέρκεια και την ευαισθησία τους στη διαμόρφωση του πολυμορφικού νέου τοπίου. Ακολουθούν δυναμικά και παρεμβατικά οι νεότερες Σοφία Εξάρχου, Ελίνα Ψύκου.

Και βέβαια το σινεμά της 25ετίας δεν θα είχε πρόσωπο αν μια σειρά –εξαιρετικών– ηθοποιών δεν συνέβαλαν στη διαμόρφωση των χαρακτηριστικών του. Ο Βαγγέλης Μουρίκης (από το 2002 και τον εμβληματικό «Βασιλιά» του Νίκου Γραμματικού είναι ταυτισμένος με την «άνοιξη» του ελληνικού σινεμά), ο Μάκης Παπαδημητρίου, η Αγγελική Παπούλια, η Σοφία Κόκκαλη, ο Χρήστος Στέργιογλου, συγκαταλέγονται στους βασικούς πρωταγωνιστές του «νέου ρεύματος».

Για τον επίλογο θα δανειστούμε την κατακλείδα του Βρασίδα Καραλή από το βιβλίο του «Μια ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου» (εκδ. Δώμα): «Παρά τις δυσκολίες και τους αντιπερισπασμούς η ελληνική κινηματογραφία αντιμετωπίζει με επιτυχία και ευελιξία τις πολλαπλές προκλήσεις (…). Η ιστορία μάς δείχνει ότι το απροσδόκητο και το αστάθμητο υπήρξαν πάντα οι σημαντικότερες σταθερές του ελληνικού κινηματογράφου».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT