Το τέλος των δίσκων

Οταν μπορείς να έχεις «χίλια τραγούδια στην τσέπη σου», η απόκτηση ενός άλμπουμ για τους περισσότερους καθίσταται περιττή, αν όχι «γραφικότητα». Και η μουσική βιομηχανία... προσαρμόστηκε γρήγορα

6' 59" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Μέσα στα 25 πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα προφανώς άλλαξαν τα πάντα, και μάλιστα με ρυθμό ταχύτερο από κάθε άλλη αντίστοιχη 25ετία στο παρελθόν. Από όλες όμως τις ριζικές αλλαγές που επήλθαν, η μουσική ήταν αυτή που, ως καταναλωτικό προϊόν, όσο και ως τέχνη επηρεάστηκε περισσότερο, καθώς δεν άλλαξε μόνον το μέσο αναπαραγωγής, αλλά και η προσέγγιση του ακροατή.

Οι βασικές αλλαγές στη σχέση ακροατών – μουσικής παγκοσμίως προέκυψαν από την εξέλιξη της τεχνολογίας. Οι πλατφόρμες τύπου Napster, που επέτρεπαν την ανταλλαγή αρχείων και τη δωρεάν διάθεση mp3, μπορεί να κηρύχθηκαν παράνομες, αλλά πρόλαβαν να πείσουν τον μέσο ακροατή ότι δεν χρειαζόταν να πληρώνει για κάτι που, στην πράξη, είχε δει ότι μπορούσε να έχει δωρεάν.

Tον Οκτώβριο του 2001, ο Στιβ Τζομπς παρουσίασε μια συσκευή ικανή να σε βοηθήσει να κουβαλάς «χίλια τραγούδια στην τσέπη σου». Το όνομα αυτής, iPod και, εκείνη τη στιγμή, χωρίς ίσως να το καταλαβαίνει, ο φανατικός θαυμαστής του Μπομπ Ντίλαν πυροβολούσε εξ επαφής την έννοια του άλμπουμ, ενός συνόλου τραγουδιών όπου είχε σημασία ποιο ήταν πρώτο και ποιο τελευταίο. Πλέον, τα αγαπημένα κουμπιά όλων σε αυτές τις συσκευές ήταν τα «shuffle» & «skip».

Το 2008 ξεκίνησε η λειτουργία του Spotify και, πέντε χρόνια αργότερα, βρέθηκε σε εκατομμύρια κινητά στη χώρα μας ως δωρεάν παροχή από μία εταιρεία κινητής τηλεφωνίας. Πλέον, υπάρχουν τουλάχιστον πέντε διαφορετικές πλατφόρμες που παρέχουν πρόσβαση σε εννιαψήφιο αριθμό τραγουδιών και έχουν καταστήσει την έννοια της «κτήσης» ενός δίσκου από περιττή έως γραφική.

Το τέλος των δίσκων-1
Το «έντεχνο» της δεκαετίας του ’90, της Ελευθερίας Αρβανιτάκη και λοιπών σήμερα έχει δώσει τη θέση του σε ένα… κενό. [ΑΠΕ-ΜΠΕ / STR]

Από αυτή τη μετάβαση στο ψηφιακό περιβάλλον πρακτικά προήλθαν και όλες οι υπόλοιπες μετατοπίσεις.

Ο μουσικός Τύπος στην ουσία δεν υφίσταται. Αρχές του αιώνα κυκλοφορούσαν δώδεκα μουσικά περιοδικά – σήμερα μόνον το Metal Hammer. Υπάρχουν, προφανώς επιλογές στο Διαδίκτυο, αλλά μοιραία ανακυκλώνουν το ήδη ενημερωμένο κοινό, δεν μπορούν να «γεννήσουν» νέους ακροατές.

Αντίστοιχα, η ελληνική παραγωγή έχει μειωθεί κατά πολύ: το 1997 είχαν κυκλοφορήσει 1.246 ελληνικοί δίσκοι (μαζί με τις επανεκδόσεις). Το 2024 ο αντίστοιχος αριθμός φυσικών κυκλοφοριών ήταν 346 – πτώση 72%. Αλλά και σε έμψυχο δυναμικό δεν έχει ανανεωθεί καθόλου: αυτό που ονομάζαμε «έντεχνο» τη δεκαετία του ’90, με τις εκτενείς περιοδείες Ελευθερίας Αρβανιτάκη, Αλκίνοου Ιωαννίδη και λοιπών σήμερα έχει δώσει τη θέση του σε ένα… κενό. Ο πιο δημοφιλής εκπρόσωπος αυτού του είδους είναι, πλέον, ο… 52 ετών Φοίβος Δεληβοριάς. Θα αντιτάξει κανείς τους αστέρες του εγχώριου (τ)ραπ, αλλά χιπ χοπ σκηνή υπάρχει σταθερά στην Ελλάδα από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 – αυτή, δηλαδή, είναι και η μόνη που έχει ανανεώσει καλλιτέχνες (σε όσα εισαγωγικά θέλετε) και κοινό. Ακόμη και εκεί, βέβαια, ο ΛΕΞ είναι ήδη 41 ετών.

Αϋλη δισκογραφία

Οι δισκογραφικές εταιρείες είτε έκλεισαν είτε συγχωνεύθηκαν (μόνο δύο πολυεθνικές έχουν σήμερα γραφεία στη χώρα μας), κλείνοντας τις αποθήκες τους και αποδεσμεύοντας προσωπικό, λειτουργώντας περισσότερο ως γραφεία συναυλιών και εκδηλώσεων και θεματοφύλακες του πολύτιμου, σε επίπεδο δικαιωμάτων, καταλόγου τους.

To 1999 μόλις το 1% των κυκλοφοριών τυπωνόταν και σε βινύλιο – όλα τα υπόλοιπα σε cd. Σήμερα, η πλειονότητα των τραγουδιών κυκλοφορεί πρωτίστως ψηφιακά, αφού όλο και λιγότερος κόσμος έχει σπίτι του cd player – όλα, δε, τα νέα μοντέλα αυτοκινήτων εδώ και οκτώ, περίπου, χρόνια υποστηρίζουν αναπαραγωγή μουσικής μόνο μέσω Bluetooth.

Το τέλος των δίσκων-2
Ο 52 ετών, πλέον, Φοίβος Δεληβοριάς.

Αλλά και να είχε ο κόσμος cd player… πού ακριβώς θα έβρισκε cd; To 2012 έκλεισε το τελευταίο από τα 12 καταστήματα Metropolis, τρία χρόνια νωρίτερα είχε κλείσει το τελευταίο από τα 14 καταστήματα Virgin Megastores ενώ ίδια τύχη είχαν και τα δύο πελώρια δισκοπωλεία PMW σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη – τα περισσότερα μαγαζιά στην περιφέρεια επίσης έκλεισαν την περίοδο 2005-2010. Πέρα όμως από την αλυσίδα Public, που σε πολλά μεγάλα καταστήματά της (π.χ. Σύνταγμα) έχει πλήρη δισκοπωλεία, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη λειτουργούν μεν αρκετά εξειδικευμένα καταστήματα δίσκων αλλά κατά κανόνα εστιασμένα στο βινύλιο.

Ποτέ άλλοτε δεν γίνονταν τόσο πολλές συναυλίες στη χώρα μας: τέσσερα σταθερά φεστιβάλ μόνο στην Αττική, πολλοί διαθέσιμοι χώροι, μία σαφώς αναβαθμισμένη Εθνική Λυρική Σκηνή και τα δύο Μέγαρα Μουσικής εξασφαλίζουν ότι δεν υπάρχει εβδομάδα χωρίς αξιόλογη συναυλία.

Τέλος, το ραδιόφωνο, πλην απειροελαχίστων εξαιρέσεων, λόγω και της αμιγώς ψηφιακής διαχείρισης των κομματιών που εντάσσει στις playlists του, έχει πείσει τον εαυτό του πως «δίνει αυτό που θέλει ο κόσμος», συμπεραίνοντας αυθαίρετα ότι ο κόσμος θέλει μονίμως τα ίδια 350 τραγούδια και εκφωνητές που απλώς χρονομετρούν τις συχνά ανούσιες ατάκες τους. Οι ακροαματικότητες, βέβαια, μετριούνται σε ποσοστά και όχι σε απόλυτους αριθμούς, άρα το γεγονός ότι το κοινό έχει αποξενωθεί και ελάχιστοι κάτω των 35 ετών ακούν ραδιόφωνο δεν αποτυπώνεται κάπου.

Αυτά, φυσικά, δεν έχουν συμβεί μόνο στη χώρα μας, είναι παγκόσμια φαινόμενα. Αυτό που παραδόξως έχει κυριαρχήσει, εντούτοις, στην Ελλάδα είναι η στροφή του κοινού σε ευτελέστερα είδη διασκέδασης με ισοπεδωτική αισθητική και αφελείς στίχους. Ακόμη και μαγαζιά που είχαν στο DNA τους το ροκ εξελίχθηκαν σε «ελληνάδικα» – αντίστοιχα, στους συναυλιακούς χώρους, το θρυλικό Ρόδον club στην οδό Μάρνη έκλεισε το 2005, έπειτα από 1.500+ συναυλίες έγινε σούπερ μάρκετ και σηματοδότησε και ένα οριστικό τέλος εποχής. Στη Θεσσαλονίκη, ο υπέροχος πολυχώρος του Μύλου, που ήταν μία ευρύτερη εστία πολιτισμού, δεν έχει καμία σχέση με τα μεγαλεία του παρελθόντος, αφού από το 2004 κι έπειτα ουσιαστικά υπολειτουργεί.

Νέα εποχή, νέα ήθη

Είναι λοιπόν όλα χειρότερα; Αν προτιμήσουμε την αισιόδοξη οπτική, υπάρχουν, όπως πάντοτε, θετικά στοιχεία.

Το τέλος των δίσκων-3
Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης [ΑΠΕ ΜΠΕ/ΕΥΗ ΦΥΛΑΚΤΟΥ]

Πρώτον, η τεχνολογία έχει μειώσει το κόστος παραγωγής και πλέον πολλοί μουσικοί έχουν τη δυνατότητα να ολοκληρώσουν ηχογραφήσεις χωρίς να χρειάζεται να μισθώσουν για μήνες ακριβά στούντιο.

Δεύτερον, οι ανεξάρτητες εταιρείες, διαχρονικά δείκτης ενός υγιούς μοντέλου, δεν το έχουν βάλει κάτω – μπορεί πολλές παλιές να έχουν κλείσει, αλλά οι Inner Ear, Veego, Sumbersion, Puzzlemusik, B Otherside, Sound Effect, Boom Selectah είναι μερικές από αυτές που κρατούν γερά και προσέχουν πάρα πολύ τις κυκλοφορίες τους, από το επίπεδο παραγωγής μέχρι το design – καθόλου τυχαία, τυπώνουν σχεδόν τα πάντα και σε βινύλιο.

Τρίτον, χάρη στο ηλεκτρονικό εμπόριο, μπορεί κανείς να βρει τα πάντα πολύ πιο εύκολα – και πιο φθηνά. Για δεκαετίες, οι συλλέκτες μουσικής άκουγαν για «σπάνιους» δίσκους· πλέον, η σπανιότητα είναι αντικειμενικό χαρακτηριστικό όχι ένας αυθαίρετος προσδιορισμός – υπάρχει, δε, ο ιστότοπος discogs.com που πρακτικά καθιστά το οτιδήποτε προσιτό στον οποιονδήποτε.

Τέταρτον, οι συναυλίες: Οσο και αν γκρινιάζουμε ότι πλέον η συναυλία έχει μεταφερθεί στο Instagram ως πειστήριο του «ήμουν και εγώ εκεί», όσο και, όταν είσαι κάτω από 1,95, αναγκάζεσαι να βλέπεις σχεδόν όλα τα live μέσα από τις υψωμένες οθόνες των μπροστινών σου, γεγονός παραμένει ότι ποτέ άλλοτε δεν γίνονταν τόσο πολλές συναυλίες στη χώρα μας και οι επιλογές απαιτούν περισσότερο χρόνο (και, πιθανότατα, χρήμα) από όσο διαθέτουμε: τέσσερα σταθερά φεστιβάλ μόνο στην Αττική, πολλοί διαθέσιμοι χώροι (Τεχνόπολη, Λυκαβηττός, Gazarte, Gagarin, Half Note, Terra Vibe, Ωδείο Αθηνών, Πλατεία Νερού, Principal Club Theater, Eightball, Κύτταρο κ.ο.κ.), μια σαφώς αναβαθμισμένη Εθνική Λυρική Σκηνή και τα δύο Μέγαρα Μουσικής εξασφαλίζουν ότι δεν υπάρχει εβδομάδα χωρίς αξιόλογη συναυλία, ενώ πλέον και μεγάλες παραγωγές στήνονται σε μεγάλες αρένες.

Δεν έχει, ασφαλώς, κάποιο ουσιαστικό νόημα να «νοσταλγούμε τα παλιά». Ολα εξελίσσονται, η κοινωνία αλλάζει και μοιραία αλλάζει και η σχέση της με τις τέχνες. Η μουσική, καλώς ή κακώς, έχει πάψει να είναι τόσο σημαντική όσο υπήρξε τον περασμένο αιώνα. Η Ελλάδα μπορεί να ρίχνει λουλούδια στα νυχτερινά κέντρα, όμως δεν έχει, ουσιαστικά, κάτι διαφορετικό στο πώς καταναλώνει μουσική από άλλες χώρες του δυτικού κόσμου: κάτι να παίζει στο βάθος.

Οπως έγραψε και ο Σάιμον Ρέινολντς στο βιβλίο του «Retromania» (2010, Faber & Faber), «έχουμε φτάσει σε ένα σημείο που δεν μπορούμε να φανταστούμε ένα μέλλον που δεν έχει τις ρίζες του στο παρελθόν. Η νοσταλγία έχει γίνει ένας εθισμός και η ποπ κουλτούρα μοιάζει να έχει παγιδευτεί σε μια διαρκή επανάληψη παλαιών σκηνικών».

Το τέλος των δίσκων-4
Tο τελευταίο από τα 14 καταστήματα Virgin Megastores έκλεισε τo 2009 και, τρία χρόνια αργότερα, ακολούθησαν τα 12 καταστήματα Metropolis.

Οι μουσικές σκηνές του παρελθόντος, πανκ, νιου γουέιβ, γκόθικ, χιπ-χοπ, γκραντζ, μπριτ ποπ, ρέιβ, τριπ χοπ, ήταν όλες μικρές ή μεγάλες καλλιτεχνικές επαναστάσεις. Στον 21ο αιώνα δεν είχαμε τίποτα ανάλογο – και δύσκολα θα παρουσιαστεί.

Αυτό, φυσικά, δεν κάνει την προσωπική σχέση του κάθε ακροατή με τη μουσική λιγότερο αυθεντική: σε ατομικό επίπεδο, καθώς παραμένει η πιο «λαϊκή» μορφή τέχνης που υπάρχει, τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με την απόλαυση ενός δίσκου ή, έστω, ενός τραγουδιού. Αρκεί να σεβόμαστε τους δημιουργούς του και να μην το ακούμε από την ανοιχτή ακρόαση του κινητού μας.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT