Ολα ξεκίνησαν με την «απειλή» του Y2K, του τεχνολογικού τρόπου του «μιλένιουμ» που φοβόταν το μαζικό βραχυκύκλωμα των υπολογιστών όταν θα μπαίναμε στο 2000. Ο κόσμος θα άλλαζε τη νέα χιλιετία, όχι γιατί τα κομπιούτερ (έτσι τα λέγαμε ακόμη) θα γύριζαν στο 1900 αντί για το 2000 (δεν συνέβη). Αλλά, κυρίως, γιατί την επόμενη χρονιά η 11η Σεπτεμβρίου θα «μαύριζε» ιστορικά για πάντα και θα έστελνε τους υπό κατάρρευσιν Δίδυμους Πύργους σε κάθε τηλεόραση του κόσμου. Οσο για τους υπολογιστές και το Ιντερνετ, θα ζούσαν και θα βασίλευαν, θα γίνονταν το απόλυτο φετίχ μας.
Σε λίγες ημέρες, το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα θα αποτελεί παρελθόν. Ηταν μια εικοσιπενταετία που η παραγωγή και η διάχυση της πληροφορίας ήταν τεράστια, τόσο που όχι μόνον ξεπέρασε την ανθρωπίνως δυνατή καταγραφή της, αλλά και που η ποπ κουλτούρα είχε τον πιο ευρύ ορισμό της από ποτέ. Γιατί, πλέον, δεν αφορούσε μόνο τη «λαϊκή τέχνη», αλλά κυριολεκτικά κάθε έκφανση του τρόπου που ζούμε και, κυρίως, καταναλώνουμε (και στην τρέχουσα χιλιετία γίναμε παράλληλα και συνδημιουργοί σε αυτό το ανορθόδοξο τοπίο). Ισως αυτή να είναι και η σημαντικότερη διαφορά της από την «υψηλή» κουλτούρα: η «ποπ» δημιουργεί τάσεις και, επομένως, επηρεάζει ό,τι αγοράζουμε, τον τρόπο που μιλάμε, αφορά και τα κανάλια επιρροής, που μας μαθαίνουν πώς να υπάρχουμε. Και ο τρόπος που υπάρχουμε, πλέον, αλλάζει ταχύτερα από ποτέ. Στον 21ο αιώνα, ο πολιτισμός έχασε σταδιακά την υλική του υπόσταση. Μπορούμε να το αποδώσουμε κυρίως στον Μαρκ Ζούκερμπεργκ και στον Στιβ Τζομπς, που με το Facebook (2004) και το iPhone (2007) έχτισαν αυτοκρατορίες που χωρούσαν στην τσέπη μας. Είναι τόσο βαθιά η εγγραφή των social media και των smartphones στη ζωή μας, που όλοι κάποια στιγμή κάναμε το πείραμα να φανταστούμε πώς ζούσαμε χωρίς αυτά πριν από 15 χρόνια και νιώσαμε σχεδόν αβοήθητοι.

Ο πολιτισμός έχασε σταδιακά την υλική του υπόσταση. Μπορούμε να το αποδώσουμε κυρίως στον Μαρκ Ζούκερμπεργκ και στον Στιβ Τζομπς, που με το Facebook (2004) και το iPhone (2007) έχτισαν αυτοκρατορίες που χωρούσαν στην τσέπη μας.
Η απεραντοσύνη των επιλογών που υποσχέθηκαν αποδείχθηκε, βέβαια, τόσο αδιέξοδη, που συρρίκνωσε τελικά δραματικά τις προσλαμβάνουσες, τη βούληση, τη συνθετική μας σκέψη. Το να είμαστε συνεχώς σκυμμένοι και εφαπτόμενοι με το κινητό μας κανονικοποιήθηκε. Χρησιμοποιούμε πλέον apps για να αποφύγουμε τα πολλά apps και το «brain rot» (λατρέψαμε και τους χαριτωμένους ορισμούς), και κάπου όλη αυτή η υπερπροσφορά επιλογών θυμίζει το «Μεγάλο φαγοπότι» χωρίς τον ηδονισμό του.
Ο θάνατος του cd
Πώς να μείνουν ατάραχες μετά και οι λαϊκές τέχνες; Οσο λοιπόν η μουσική έκανε το πέρασμά της από την αθώα ποπ του διλήμματος Μπρίτνεϊ Σπίαρς – Κριστίνα Αγκιλέρα και τους επιθανάτιους ρόγχους της εναλλακτικής ροκ, όδευσε προς την αποκατάσταση της μαύρης μουσικής, που ήρθε τη δεκαετία του 2010 με την πρωτοκαθεδρία του χιπ χοπ. Το cd έσβησε σιωπηλά. Τη θέση του πήραν το iPod και λοιπά mp3 players με λαθραία φορτωμένα τραγούδια. Πάθαμε και μια μικρή χιπστερική εμμονή με το βινύλιο, πριν βολευτούμε όλοι με μια μηνιαία συνδρομή στο Spotify με αντίτιμο «2 σουβλάκια και 1 κόκα κόλα». Τη δεκαετία του 2020 το σκηνικό τούμπαρε η παραδοσιακή ποπ, αφήνοντας την trap να «κρατάει τα μπόσικα». Η ποπ ακόμη και αν στο μεταξύ ξεδίπλωσε συναρπαστικές δυνατότητες με «meta» υφές, παραχώρησε τον θρόνο στην Τέιλορ Σουίφτ, η οποία με στρογγυλά σμιλευμένα τραγούδια (τέτοια έχει και η πολύ δημοφιλής Κ-pop) και ένα δαιμονικό πλάνο μάρκετινγκ απέδειξε ότι δεν έχει τόσο σημασία τι πουλάς αλλά πώς το πουλάς. Μα όσους «Swifties» και αν γεμίσει ο πλανήτης, η μουσική ως νεανική υποκουλτούρα φαίνεται να αποτελεί για τα καλά παρελθόν – ίσως γιατί το να είσαι λίγο απ’ όλα σε κάνει πολύ από το τίποτα. Ωστόσο οι μεγάλες συναυλιακές εμπειρίες μεταμορφώθηκαν μετά την πανδημία σε μία από τις λίγες φυσικές εμπειρίες που εν δυνάμει τους αφορούν όλους.

Παράλληλα, η οπτική κουλτούρα έγινε κυρίαρχη αυτόν τον αιώνα και ξόδεψε πολλές σέλφι για να μη βλέπουμε την αλήθεια. Το σινεμά και η τηλεόραση πάλι ένιωσαν τις μεγαλύτερες δονήσεις τους. Ο κινηματογράφος έδωσε χώρο σε άξιους σύγχρονους auteurs (Κρίστοφερ Νόλαν, Πολ Τόμας Αντερσον) και μεγαλύτερη ορατότητα στο διεθνές σινεμά (τα «Παράσιτα» και η Α24 με τα «Πάντα όλα» στα Οσκαρ λειτούργησαν ως επισφράγιση), ώσπου είδε τις αίθουσες να κλείνουν μία μία. Ο λόγος φυσικά για τις πλατφόρμες streaming, που τα έφεραν όλα στο σαλόνι του σπιτιού μας, κονιορτοποιώντας την κινηματογραφική αισθητική και, παράλληλα, οδηγώντας την τηλεοπτική μυθοπλασία σταδιακά από τη «χρυσή εποχή» της στη λεγόμενη «mid TV»: κοινώς, μέτρια τηλεόραση με μεγάλο μπάτζετ. Ως Ελληνες, νιώσαμε εθνικά υπερήφανοι που το greek weird wave μεγάλωσε για να στείλει τον Γιώργο Λάνθιμο στην παγκόσμια κινηματογραφική αφρόκρεμα, ακόμη και αν περάσαμε περισσότερες ώρες βλέποντας επαναλήψεις του «Κωνσταντίνου και Ελένης». Μην υποτιμάμε και τη δύναμη των trash ριάλιτι, που μας γνώρισαν τη μεγαλύτερη και ενδεικτικότερη σταρ της εποχής μας: την Κιμ Καρντάσιαν. Με όχημα ένα sex tape (τέχνη που, σε εποχές προ «revenge porn», άνθησε και στα μέρη μας για όσους θυμούνται) έγινε γνωστή, μαζί με τις κάμποσες αδελφές της, διδάσκοντας στη συνέχεια την τέχνη της influencer, δηλαδή το ισχυρότερο μέσο διαφήμισης της εποχής μας. Ως παντοδύναμη και πλούσια γυναίκα του θεάματος χωρίς συγκεκριμένο ταλέντο, απέκτησε τα πιο διάσημα οπίσθια στον κόσμο και έγινε ο καθρέφτης της εποχής μας· αυτής που μπορεί να αναδείξει τον καθένα, να δημιουργήσει εργοστασιακά και πλαστικά πρότυπα ομορφιάς και να πουλήσει τα πάντα. Πώς έφτασαν να ξεπουλούν ηλιθιωδώς γιγάντια παγούρια και άσχημα λούτρινα που λέγονται Labubu; Πώς η δημοσίευση με τα δεύτερα περισσότερα likes στο Instagram είναι… ένα αυγό; Σημασία πλέον δεν έχει τόσο η διάρκεια της επιτυχίας, όσο η έντασή της. Και έτσι, ό,τι ήταν κάποτε «trendy» πλέον είναι «viral», με διάρκεια ζωής συχνά όσο ένα μπουκάλι γάλα (και τα 15΄ του Γουόρχολ είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα από ποτέ).
Στην κουζίνα
Η ποπ κουλτούρα αυτά τα χρόνια πέρασε και από το στομάχι. Το φαγητό ξεπούλησε σε κάθε τηλεοπτική εκδοχή του, με τις εκπομπές μαγειρικής να ξυπνούν το γαστρονομικό ενδιαφέρον του κοινού και να κάνουν εν μια νυκτί τους σεφ σταρ – ειδικά αυτούς με τα πολλά τατού στα χέρια. Από τον φραπέ περάσαμε αναφανδόν στον φρέντο και στα πολλαπλά κύματα του καφέ, πριν τα αφήσουμε και αυτά στην άκρη για τα πρασινωπά matcha latte, που καταναλώνονται σε πανομοιότυπα χίπστερ καφέ. Τα εστιατόρια μπορεί να φόρεσαν ένα πιο προσιτό (και βίγκαν) προσωπείο, ακόμη και όταν έφεραν Michelin στο πέτο τους, ωστόσο ζήσαμε κάμποση επιτήδευση και μετουσίωση της παράδοσης, που έκανε τον τραχανά τραχανότο μόνο για να τον πουλήσει δέκα ευρώ παραπάνω (συνοδεία φυσικού κρασιού). Και όλα αυτά, για να φωτογραφίσουμε α-πα-ραι-τή-τως το πιάτο μας και να το ανεβάσουμε στο Instagram, νιώθοντας κάπου ανάμεσα σε food bloggers και στον Αντονι Μπουρντέν (ο οποίος σίγουρα θα γυρνούσε τα μάτια του 180 μοίρες με όλα αυτά).

Ζήσαμε και κάμποσες επιτυχίες σε κάτι που είναι από τα τελευταία πράγματα που δεν κινδυνεύουν να μεταμορφωθούν σε ψηφίδες: στον αθλητισμό. Αθήνα 2004, Euro 2004, ο Αντετοκούνμπο, «just a kid from Sepolia» στον αιθέρα του ΝΒΑ, ο Μέσι αγκαλιά με το κύπελλο του Μουντιάλ, η μικροσκοπική Σιμόν Μπάιλς που αψήφησε τη βαρύτητα, ο Μόντο Ντουπλάντις που «άγγιξε» τον ουρανό.
Το 2017, ένα από τα σημαντικότερα ρεπορτάζ της εποχής μας, που δημοσιεύθηκε στους New York Times, έγινε η αφορμή για το κίνημα του #MeToo, που μετέφερε τον φόβο από το θύμα στον θύτη. Είδαμε πολλά είδωλα να καταρρέουν πέρα από τον Χάρβεϊ Ουαϊνστάιν. Είδαμε –και βλέπουμε– βέβαια και κάμποση υπερβολή ως απόρροια της πολιτικής ορθότητας. Που ακόμη και αν χρειαζόταν για να δαμάσει διάφορες δημόσιες χοντράδες, θέριεψε τόσο, που οδήγησε σε μια ισοπεδωτική κουλτούρα της ακύρωσης, μέσα από τα λαϊκά δικαστήρια των κοινωνικών δικτύων και των οργισμένων πληκτρολογίων.
Σε καλλιτεχνικό επίπεδο, συχνά η συμπερίληψη έγινε ισχυρότερο κριτήριο από την per se αξία ενός έργου. Μπορούμε να εκφραστούμε πραγματικά ελεύθερα; Μπορούμε να γελάσουμε όπως παλιά; Ή ζούμε την απόλυτη μορφή του νεοσυντηρητισμού; Μάθαμε τουλάχιστον τα memes και ίσως για πρώτη φορά στην Ιστορία, ο πλανήτης συντονίστηκε σε έναν κοινό κώδικα χιούμορ – ακόμη και αν δεν καταλάβουμε ποτέ εμείς οι μεγαλύτεροι τι έχουν πάθει φέτος οι πιτσιρικάδες με το «6-7».
Αν έπρεπε να συνοψίσουμε αυτά τα 25 χρόνια σε ένα δημοσιογραφικό τσιτάτο, θα λέγαμε πως ζούμε στην εποχή που ο ΜακΛούαν και ο Φουκό έδωσαν τα χέρια. Αφενός, γιατί αδιαμφισβήτητα το μέσο είναι το μήνυμα, αφετέρου, γιατί τι είναι η ψευδαίσθηση της εξατομίκευσης του αλγορίθμου αν όχι η απόλυτη εφαρμογή της μικροφυσικής τής εξουσίας;

Η ομογενοποίηση της αισθητικής είναι εντονότερη από ποτέ και η παθητικότητά μας απέναντι στα πράγματα επίσης. Και τα ερωτήματα συνεχίζονται: Είναι όντως η ΑΙ η μεγαλύτερη απειλή της εποχής μας; Ο Ελον Μασκ είναι απλά η αρχή ενός απόλυτου οικονομικού συγκεντρωτισμού; Αραγε, με την ταχύτητα των αλλαγών, ο άνθρωπος του 2000 θα αναγνωρίζει αυτόν του 2050, σε άλλα 25 χρόνια από τώρα; Ή θα αναρωτιέται: «Τι έγινε, ρε παιδιά;». Ωπα, αυτό είναι από τον προηγούμενο αιώνα.

