Κρις Ρία (1951-2025): Ο εραστής των μπλουζ που λάτρευε τις Φεράρι

Κρις Ρία (1951-2025): Ο εραστής των μπλουζ που λάτρευε τις Φεράρι

Ο Κρις Ρία που εμπνεόταν ακόμη και στα μποτιλιαρίσματα του Λονδίνου, απογείωσε τη μουσική του ευφυΐα το 2005 με το μνημειώδες «Blue Guitars», ένα εγκυκλοπαιδικό έργο τέχνης με έντεκα δίσκους, 137 τραγούδια και δικές του εικαστικές δημιουργίες

4' 48" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Παραμονή Χριστουγέννων του 1978. Ο 27χρονος Κρις Ρία βρισκόταν εγκλωβισμένος σε ένα εφιαλτικό μποτιλιάρισμα στο Λονδίνο. Χωρίς δίπλωμα, καθόταν στη θέση του συνοδηγού ενός ταλαιπωρημένου Οστιν Μίνι που οδηγούσε η σύζυγός του, Τζοάν. Εκείνη είχε ταξιδέψει από το Μίντλεσμπρο για να τον παραλάβει, καθώς η δισκογραφική του εταιρεία, η ανεξάρτητη Magnet Records, αρνήθηκε να καλύψει τα έξοδα επιστροφής του. Με άδειες τσέπες, το ζευγάρι πάσχιζε να φτάσει στον Βορρά μέσα στο χιόνι, φεύγοντας από μια εταιρεία που τον πίεζε να γίνει ένας «νέος Ελτον Τζον», αδιαφορώντας πλήρως για τις μπλουζ καταβολές του.

Μέσα στο Μίνι, ο Ρία άρχισε να σιγοτραγουδάει μια μελωδία για να διασκεδάσει κοιτάζοντας τους άλλους «μποτιλιαρισμένους» οδηγούς, που έμοιαζαν εξίσου δυστυχισμένοι. Εκείνη τη νύχτα γεννήθηκαν οι στίχοι του «Driving Home for Christmas».

Η άφιξή του στο σπίτι τα ξημερώματα επεφύλασσε ένα δώρο Χριστουγέννων: στο χαλάκι της εισόδου, μέσα στο κρύο, τον περίμενε ένας φάκελος με μια επιταγή 15.000 λιρών για τα πνευματικά δικαιώματα του πρώτου του σινγκλ «Fool» (If You Think It’s Over). Εν αγνοία του, το κομμάτι είχε αρχίσει να γνωρίζει τεράστια επιτυχία στα αμερικανικά ραδιόφωνα, φτάνοντας ψηλά στα charts και χαρίζοντάς του ακόμη και μια υποψηφιότητα για βραβείο Γκράμι.

Ο Κρις Ρία πέθανε στις 22 Δεκεμβρίου, στα 74 του χρόνια. Παρά τις δεκαετίες ιατρικής υποστήριξης και τα σοβαρότατα προβλήματα υγείας, συνέχιζε να ηχογραφεί και να δημιουργεί μέχρι τις τελευταίες του εβδομάδες.

Γεννημένος στις 4 Μαρτίου 1951 στο Μίντλεσμπρο, γιος Ιταλού μετανάστη-ιδιοκτήτη της εμβληματικής αλυσίδας παγωτών «Rea’s Ice Cream» και Ιρλανδής μητέρας, μεγάλωσε σε ένα καθαρά βιομηχανικό περιβάλλον, γεμάτο καπνό και χάλυβα, που αργότερα θα χρωμάτιζε τους στίχους του. Η ενασχόλησή του με τη μουσική ξεκίνησε σχετικά αργά: αγόρασε την πρώτη του κιθάρα στα είκοσι δύο, επηρεασμένος από έναν δίσκο του θρύλου των μπλουζ Τσάρλι Πάτον. Πριν χαράξει τη δική του πορεία, κλήθηκε να αντικαταστήσει τον Ντέιβιντ Κόβερντεϊλ (που μόλις είχε φύγει για να γίνει ο τραγουδιστής των Deep Purple) στο τοπικό συγκρότημα Magdalene. Οταν υπέγραψε με τη δισκογραφική Magnet Records, η εταιρεία βρέθηκε σε αμηχανία μπροστά σε έναν μουσικό που δεν ήξερε πώς να πουλήσει. Οι μάνατζερ προσπάθησαν να κρύψουν την κιθάρα και να τον πλασάρουν ως τραγουδιστή μπαλάντας, ζητώντας του ακόμη και να αλλάξει όνομα. Εκείνος, θέλοντας να χλευάσει την εμμονή τους, πρότεινε ένα όνομα που παρέπεμπε σε καρικατούρα Λατίνου εραστή: Benjamin Santini. Η εταιρεία δεν κατάλαβε το αστείο και το δέχθηκε ενθουσιωδώς, ονομάζοντας τελικά το πρώτο του άλμπουμ «Whatever Happened to Benny Santini?» (1978). Η ηχογράφηση με τον παραγωγό Gus Dudgeon ήταν εφιαλτική για τον Ρία, καθώς η υπερβολικά «γυαλισμένη» παραγωγή, στο πρότυπο του αμερικανικού ελαφρού ροκ, εξαφάνισε τις τραχιές μπλουζ καταβολές που ο ίδιος οραματιζόταν.

Η πραγματική καλλιτεχνική απελευθέρωση ήρθε με το «Water Sign» του 1983. Παραδόξως, ο αυθεντικός, λιτός ήχος βρήκε τεράστια ανταπόκριση στην Ευρώπη, με το Billboard να γράφει ότι εκείνη η λιτότητα ήταν αυτό που χρειαζόταν για να αναδειχθεί η ποιότητα των τραγουδιών του.

Οι στίχοι εκείνου του χριστουγεννιάτικου τραγουδιού, εν τω μεταξύ, παρέμειναν σε ένα τενεκεδένιο κουτί για οκτώ χρόνια. Το 1986, κατά τη διάρκεια τυχαίων δοκιμών για μια σειρά νέων πιάνων της Roland, ο Ρία αυτοσχεδίασε μια μελωδία που ταίριαζε απολύτως με εκείνους τους ξεχασμένους στίχους. Επέμενε το τραγούδι να μην κυκλοφορήσει ως σινγκλ, αλλά ως B-side, φοβούμενος τη ρετσινιά του «novelty song» – του εποχικού σουξέ. Ωστόσο, οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί το λάτρεψαν και το κομμάτι άρχισε να μπαίνει στα charts κάθε χρόνο από το 2007 και μετά, φτάνοντας στο νούμερο 10 το 2021. Μάλιστα, μια δημοσκόπηση του 2020 στο Ηνωμένο Βασίλειο το ανέδειξε ως αγαπημένο χριστουγεννιάτικο τραγούδι των Βρετανών οδηγών.

Η διεθνής καθιέρωση ήρθε το 1986 με το «On the Beach», ένα μικρό αριστούργημα που ο ήχος του –έκφραση μιας τάσης της βρετανικής ποπ της εποχής προς την τζαζ και τη σόουλ– στηρίχθηκε σε τρεις μουσικούς-θρύλους: τον Ντέιβ Μάτακς στα τύμπανα (ιστορικό μέλος των Fairport Convention), τον Μάρτιν Ντίτσαμ στα κρουστά (στενό συνεργάτη της Sade και των Rolling Stones) και τον Μαξ Μίντλετον στα πλήκτρα, που είχε θητεύσει δίπλα στον Τζεφ Μπεκ. Το γλυκό και μελαγχολικό παίξιμο του τελευταίου στο ηλεκτρικό πιάνο καθόρισε απολύτως τον χαρακτήρα του άλμπουμ, που έφτασε στο νούμερο 11 και πούλησε πάνω από 300.000 αντίτυπα.

Το «The Road to Hell» (1989) σηματοδότησε την εμπορική και καλλιτεχνική του κορύφωση. Εμπνευσμένο από τα εφιαλτικά μποτιλιαρίσματα στον περιφερειακό M25 του Λονδίνου, λειτούργησε ως μια σκοτεινή παραβολή για τη σύγχρονη ζωή, με το NME να μιλάει για μια «τρομακτική οδύσσεια βιομηχανικών μπλουζ» και το Melody Maker να επαινεί τον τρόπο που οι στίχοι του «κοιτούσαν την κοινωνική αποξένωση στα μάτια». Αν όμως το «Road to Hell» ήταν η ασφυξία της πόλης, το «Auberge» (1991) ήταν η λύτρωση του ανοιχτού δρόμου. Εκεί ο Ρία στράφηκε στο φως: ο ήχος έγινε πιο οργανικός και γήινος, τα συνθεσάιζερ υποχώρησαν και τα πνευστά χάρισαν μια σόουλ ζεστασιά στις συνθέσεις.

Η δημιουργική του όρεξη δεν σταμάτησε. Στο «Espresso Logic» του 1993 η μοίρα έπαιξε το δικό της παιχνίδι: ο Ρία μοιράστηκε το μικρόφωνο στο «If You Were Me» με τον Ελτον Τζον – τον καλλιτέχνη που κάποτε τον πίεζαν οι παραγωγοί να αντιγράψει. Το δημιουργικό του πάθος απογειώθηκε το 2005 με το μνημειώδες «Blue Guitars», ένα εγκυκλοπαιδικό έργο τέχνης με έντεκα δίσκους, 137 τραγούδια και δικούς του πίνακες, που χαρτογράφησε κάθε πτυχή της ιστορίας των μπλουζ.

Στην προσωπική του ζωή παρέμεινε παντρεμένος με τη σύντροφο και μούσα του, Τζοάν, για πάνω από πενήντα χρόνια, αποκτώντας δύο κόρες, την Τζόζεφιν και την Τζούλια. Μακριά από τη δημοσιότητα και τα φώτα των παπαράτσι, απολάμβανε την οικογένειά του, τον κήπο του και τη συντήρηση των ιστορικών αυτοκινήτων του, για τα οποία έτρεφε μεγάλο πάθος – με ιδιαίτερη αδυναμία στις Φεράρι, μια αγάπη που αποτυπώθηκε και στην ταινία-δίσκο του «La Passione». Ποτέ δεν είδε τον εαυτό του ως σταρ. Οπως είχε πει: «Πάντα ένιωθα σαν ένας υδραυλικός που απλά έτυχε να ξέρει να γράφει τραγούδια».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT