Τα Χριστούγεννα που σας διηγούμαι τα πέρασα σχετικά πρόσφατα στην Ιαπωνία και είναι όντως αξέχαστα, «αξέχαστα» κατά τη στερεότυπη φράση που ως μαθητές του δημοτικού σχολείου τελειώναμε τις μονοσέλιδες εκθεσούλες μας που μας έβαζαν οι δάσκαλοι μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων με θέμα: «Πώς πέρασα τα Χριστούγεννα». Πώς άραγε θα τα περνάγαμε οι ξυπόλυτοι μαθητές της δεκαετίας του ’50 στα παραμεθόρια χωριά της Ηπείρου; Τρώγαμε τα μανάρια μας που οι ίδιοι τα ταΐζαμε με τόση αγάπη και φροντίδα. Αλλά αυτά δεν γράφονταν σε εκθέσεις, δεν λέγονται σε δασκάλους, θα παίρναμε βαθμό άριστα «0».
Προετοιμάστηκα πνευματικά και ψυχολογικά για να απολαύσω με όλες μου τις αισθήσεις την εξωτική εμπειρία του ταξιδιού μου στην Ιαπωνία εφόσον μου το χάρισε η ανέλπιστη τύχη. Διάβασα τα σχετικά με τη χώρα, δεν είδα βίντεο για να μην επηρεαστώ ως προς το σήμερα, είχα ως ταξιδιωτικό και πνευματικό σύμβουλο το εξαίσιο προπολεμικό βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη «Ιαπωνία – Κίνα». Ηθελα να βιώσω ό,τι βίωσε, να στοχαστώ ό,τι στοχάστηκε κατά την περιοδεία του στην εξωτική αυτή χώρα, αυτές οι χώρες δεν αλλάζουν την αργή, ήρεμη ταχύτητα του ιστορικού χρόνου, και αν τυχόν ο Καζαντζάκης κατά την περιοδεία του είχε πατήσει κατά λάθος σε… λάσπες, σίγουρα θα έβρισκα τα απολιθώματα από την περπατησιά του. Βούιζε υπόκωφα, γλυκά, νανουριστικά ο αεροπορικός διώροφος γίγαντας με τις τέσσερις θηριώδεις τουρμπίνες, πετούσαμε πάνω από την Κίνα, ο ήχος ήταν σαν να μετέφερε στην κοιλιά του όχι τις βαλίτσες των επιβατών, αλλά εκατοντάδες, χιλιάδες, ζωντανές κυψέλες μελισσών και τις πήγαινε στη χώρα των κερασιών να τρυγήσουν τη γύρη του άνθους.
Εβγαλα από το σακίδιο το ταξιδιωτικό βιβλίο του Καζαντζάκη και ξαναδιάβασα τις γοητευτικές σελίδες που είχα τσαλακώσει από προηγούμενες αναγνώσεις: «Ξεκίνησα για την Ιαπωνία ξέροντας μονάχα δυο γιαπωνέζικες λέξεις για να συνεννοηθώ μαζί της: “Σακουρά”, που θα πει “Ανθος της Κερασιάς” και “Κοκορό”, που θα πει “Καρδιά”». Ποιος ξέρει έλεγα με τον νου μου, ίσως οι δυο αυτές απλότατες λέξεις να αρκούν. Και μετά διάβασα ένα τρυφερό, υπαινικτικό χάι-κου που ανθολόγησε ο ίδιος: «Ω γλυκά λουλούδια της κερασιάς που καθρεφτίζεστε/ κάθε άνοιξη στα νερά, προσπάθησα να σας κόψω/ αλλά μούσκεψα μονάχα τα κεντημένα μου μανίκια».
Γλύκανε η ψυχή μου. Επεσα σε υπνικές παραισθήσεις λόγω της ηλιακής μεταβολής που το βιολογικό μου ρολόι δεν είχε ακόμα επεξεργαστεί. Πώς το έφερε να κάνω Χριστούγεννα σε μια χώρα που δεν έχει στη θεολογία της τον Χριστό και ασφαλώς θα τους φαίνεται τόσο παράδοξο ότι κάποιος Χριστός, γεννημένος εκεί που σφάζονται δίχως έλεος οι άνθρωποι, ήταν γιος θεού, του ενός και μοναδικού θεού όλης της Γης και γεννήθηκε σε σπηλιά για να σώσει τον κόσμο που… δεν σώζεται ούτε από θεούς ούτε από διαβόλους, αλλά ακολουθεί την προαιώνια πορεία των ενστίκτων.
Στο τεράστιο αεροδρόμιο τίποτε δεν θύμιζε χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα, πουθενά δεν αστραποβολούσαν πλαστικά δέντρα με πολύχρωμα λαμπιόνια.
Πώς το έφερε να πάω στην Ιαπωνία εγώ που ως παιδί είδα αυτοκίνητο στα έξι μου χρόνια και θάλασσα στα δώδεκα; Και όμως συνέβη όπως συμβαίνει στη ζωή… και σου έρχεται αυτό που δεν διανοείσαι ότι μπορεί να σου έρθει και ό,τι αναμένεις να έρθει δεν έρχεται. Στο αεροδρόμιο του Τόκιο μας περίμενε ο γιος μου με τη Γιαπωνέζα νύφη μου. Πήγα να την αγκαλιάσω και να την ασπασθώ πατρικά (κατά τον δυτικό εθιμοτυπικό πολιτισμό), αλλά πρόλαβε και οπισθοχώρησε σεβαστικά δυο βήματα ώστε να βρει χώρο να κάνει την πατροπαράδοτη υπόκλιση και να ενώσει τις παλάμες της. Αμέσως μπήκα στο νόημα ότι βρισκόμουν αλλού. Στο τεράστιο αεροδρόμιο τίποτε δεν θύμιζε χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα, πουθενά δεν αστραποβολούσαν πλαστικά δέντρα με πολύχρωμα λαμπιόνια, ούτε πηγαίνοντας οδικώς προς την πόλη Χαμαμάτσου, μια μικρή πόλη του ενός εκατομμυρίου κατοίκων, υπήρχε κάτι το γιορτινό. Περάσαμε πλησίον από το ιερό βουνό – ηφαίστειο Φούτζι. Φορούσε το προαιώνιο λευκό καπέλο του χιονιού σε σχήμα κώνου. Υψος 4.000 μέτρα! Ημουν συνοδηγός. Ο γιος μου έριχνε ανήσυχες λοξές ματιές. «Δε σε βλέπω χαρούμενο, πατέρα. Σου λείπει η χριστουγεννιάτικη Ελλάδα;». Πριν αντιδράσω, πάτησε ένα κουμπί στο ταμπλό και ξεχύθηκε κάτω από το ιερό βουνό μια γυναικεία ελληνική φωνή που τραγουδούσε ένα τραγουδάκι που εμένα μου φαινόταν σαχλό και μου δημιουργούσε αποστροφή προς τα Χριστούγεννα. «Χριστούγεννα, Χριστούγεννα, ευτυχισμένα δε γίνονται, δε γίνονται χωρίς εσένα…». «Κλείσ’ την!», και την έκλεισε.
Αλλά τι είδους Χριστούγεννα είχα βιώσει ώς την τωρινή μου ηλικία και μου έλειπαν στη μακρινή χώρα; Κατ’ αρχάς τα παιδικά μου Χριστούγεννα που γινόμασταν συντροφιές παιδιών και αξημέρωτα, για να προλάβουμε τους άλλους καλαντιστές ορμούσαμε στα σπίτια του χωριού αψηφώντας τα τσοπανόσκυλα, χτυπούσαμε τις ξυλόθυρες των πετρόχτιστων σπιτιών με τα ραβδιά μας, μας άνοιγαν μα ανάθεμα αν οι νοικοκυραίοι άκουγαν τι ψέλναμε εφόσον οι παιδικές φωνούλες μας καλύπτονταν από τα γαβγίσματα των σκυλιών που μάταια προσπαθούσαν να τα ηρεμήσουν. Παίρναμε το αυγό, το βάζαμε στο καλαθάκι και ορμούσαμε στα σπίτια του άλλου μαχαλά. Μετά θυμήθηκα τα Χριστούγεννα της Αθήνας στις χρυσές δεκαετίες του ’80 και του ’90. Μάταια περιμέναμε τα παιδάκια να μας πουν τα κάλαντα. Ηταν χορτασμένα και δεν είχαν κίνητρο να γυροφέρνουν στα ξένα σπίτια και να ξελαρυγγιάζονται για… μικροποσά! Ακούγαμε κάλαντα στην τηλεόραση στα γραφεία των πολιτικών αρχηγών. Το έθιμο πήγαινε προς οριστική εξάλειψη. Οταν κατέρρευσε ο υπαρκτός σοσιαλισμός, ακούγαμε πλέον κάλαντα από τα παιδιά των Αλβανών που έψελναν ό,τι ασυνάρτητο αποθήκευε το μυαλό τους… «αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά» ανήμερα Χριστούγεννα! Κάτι ήταν κι αυτό από το ολότελα. Και μετά που μεγάλωσαν τα αλβανόπουλα και δεν είχαν οικονομικό κίνητρο για κάλαντα, τα ξανακούσαμε από τα ελληνόπουλα πάλι στα χρόνια της κρίσης, που χτυπούσαν και ξαναχτυπούσαν τα κουδούνια και εμείς από μέσα δεν ανοίγαμε γιατί δεν είχαμε μονόευρα και δίευρα και ντρεπόμασταν να τους δώσουμε χάλκινα.
Παραμονή Χριστουγέννων θα κάναμε στην ψαραγορά του Τόκιο, σε πολυτελές εστιατόριο με σούσι. Αντίο γαλοπούλες με δαμάσκηνα, κάστανα, σταφίδες κτλ. Εδώ ήμασταν αλλού. Το αποδέχτηκα και φρόντισα να απολαύσω την εμπειρία. Η μικρή μας παρέα, με δυο ακόμη ζωηρούς Ελληνες, φίλους του γιου μου, τοποθετήθηκε σε μια κουκέτα και μας χώριζαν βαριές κουρτίνες από τις διπλανές παρέες, προστατεύοντας την ιδιωτικότητά μας ή μάλλον την ησυχία των διπλανών μας, καθώς σε λίγο το ελληνικό ταμπεραμέντο ανέβηκε στο λαρύγγι και ακούγονταν χάχανα και αμετάφραστες ελληνικές φράσεις που πυροδοτούσαν εκρήξεις γέλιου. Κάποιος από την παρέα μας παρατήρησε ότι η κουρτίνα από δεξιά μας άνοιξε με δισταγμό, το πολύ ώς δυο πόντους, κάποιο μάτι μάς είδε και πάλι έκλεισε το ίδιο διακριτικά. Αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο από τον ζωηρότερο της παρέας, τον Τάσο, που δεν δίστασε να τραβήξει ολόκληρη την κουρτίνα για να αντικριστούμε πρόσωπο με πρόσωπο με τη διπλανή παρέα. Ηταν μια παρέα αντρών μέσης ηλικίας με αστραφτερά κουστούμια και ακριβές γραβάτες, έδειξαν προς στιγμή να τα χάνουν από την αντίδρασή μας στην ασήμαντη αδιακρισία, βαριά όμως στον δικό τους πολιτισμό. Στο τραπέζι τους είχαν δυο μπουκάλια σάκε και άφθονα πιατάκια με σάλτσες και ωμά ψαρικά. Είπαν στα αγγλικά «Συγγνώμη αν σας ενοχλήσαμε, αλλά τέτοια γλώσσα δεν έχουμε ξανακούσει και θέλαμε να δούμε…». – «Ελληνες είμαστε, Ελληνες!». Ανατινάχτηκαν: «Ελληνες! Oh my God! Επιτρέψτε μας να κεράσουμε το τραπέζι σας». – «Μα για ποιο λόγο;». «Τσίπρα, Τσίπρα!» φώναζαν με ενθουσιασμό. Δεν πίστευα στα αυτιά μου, και όμως έλεγαν και εννοούσαν τον Τσίπρα που όλοι ξέρουμε και ο ενθουσιασμός τους και οι ευχαριστίες τους ήταν ότι τον καιρό της δικής μας αιματηρής κρίσης αυτοί έπαιζαν και πλούτιζαν στο χρηματιστήριο την αστάθεια του ευρώ και την έξοδο της Ελλάδας από τη νομισματική ένωση, ενώ εμείς εδώ, άσ’ τα καλύτερα, ας μην τα θυμόμαστε που δεν ανοίγαμε στα παιδάκια να μας πουν τα κάλαντα. Βρε εμείς τον ξεχάσαμε τον Τσίπρα κι αυτοί στην άκρη του κόσμου ακόμα τον θυμούνται! Εξήγησαν ότι είχαν κερδίσει πολλά και ήθελαν συμβολικά κάτι να επιστρέψουν σε Ελληνες, έστω ένα ακριβό δείπνο με σούσι. Με πήρε το παράπονο. Σκέφτηκα: καημένη Ελλάδα, το όνομα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του Πλάτωνα δεν έφτασε στην ψαραγορά του Τόκιο για να μας κεράσουν και μας κερνούν για τον Τσίπρα! Σε πόσα πλούσια σπίτια ανά την υφήλιο θα υπάρχει ακόμη το κάδρο του; Το κέρασμα όμως το δεχτήκαμε, Ελληνες είμαστε, κάπως να μειώσουμε έστω συμβολικά τη συμφορά που μας βρήκε τότε.
Με πήρε όμως ψυχολογική κατρακύλα. Παραμονή Χριστουγέννων, χωρίς τίποτε γύρω μας να τα θυμίζει και επιπλέον να κεραστούμε από Γιαπωνέζους λόγω Τσίπρα. Αν ήταν για τον Θουκυδίδη, για τον Σοφοκλή, ευχαρίστως να το δεχτώ το κέρασμα. Οι γραβατωμένοι Γιαπωνέζοι επιχειρηματίες το έκαναν με τις καλύτερες προθέσεις μεν, αλλά εγώ το πήρα στραβά, αισθάνθηκα σαν το θηλυκό σε μπαρ που το κερνούν για να το θωπεύσουν ή μάλλον στην περίπτωσή μας πρώτα το… θώπευσαν και μετά το κέρασαν! Και μετά σκέφτηκα ότι είμαι χριστιανός, γύρισε το μυαλό μου πίσω στη χριστουγεννιάτικη πατρίδα. Εντάξει, δεν είμαι και ο πιστότερος χριστιανός, αλλά σε αυτή την άκρη του κόσμου σού λείπει ο Χριστός, έστω και αν δεν τον έχει κανένας άλλος γύρω σου ακουστά εκτός από σένα. Χριστούγεννα στην Ελλάδα, και εγώ τρώω ωμά χταποδάκια σούσι βουτηγμένα σε γλυκόξινες σάλτσες. Την κακή ψυχολογική μου κατάσταση ο γιος μου θέλησε να την ανατάξει. Διαισθανόταν την αιτία. Οταν μας έφερε στο ξενοδοχείο, μου έβαλε στο κινητό μια εφαρμογή και μου έδωσε σαφείς οδηγίες. «Μπαμπά, θα πατήσεις εδώ κι εδώ, θα ακούσεις μια φωνή, και τότε θα πατήσεις εδώ, μην την κοροϊδέψεις τη φωνή, έχει μεγαλύτερη νοημοσύνη από τους περισσότερους Ελληνες. Ζήτα της ό,τι θέλεις, κουβέντιασέ την, μη φοβάσαι». – «Μα τι λες, παιδάκι μου; Γίνονται αυτά τα πράγματα; Κι αν της πω, ας πούμε, να μου διαβάσει ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα του Παπαδιαμάντη, θα το κάνει;». – «Αστειεύεσαι; Το μόνο εύκολο. Και μάλιστα επειδή ακόμα δεν ξημέρωσε στην Ελλάδα, ζήτα της να σου πει τα κάλαντα και δεν θα της δώσεις ούτε ευρώ! Θα δεις, μπαμπά, τι ωραία Χριστούγεννα θα περάσεις, θα είσαι και εδώ και εκεί. Θα ευχαριστηθείς Χριστούγεννα!».
Αλήθεια, αυτή η μηχανή του θεού ή του διαβόλου δεν μου χάλασε χατίρι, ό,τι της είπα το έκανε στην εντέλεια, άκουσα τον «Χριστό στο Κάστρο» με κάπως μηχανική φωνή αλλά δεν με πείραξε. Ο,τι ελληνικό χριστουγεννιάτικο γιορταστικό τής ζήτησα το έκανε χωρίς… μα και μου και γκρίνιες! Ακουσα τα κάλαντα από όλες τις περιοχές της Ελλάδας σα να ήμουν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας χωρίς να δώσω ευρώ, άκουσα ηπειρώτικα κλαρίνα, με κράτησε η γυναίκα μου και έφερα δυο γύρες στο στενό δωμάτιο για το καλό της χρονιάρας μέρας. Πέρασα αξέχαστα Χριστούγεννα χωρίς Χριστό, παρέα με την ΑΙ, και είπα να μείνω λίγο ακόμα στην Ιαπωνία να δω και άλλα αξιοθέατα που είδε και ο Καζαντζάκης. Την είχα ξεναγό. Μόνο το σούσι μού έπεσε λίγο βαρύ, αχώνευτο, δεν ξέρω αν ήταν από το ωμό ψάρι ή από το κέρασμα.

