Οταν ο Ελγιν έψαχνε γλύπτη

Η άρνηση του Αντόνιο Κανόβα και άλλων να «αγγίξουν» με τη σμίλη τους τα Γλυπτά

3' 38" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Ανάμεσα στις έγνοιες που απέκτησε αφότου απέσπασε τα Γλυπτά του Παρθενώνα (ναυάγιο, οικονομική στενότητα, κατηγορίες για εξαγορά των οθωμανικών αρχών), ο λόρδος Ελγιν είχε, όπως φαίνεται, μία ακόμα: να συμπληρώσει τα λεηλατημένα αρχιτεκτονήματα στα θραυσμένα σημεία τους. Αρκετοί συλλέκτες και ειδήμονες της εποχής του ήταν συνηθισμένοι στα ρωμαϊκά, «δημιουργικά» συμπληρωμένα γλυπτά, με τις στιλπνές επιφάνειες, τα οποία αξιολογούνταν ως ανώτερα και ακριβότερα από τα «Ελγίνεια». Ο Σκωτσέζος λόρδος μάλιστα είχε αναζητήσει από νωρίς κάποιον κατάλληλο άνθρωπο. Το 1803 συνάντησε στη Ρώμη τον γλύπτη Αντόνιο Κανόβα, ο οποίος όμως αρνήθηκε να τα πειράξει: ήταν έργα των «ικανότερων καλλιτεχνών» και θα ήταν «ιεροσυλία» για οποιονδήποτε «να τολμήσει να τα αγγίξει με τη σμίλη». Κάτι παρόμοιο απάντησε το 1807 στον Ελγιν και ο Βρετανός γλύπτης Τζον Φλάξμαν: κανείς σύγχρονος δεν θα μπορούσε να αποδώσει την ποιότητα τέτοιων γλυπτών, των οποίων άλλωστε η πλήρης μορφή ήταν αβέβαιη. Το σίγουρο ήταν ότι «τα γλυπτά δεν θα κέρδιζαν τίποτε, αντίθετα θα υποβαθμίζονταν από τη συμπλήρωσή τους».

Διάλεξη της καθηγήτριας Φανής Μαλλούχου- Τούφανο για την εποχή που έφτασαν τα Γλυπτά στην Αγγλία και την αντιμετώπισή τους από συλλέκτες και ειδήμονες της εποχής.

Η παραπάνω ήταν μία από τις πολλές και ενδιαφέρουσες ιστορίες που αφηγήθηκε η καθηγήτρια Φανή Μαλλούχου-Τούφανο στη διάλεξή της, την περασμένη Παρασκευή, για τη διαμάχη που ξέσπασε ανάμεσα σε αρχαιοδίφες, συλλέκτες και καλλιτέχνες του Λονδίνου, γύρω από τα Γλυπτά του Παρθενώνα, από το 1806 που εκτέθηκαν στην οικία του Ελγιν, μέχρι την απόκτησή τους από το βρετανικό κράτος το 1816. Επρόκειτο άλλωστε για μια διαμάχη που οι αιτίες της εντοπίζονταν πιο παλιά. Για την ακρίβεια, στις εν πολλοίς παραπλανητικές και εκ του εδάφους απεικονίσεις των Γλυπτών από Ευρωπαίους περιηγητές και ζωγράφους του 17ου και του 18ου αιώνα, οι οποίοι σχεδίασαν τα Γλυπτά με την μπαρόκ αισθητική τους (όπως ο Ζακ Καρέ), ταύτισαν με λανθασμένο τρόπο τα εικονογραφικά θέματα των αετωμάτων και «εκρωμάισαν» το μνημείο (Τζέικομπ Σπον και Τζορτζ Γουέλερ), απέδωσαν τη δυτική ζωφόρο με αναιμικές και στυλιζαρισμένες μορφές σαν των ρωμαϊκών δακτυλιόλιθων (Ρίτσαρντ Ντάλτον) και, επίσης, σκαρφάλωσαν μεν στα επιστύλια (Γουίλιαμ Παρς) αλλά εξιδανίκευσαν τα απεικονιζόμενα σώματα προσδίδοντάς τους, όπως εξηγούσε η καθηγήτρια, «αφηρημένα ιδεώδη χάριτος και ομορφιάς πέραν της εμπειρικής πραγματικότητας».

Οταν ο Ελγιν έψαχνε γλύπτη-1
Σχέδιο του 1810, διά χειρός Τσαρλς Κόκερελ με τα Γλυπτά να εκτίθενται σε παράπηγμα που αγόρασε ο Ελγιν στο Παρκ Λέιν. [SOCIETY FOR THE PROMOTION OF HELLENIC STUDIES]

Η κ. Μαλλούχου-Τούφανο, αναπληρώτρια πρόεδρος της Επιτροπής Συντηρήσεως Μνημείων Ακροπόλεως (ΕΣΜΑ), αναφέρθηκε εκτενώς και στον Γιόχαν Γιοακίμ Βίνκελμαν, διαμορφωτή των ιδεαλιστικών νεοκλασικών τάσεων που κυριάρχησαν στον 18ο αιώνα και σύμφωνα με τις οποίες οι τέχνες φτάνουν στην τελειότητα με μια ιδεατή ομορφιά ανώτερη από της φύσης, που κορυφώνεται στην ύστερη αρχαιότητα και ορίζει ότι τα γλυπτά πρέπει να έχουν λείες και αρμονικές μορφές, εκλεπτυσμένη στάση και στιλπνές επιφάνειες. «Σε αυτόν τον κόσμο καταφθάνουν τα Γλυπτά του Παρθενώνος», έλεγε η καθηγήτρια, «που με τη φυσικότητα, τη ρωμαλεότητα και τον συγκρατημένο ρεαλισμό τους συγκρούονται με το κυρίαρχο θεωρητικό οικοδόμημα της εξιδανικευμένης ομορφιάς και χάρης, της “ευγενικής απλότητας και του γαλήνιου μεγαλείου” –εκφράσεις του ίδιου του Βίνκελμαν– της ελληνικής πλαστικής».

Η διάλεξη της Φανής Μαλλούχου-Τούφανο, που πραγματοποιήθηκε στο αμφιθέατρο του Μουσείου Ακρόπολης στο πλαίσιο των διαλέξεων της Ενωσης Φίλων Ακροπόλεως, περιελάμβανε όλες τις πτυχές της δεκαετούς διαμάχης για τα Γλυπτά του Παρθενώνα: την έκθεσή τους από τον Ελγιν με πρόχειρο τρόπο στην αυλή ενός μεγάρου στο Παρκ Λέιν, την υποβάθμισή τους από τον συλλέκτη Ρίτσαρντ Πέιν Νάιτ ώστε «να παραμείνει αλώβητη η αξία των συλλογών των ελληνορωμαϊκών γλυπτών των Αγγλων ευγενών», την παθιασμένη υπεράσπισή τους από τον γλύπτη Ρίτσαρντ Χάιντον, ο οποίος «κεραυνοβολείται» από τη «φυσιοκρατική και ταυτόχρονα επιβλητική και μεγαλειώδη ομορφιά» των Γλυπτών και, τέλος, την εξέταση της νομιμότητας των πράξεων του Ελγιν και της καλλιτεχνικής αξίας της συλλογής του από ειδική επιτροπή του βρετανικού κοινοβουλίου.

Ο Νίκολας Κάλιναν

Η επιτροπή, ως γνωστόν, ψήφισε να αγοραστούν τα «Ελγίνεια» από το βρετανικό δημόσιο. Ενας από τους βουλευτές που μειοψήφησαν ήταν ο Χιου Χάμερσλι, είπε η κ. Μαλλούχου-Τούφανο. «Τόνισε ότι μια ενδεχόμενη αγορά της συλλογής Ελγιν από την κυβέρνηση θα επηρεάσει αρνητικά τις μελλοντικές σχέσεις με την Ελλάδα, όταν αυτή θα αποκτήσει την ανεξαρτησία της», ανέφερε η καθηγήτρια σχετικά με τον Χάμερσλι. Μακάρι να τον άκουγε, θα λέγαμε εμείς, και ο σημερινός διευθυντής του Βρετανικού Μουσείου, Νίκολας Κάλιναν, ο οποίος, διαψεύδοντας αρκετές εικασίες και προσδοκίες, δήλωσε πρόσφατα στην εφημερίδα Telegraph ότι τα Γλυπτά του Παρθενώνα θα παραμείνουν στο Βρετανικό Μουσείο, παρά την προγραμματισμένη ανακαίνισή του.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT