Ο Νίκος Δαββέτας επιστρέφει με μια θεματική που έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά υποείδους στη σύγχρονη πεζογραφία. Η άνοια λειτουργεί εδώ ως καταλύτης μιας αφήγησης όπου η οικειότητα μετατρέπεται σε σκιά και η φροντίδα σε μορφή εγκλεισμού. Η μητέρα, παρούσα και ταυτόχρονα απούσα, αφήνεται στα χέρια του γιου.
Ενώ η κατασκευή είναι αρκούντως στιβαρή και το ηθικό φορτίο του θέματος αδιαμφισβήτητο, το έργο σταδιακά φυλλορροεί μπροστά στην ευκολία των φορμαλισμών. Τα ολιγοσέλιδα κεφάλαια –εύτακτες, εύληπτες βινιέτες– προδίδουν μια σχεδόν προγραμματική αποφυγή ρίσκου. Το μυθιστόρημα αποπνέει ένα είδος υφολογικής αυτάρκειας που το κάνει να μοιάζει ολοκληρωμένο πριν ακόμη πραγματευθεί το υλικό του.
Ο συγγραφέας φτάνει πολύ γρήγορα σε αφοριστικές εκλάμψεις, χωρίς να έχει προηγηθεί η διεργασία που θα τις δικαιολογούσε. Η εγγύτητα που ενσταλάζει ο Δαββέτας στο υλικό του –ειδικά με τον ίδιο στον ρόλο του συγγραφέα– υποσκάπτει την πρωτοκαθεδρία του ύφους.
Η γραφή είναι αδιαφανής, συνειδητή, και το σύνολο, αντί για συμπύκνωση εμπειρίας, υποβιβάζεται σε στυλιστική χειρονομία. Ενδεικτικά, φράσεις όπως «Σε κάθε έργο ο θάνατος είναι κεντρική ιδέα» ή «Δεν θα μπορέσεις ποτέ να γίνεις κάτι άλλο από αυτό που αποφάσισαν να γίνεις» ή «Δεν ξέρω τι με σοκάρει περισσότερο: αυτό που δεν είναι πια ή αυτό που δεν έγινε» είναι επιτηδευμένες.
Η κοινοτοπία της θεματικής –μητέρα, φθορά, μνήμη, απώλεια– δεν αίρεται, απλώς, από τη βαρύτητα του βιώματος. Το υλικό απαιτούσε ανάληψη υφολογικού ρίσκου: εκούσια έκθεση στο ενδεχόμενο της αποτυχίας, ώστε η μορφή να μιμηθεί την ασυνέχεια, τη σιωπή και την αμηχανία της εμπειρίας. Αντιθέτως, αυτό που προτάσσεται είναι μια νηφάλια συμφιλίωση.
Αντιστροφή ρόλων
Πυρήνας του μυθιστορήματος, η αντιστροφή ρόλων: ο γιος ανάγεται σε δεσμοφύλακα της μητέρας. Η σκηνή όπου ο γιατρός τού ζητάει να «γίν[ει] ο κατάσκοπος της ζωής της» είναι χαρακτηριστική. Η μητέρα μετατρέπεται σε κλινική περίπτωση. Η άνοια δεν αφαιρεί, όμως, μόνο τη μνήμη· αποφυσικοποιεί (sic) τη μητρότητα, ανατρέποντας το αυτονόητο σχήμα φροντίδας ως μονόδρομου από τον γονέα προς το παιδί. Η αντιστροφή φανερώνει ότι οι ρόλοι δεν είναι εγγεγραμμένοι στη βιολογία, αλλά στην επιτέλεση. Επιπροσθέτως, η άνοια συνιστά την τελική και πιο ακραία μορφή γονεϊκής επιρροής: την απόλυτη επίκληση στην αγάπη του γιου, μια επιρροή εμβαπτισμένη στην ισοπεδωτική ισχύ του ακαταλόγιστου.
Ο συγγραφέας καλείται, μόνος του, να εισέλθει σε διάλογο με τη συμβολική ισχύ της μητέρας, η οποία –όσο στυγνή, αδιάφορη ή βιτριολική κι αν υπήρξε– τον καλεί τώρα να την προστρέξει άδολα, καίτοι «ήμασταν πια δύο άγνωστοι». Παρότι, όμως, η ηθική απαίτηση είναι συντριπτική, η μορφή παραμένει σχεδόν αλώβητη. «Ποιος είμαι; Ο δεσμοφύλακας της μητέρας μου!» θα πει ο συγγραφέας, μήπως και μας έχει διαφύγει.
Αγάπη και μίσος
«Αν σε μισώ, θα είμαστε για πάντα μαζί· αν σε αγαπώ, μπορώ και να σε αποχωριστώ». Οταν ο συγγραφέας μιλάει για ανιόντες, μιλάει αναπόφευκτα για τον εαυτό του. Ενα μυθιστόρημα για γονείς εμφανίζεται συχνά ως η απόλυτη δολοφονία τους: η έκθεση λειτουργεί ως ακλόνητο τεκμήριο της απόστασης που έχει κατακτηθεί. Η συγκεκριμένη δολοφονία παραμένει, όμως, άβολα ανώδυνη. Η ειλικρίνεια του Δαββέτα δεν μετουσιώνεται σε αισθητική δοκιμασία. Το ρίσκο ξεκινά όταν η γραφή καλείται να μην αρκεστεί στο «μιλώ αληθινά», αλλά να αποδεχτεί ότι η αλήθεια δεν είναι από μόνη της μορφή. Εκεί, η αυτάρκεια εμφανίζεται ως η στιγμή που ο συγγραφέας παύει να αμφισβητεί το ίδιο του το βλέμμα, επειδή το θέμα τού παρέχει εκ των προτέρων νομιμοποίηση. Το όριο δεν είναι ηθικό αλλά αισθητικό: δεν αφορά το αν ο συγγραφέας λέει την αλήθεια, αλλά το αν αρκείται σε αυτήν.
Ο Φίλιπ Ροθ, στην «Πατρική κληρονομιά» (Πόλις, 2012), αφήνει το κείμενο να γίνει χαρακτηριστικά τραχύ, μη λυτρωτικό, ακόμη και αντιπαθητικό. Η φροντίδα δεν εξαγνίζεται. Σε αντίστιξη, ο Δαββέτας, ακόμη και στα σημεία όπου η αφήγηση θεριεύει, φροντίζει να εξαχνώνει την ικμάδα με ισοσκελισμένες διεκπεραιώσεις, διστάζοντας να απεμπολήσει τους μανιερισμούς του. Το αποτέλεσμα είναι ένα έργο ηθικά φορτισμένο αλλά αισθητικά νωθρό, που αποπειράται να κερδίσει τη συγκατάθεση του αναγνώστη μέσω της σοβαρότητας του θέματος και της μειλίχιας προσήνειάς του· όχι μέσω της αναγκαιότητας της μορφής.

