Τον περασμένο Νοέμβριο μια δασκάλα από το Λουτράκι έκανε επίσημη καταγγελία στην αστυνομία εις βάρος ενός εξάχρονου μαθητή της, τον οποίο κατηγόρησε για άσεμνη θωπεία στο στήθος της. Η ευαίσθητη δασκάλα εξέλαβε τη χειρονομία του αγοριού σαν σεξουαλική κακοποίηση, προβαίνοντας μάλιστα στη διάγνωση πως ο εξάχρονος ήταν δυνάμει ένας «μελλοντικός βιαστής». Το επεισόδιο θα ήταν φαιδρό, αν δεν διακυβευόταν η ακεραιότητα ενός μικρού παιδιού. Ευτυχώς επικράτησε η σύνεση και δεν δόθηκε συνέχεια στις αιτιάσεις της προσβεβλημένης δασκάλας.
Αντιθέτως, στη λογοτεχνία τα πράγματα μπορεί να πάνε πολύ στραβά. Στις 6 Σεπτεμβρίου 2048 ο δωδεκάχρονος Ζιλ Περετί καταδικάζεται σε επταετή κάθειρξη με την κατηγορία της απόπειρας βιασμού. Είχε ξαπλώσει με μια φίλη του σε ένα κρεβάτι-σαρκοφάγο, είχαν πατήσει και οι δύο το κουμπί της συναίνεσης, αλλά ξαφνικά το κορίτσι άλλαξε γνώμη. Στην άμωμη πολιτεία, που ανεγείρει στο μυθιστόρημά της «Πανόραμα» (Πόλις, 2025, μτφρ. Μαριάννα Μαντά) η Lilia Hassaine (γεν. 1991), κυβερνά το καθεστώς της Διαφάνειας. Ολα τα κτίρια είναι γυάλινοι κύβοι και ο ένας γείτονας εποπτεύει ανεμπόδιστα τον άλλο. Σε αυτή τη γυάλινη, από παντού ορατή, πολιτεία έχει αποκλειστεί κάθε ενδεχόμενο βίας και εγκληματικότητας. Κάθε γυναίκα μπορεί να κυκλοφορεί τα βράδια άφοβα, καθώς «οι άνδρες –αυτά τα αποκρουστικά όντα– δεν θα μπορούν να τη βιάσουν ούτε να τη χτυπήσουν αν βρεθεί μόνη μαζί τους».
Ο έρωτας στο κουτί
Τα κρεβάτια – σαρκοφάγοι είχαν αντικαταστήσει τις συζυγικές κλίνες. Τα κουμπιά στο σιδερένιο τους κούφωμα διασφάλιζαν την αμοιβαία συναίνεση. Το ευρηματικό έπιπλο αφενός απέτρεπε την κακοποίηση και αφετέρου προστάτευε την ιδιωτικότητα. «Η ιδέα είναι απλή: ο ένας παρτενέρ μετά τον άλλο πιέζει τον διακόπτη –γεγονός που εξασφαλίζει ότι υπάρχει συναίνεση– και το κρεβάτι κλείνει σαν κουτί». Προφανώς ο Ζιλ δεν είχε προλάβει να ασκηθεί στους μηχανισμούς της συναίνεσης. Η αδεξιότητά του στον χειρισμό του μηχανήματος τον οδήγησε με χειροπέδες στην αίθουσα ενός λαϊκού δικαστηρίου. «Παρουσίαζαν τον Ζιλ σαν εγκληματία, μαθητευόμενο βιαστή, έναν σχεδόν δολοφόνο».
Η Λιλιά Ασέν σκηνογραφεί μια φαύλη πολιτεία, οι δομές της οποίας αντιγράφουν τις ψηφιακές κοινότητες του Διαδικτύου. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όλοι έχουν φωνή και πρόσωπο, είναι διαρκώς ορατοί, παρατηρητές και παρατηρούμενοι. Στο καθεστώς της Διαφάνειας ισχύει ακριβώς το ίδιο. Πίσω από τα διάφανα τζάμια όλοι εκτίθενται και συνάμα εκθέτουν. Τιμωροί και θύματα την ίδια στιγμή. Παγιδευμένοι στο πρόταγμα μιας εικονικής ευτυχίας, που γρήγορα ξεφτίζει από την ψευτιά της. Πρόκειται για μια αδέκαστη, κυρίως όμως ψευδεπίγραφη κοινωνία, οι θεσμοί της οποίας απορρέουν από τηλεδίκες και δημοψηφίσματα στα social media. Αλλωστε η εγκαθίδρυση του καθεστώτος προήλθε από μια εξέγερση στο Διαδίκτυο. Ενας εξαγριωμένος ινφλουένσερ και «καμιά εκατοστή γυναίκες, όλες μέλη ενός σωματείου θυμάτων συζυγικής κακοποίησης» πρωτοστάτησαν το 2029 στη Νέα Γαλλική Επανάσταση.
Το μυθιστόρημα της Ασέν, ένα συναρπαστικό αστυνομικό θρίλερ, αναδεικνύει τα σκοτεινά σημεία της απόλυτης ορατότητας. Ακόμη και αποψιλωμένη από κάθε δυνητικό κίνδυνο, η ίδια η ζωή εφευρίσκει τη φρίκη που της αναλογεί. Μια ζωή διάφεγγη, που εξοβελίζει με τεχνάσματα το σκοτάδι, καταντά απάνθρωπη, τερατώδης. Η οδύνη και η αδιαφάνεια παραμένουν ανεκρίζωτα θεμελιακά στοιχεία της ύπαρξης.
Κινηματικές δημοκρατίες χτισμένες στα σαθρά θεμέλια της κοινωνικής δικτύωσης, της απόλυτης έκθεσης και της «εξουσίας» του ψηφιακού όχλου.
Ανδρες υπό διωγμόν
Αν το καθεστώς της Διαφάνειας ήταν ψυχαναγκαστικό με την «ηθική εξυγίανση», το ίδιο υπερευαίσθητη στην ηθική είναι και η γαλλική κοινωνία που φαντασιώνεται ο πρωτοεμφανιζόμενος Ευάρεστος Πιμπλής (γεν. 1999) στο βιβλίο του «Πέρα από τη συναίνεση» (Πόλις, 2025). Στη Γαλλία του 2032, έπειτα από μια ριζοσπαστική εκτροπή του κινήματος #MeToo, τα μάτσο αρσενικά τελούν υπό διωγμόν. Ο Ενζό Πανεκέν, ένας νεαρός άνδρας τριάντα δύο ετών, νιώθει αίφνης εξόριστος από την κοινωνική πυραμίδα που επί αιώνες ήθελε τους άνδρες κυρίαρχους. Μετά τον ακραίο φεμινισμό που εδραιώθηκε με την εξτρεμιστική τροπή του κινήματος #MeToo και τη διαφαινόμενη «επιβολή μιας woke δικτατορίας», είδε το είδος του να περιθωριοποιείται. Η παραμικρή κίνηση μπορούσε να καταλήξει σε καταγγελία. Η σεξουαλικότητά του κινδύνευε να θεωρηθεί ποινικά κολάσιμη. «Κανείς τους δεν με ξέρει, αλλά όλοι τους με αποκαλούν με ευκολία σεξιστή, ομοφοβικό και τοξικό».
Καταπίεση του πάθους
Ο Ενζό χάνει απρόσμενα την εγγενή του εξουσία, την ισχύ τού κυρίαρχου. Είχε εγκλωβιστεί στις «προσταγές του διάχυτου φεμινισμού», που με τη σειρά του συνέτεινε στη «γενικευμένη δυσφορία απέναντι στη σεξουαλικότητα». «Το #MeToo είχε αποτέλεσμα μια πουριτανική καταπίεση του πάθους, άσχετη με τη συναίνεση». Σε αυτό το κλίμα η θέση των ανδρών είχε καταστεί εξαιρετικά επισφαλής. Αλλά και οι γυναίκες φοβούνταν. «Ημασταν όλοι φοβισμένοι. Οι μεν ως πιθανοί βιαστές και οι δε ως πιθανές βιασμένες».
Στη μυθοπλαστική κοινωνία, πολιτειακή κορωνίδα της πολιτικής ορθότητας, οι μόνοι που φαίνονταν διατεθειμένοι να υποστούν στο σώμα τους τη σεξουαλική βία των πλέον αρρενωπών αρσενικών ήταν οι ομοφυλόφιλοι. Ετσι, ο Ενζό δεν διστάζει να ενδώσει στην ομοφυλοφιλία, προκειμένου να ανακτήσει τη σεξουαλική του υπεροχή. Τελικά, ο Ενζό, όπως ο Ζιλ, δεν αποφεύγει τη φυλακή. Μια μέρα χαστούκισε σε ένα καφέ τον Εμίλ, εραστή του για μια νύχτα, προκαλώντας εκρηκτικές λογομαχίες στα social media. Ο Εμίλ είχε συναινέσει στην καθυπόταξή του στη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης. Εξω, όμως, από το πλαίσιο της βίαιης συνεύρεσης, διεκδικούσε μια υπόσταση ισοβαρή με εκείνη του Ενζό. Περισσότερο από μυθιστόρημα το βιβλίο του Πιμπλή είναι ένα δοκίμιο για τις αδιερεύνητες ζώνες που ενυπάρχουν στο «ναι», για τα αδιόρατα «όχι» που το ναρκοθετούν. Ο Πιμπλής μιλάει για τις ψυχικές αντινομίες που εσωτερικεύονται στη συναίνεση, αντινομίες που ορίζουν την ταυτότητα ενός ατόμου. Στο δοκιμιακό μέρος του βιβλίου, που είναι και το πιο στιβαρό, στοχάζεται τη σεξουαλικότητα σε συνάρτηση με τις κοινωνικές επιταγές και τα έμφυλα πρότυπα, διερευνώντας μια πολιτική θεώρηση των σεξουαλικών συμπεριφορών. Σύμφωνα με τη συλλογιστική του, ακόμη και οι συναινετικές συμπεριφορές προκύπτουν από την επιρροή της κοινωνίας στην κατασκευή των σεξουαλικών επιθυμιών. Η εξουσία και η υποταγή συνιστούν απόρροιες εσωτερικευμένων προκαταλήψεων, σύμφυτων με τις κυρίαρχες κοινωνικές δομές.
Με κέντρο των αφηγήσεών τους μια υπερσυντηρητική μελλοντική Γαλλία, η Ασέν και ο Πιμπλής διεκτραγωδούν τις νευρώσεις μιας αφυπνισμένης κοινωνίας, κυριαρχημένης από δικαιωματιστές, ακτιβιστές και λοιπούς αγανακτισμένους, που επείγονται να καταγγείλουν κάθε φαντασιόπληκτη αδικοπραξία.

