Σαν να εισερχόμουν στην κοιλιά ενός κήτους, είχα μόλις δρασκελίσει την είσοδο εντός στοάς ενός μεγαθηρίου τουλάχιστον 65 ετών. Με είχε προσελκύσει εκείνη η παλαιοαθηναϊκή ατμόσφαιρα των κάθε λογής εμπορευμάτων αριστερά και δεξιά, είδη χαρτοπωλείου, ψιλικά, μικρά δώρα, υαλικά, πιο εκεί ένα φαρμακείο και στο κέντρο σκάλες για τα μαγαζιά και τις αποθήκες στο υπόγειο. Ενας σωστός κολοσσός!
Στην οροφή της μακράς στοάς κρέμονται συμμετρικά γλόμποι και το δάπεδο είναι στρωμένο με μωσαϊκό. Στα νιάτα του το κτίριο θα ήταν εντυπωσιακό. Ενα κτίριο γραφείων και καταστημάτων του 1959 με όλη, πλέον, την πατίνα του ενδιάμεσου ιστορικού και βιολογικού χρόνου. Εκείνη η Αθήνα είχε σθένος, δεν είχε μνήμη, είχε τόλμη, δεν είχε ενδοιασμούς ούτε αναστολές. Κατακτούσε την παλιά πόλη, υψωνόταν στα οικόπεδα, στη γη, στα θνήσκοντα τεκμήρια μιας άλλοτε οικείας Αθήνας σε υποχώρηση.
Στην οδό Ευριπίδου βρισκόμαστε, στον αριθμό 14, απέναντι σχεδόν από την Πραξιτέλους, σε μια αθηναϊκή πύκνωση που οδηγεί βαθιά στην προσωπική πόλη που φέρει ο καθένας ως προέκταση της εσωτερικής ζωής του. Σήκωσα το βλέμμα να δω την πρόσοψη αυτού του τεράστιου και ψηλού κτιρίου από την περίοδο της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης και με έκπληξη, θα έλεγα, διαπίστωσα ότι πρόκειται για ένα αξιόλογο δείγμα της δεκαετίας του ’50, που, παρά τη μονοτονία ενός γεωμετρικού κάναβου, διαθέτει πλαστικότητα στη διακόσμηση, αισθητικά στοιχεία της εποχής και επίστεψη. Οχι τυχαίο, λοιπόν, κτίριο της ανοικοδόμησης. Απλώς κακοποιημένο κι αυτό. Το φαντάστηκα όταν θα αποκαλύφθηκε στην Ευριπίδου, σαν ένας αστραφτερός γαλαξίας μιας εποχής που έχει πλέον θαμπώσει και παλιώσει.
Στα νιάτα του το κτίριο θα ήταν εντυπωσιακό. Ενα κτίριο γραφείων και καταστημάτων του 1959 με όλη, πλέον, την πατίνα του ενδιάμεσου ιστορικού και βιολογικού χρόνου. Εκείνη η Αθήνα είχε σθένος, δεν είχε μνήμη, είχε τόλμη, δεν είχε ενδοιασμούς ούτε αναστολές.
Εκείνη η εποχή (1957-1963), όταν δρόμοι στον πυκνό ιστό της παλιάς εμπορικής Αθήνας γέμιζαν με εργοτάξια κατεδαφίσεων και ανεγέρσεων, γεννούσε μια νέα πόλη σε ορόφους, ισόγεια και υπόγεια με πολλά γραφεία και μαγαζιά, πολλά από τα οποία, ιδίως τα σκοτεινά και ανήλιαγα, δεν εκπλήρωσαν τις προσδοκίες των κατασκευαστών. Ωστόσο, ανέβηκε στον αφρό τότε μια νέα δυνατότητα μικροεπαγγελματιών και υπαλλήλων, δικηγόρων και εμπορικών αντιπροσώπων, βιοτεχνών και μεταπρατών, που όρισαν ένα νέο κλίμα. Αυτό έβλεπα μπροστά μου, ήταν η μετουσίωση εκείνης της κοινωνικής μετάλλαξης σε πολυώροφο κτίριο. Μια σκηνή θεάτρου, η οδός Ευριπίδου (θυμήθηκα το βιβλίο της Ζωής Ε. Ρωπαΐτου «Ο κόσμος της Ευριπίδου και των πέριξ», εκδ. Εστία, 2018).
Με δισταγμό έφτασα μέχρι την εσωτερική, εντός στοάς, είσοδο. Με ένα κάποιο δέος και με άλλη τόση περιέργεια, σαν να δρασκέλιζα ένα άβατο ενός χώρου, του οποίου τους κώδικες ελάχιστα γνώριζα. Για ένα τόσο μεγάλο κτίριο ήταν εντυπωσιακά άδεια από ανθρώπους η είσοδος εκείνη τη στιγμή. Ομως, η θέα του ξύλινου θυρωρείου, θερμό από το φως της λάμπας μέσα σ’ αυτήν την κόγχη, σαν φωλιά και παρατηρητήριο, έδινε όλη εκείνη την παράδοξη θαλπωρή του εφήμερου. Ενα μικρό χριστουγεννιάτικο ελατάκι, καθώς αναβόσβηνε μονάχο, έδινε μια κάπως πένθιμα γιορτινή ατμόσφαιρα.
Το μαρμάρινο κλιμακοστάσιο αριστερά είχε τα θαυμάσια κάγκελα που παραπέμπουν στα σχέδια της πρόσοψης και η άνοδος συνεχιζόταν με ορθομαρμάρωση που συνόρευε με γαλάζιο επίχρισμα. Είχα μπροστά μου μια κάψουλα του χρόνου και μια πρωτογενή επαφή με την αισθητική του μεταπολεμικού κόσμου στην εκδοχή ενός πολυώροφου και εμπορικού κτιρίου στην καρδιά της Αθήνας.
Ο κρυφός φωτισμός του θυρωρείου επέμενε να λούζει τον προθάλαμο με εκείνη τη σταθερή λάμψη, που εκείνη την ώρα έδινε έναν τόνο απόκοσμο και σχεδόν άχρονο.

