ΡΟΖΑΛΙ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ
«Η ανθρώπινη μηχανή: Iχνηλατώντας το μυθοποιητικό σύμπαν του Θανάση Τριαρίδη»
εκδ. Gutenberg, 2024, σελ. 160
Στο προλογικό σημείωμα για την «Ανθρώπινη Μηχανή», που αφιερώνει στο έργο του η Ροζαλί Σινοπούλου, ο Θανάσης Τριαρίδης γράφει ότι τόσο τα δοκίμια του τόμου όσο και το επίμετρο της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου «αποτελούν πλεκτό φιλίας, αγάπης και συνοδοιπορίας». Η ευγνωμοσύνη που εκφράζεται εδώ αντικατοπτρίζει και την ευγνωμοσύνη για μια άλλη μορφή «κοινής ζωής», αυτής στην οποία μετέχουν, και στην οποία μας καλούν, «όλα τα κείμενα όλων των αιώνων», με τα λόγια πάλι του συγγραφέα. Πράγματι, η «Ανθρώπινη Μηχανή» καλεί στο έργο του Τριαρίδη ως έργο πληθυντικό, ως έργο που το ίδιο καλεί σε άλλα κείμενα, από τα οποία κατοικείται, ακόμα κι όταν τα διαστρέφει –κάποτε ακραία– στο όνομα της γένεσης του καινούργιου.
Παράλληλα με την ανάδειξη της συνοχής και της ενδοαναφορικότητας της «προσωπικής μυθολογίας» του Τριαρίδη, η Σινοπούλου ρίχνει φως στις αφομοιωμένες όσο και «βέβηλες» διακειμενικές σχέσεις που η συνοχή αυτή προϋποθέτει ως τον απωθημένο πληθυντικό της. Αν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι «Τα μελένια λεμόνια» ως μια αντεστραμμένη Καινή Διαθήκη, τα δοκίμια του βιβλίου εφιστούν την προσοχή και σε άλλες παρουσίες που διαθλώνται μέσα από το βλέμμα του Τριαρίδη δημιουργώντας καινούργια μορφώματα: ο Κάφκα και ο Τζόις πρωτίστως, αλλά και ο Μπόρχες, ο Μπλέικ, ο Ουγκώ, ο Δάντης, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης.
Η συγγραφέας. προβάλλει τη συνομιλία του Τριαρίδη με τον ψυχαναλυτικό λόγο, τις μεταμορφώσεις, τις προσλήψεις και τις έννοιές του, σε πείσμα της εκπεφρασμένα αρνητικής άποψης του ιδίου για την ψυχανάλυση.
Τριλογία
Ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα περίπτωση στον διακειμενικό αυτό κόσμο είναι η τριλογία που συναπαρτίζουν το «Humlet», το «Οιδίνους», και το «Ζόοτ». Η μεταφορά του Αμλετ και του Οιδίποδα στον 21ο αιώνα, καθώς και η πιο έμμεση συνομιλία με τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου στο «Ζόοτ», είναι παραδείγματα αυτού που η Σινοπούλου αποκαλεί ιδιοποίηση της παράδοσης μέσω της αναστροφής της. Με αφορμή τη συγκεκριμένη τριλογία, αξίζει να τονιστεί ότι ο κριτικός λόγος των δοκιμίων δεν επιδιώκει την αναγωγή των κειμένων που εξετάζει στις δικές του έννοιες, αλλά συμπλέει με αξιοσημείωτο τρόπο με αυτά, διευκολύνοντας την πρόσβασή μας σε μια «επιστημολογία» που είναι ήδη αυτή της λογοτεχνίας. Το ομώνυμο του βιβλίου Κεφάλαιο 4 («Η ανθρώπινη μηχανή») ρίχνει φως στο ευρύτερο διανοητικό και ηθικό διακύβευμα της μεταφοράς του Οιδίποδα στον 21ο αιώνα, μέσα από τις εύστοχες αναφορές που κάνει η Σινοπούλου σε σχετική βιβλιογραφία, καλώντας την, και αυτή, τη βιβλιογραφία, στον μεγάλο διάλογο της «κοινής ζωής» των κειμένων.

Πέρα από τη μεταφορά του μύθου στη μεταμοντέρνα συνθήκη, η μελέτη της Σινοπούλου προβάλλει τη συνομιλία του Τριαρίδη με τον ψυχαναλυτικό λόγο, τις μεταμορφώσεις, τις προσλήψεις και τις έννοιές του, σε πείσμα της εκπεφρασμένα αρνητικής άποψης του συγγραφέα για την ψυχανάλυση. Το τυραννικό και αθεράπευτο κενό ανάμεσα στα σώματα των δύο χαρακτήρων στα θεατρικά «Καρχαρίες» και «Μυρμήγκια», το τυφλό σημείο ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα στο «Μένγκελε», ανακαλούν και διαθλούν λογοτεχνικά τη διαβόητη φράση του Λακάν, «δεν υπάρχει διάφυλη σχέση», ενώ στο «Lacrimosa» παρακολουθούμε με άκρως ενδιαφέροντα τρόπο την ασάφεια ανάμεσα στο αρσενικό και το θηλυκό, ασάφεια που είναι, όπως παρατηρεί η Σινοπούλου, και η αιτία του μετεωρισμού του νοήματος. Κι ωστόσο, υπάρχει κάτι που αναπληρώνει για την αδυνατότητα της σχέσης, έστω κι αν αυτό είναι ο χαμός (και πιο συγκεκριμένα: o αλληλοσπαραγμός) μιας και η αναγκαιότητά του πηγάζει από την αγάπη. «Αυτό που αναπληρώνει τη διάφυλη σχέση είναι η αγάπη» γράφει και ο Λακάν (Σεμινάριο 20ό, «Ακόμη», 1972-1973).
Ψυχανάλυση
Το παράδειγμα της ψυχανάλυσης είναι χαρακτηριστικό για το πώς «Η ανθρώπινη μηχανή» αναδεικνύει το άνοιγμα της λογοτεχνίας στον Αλλο, τον άλλο λόγο, άνοιγμα μέσω του οποίου η λογοτεχνία στοχάζεται με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο για την ανθρώπινη κατάσταση. Ο διάλογος με τον Αλλο δεν περιορίζεται βέβαια στην ψυχανάλυση. Ενδεικτικά αναφέρω και τις τεταμένες σχέσεις των κειμένων του Τριαρίδη με τον λόγο του Χριστιανισμού (Κεφάλαιο 9), αλλά και τις συνηχήσεις με τη φιλοσοφία (στο Κεφάλαιο 11 η ιδιαίτερη χρονικότητα που συγκροτεί τον κόσμο του Τριαρίδη λέγεται πως συνιστά ένα σύμπαν «αν-ιστορικό», σε παραλληλισμό αλλά και αντιδιαστολή με τον «προ-ιστορικό» κόσμο του Βάλτερ Μπένγιαμιν). Η προσωπική μυθολογία που επινοεί ο Τριαρίδης είναι ταυτόχρονα και μια μηχανή σκέψης, που μας οδηγεί στο ερώτημα που θέτει η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου στο επίμετρο της έκδοσης: «Τι είδους επίγνωση μπορεί να παράγει ένα έργο τέχνης;». Το ερώτημα γίνεται βέβαια κρίσιμο στη διασταύρωση της λογοτεχνίας με την ιστορία, την οποία με συγκινητική, όπως ξέρουμε, συνέπεια έχει επισκεφτεί ο συγγραφέας. Εδώ ανοίγει όμως ένα μεγάλο κεφάλαιο.
Η κ. Βασιλική Δημουλά είναι επίκουρη καθηγήτρια της Συγκριτικής Γραμματολογίας στο ΑΠΘ.

