μια-νέα-συνείδηση-στην-κουζίνα-563987095
Εικονογράφηση: Ηλιάνα Φαφούτη

Μια νέα συνείδηση στην κουζίνα

Χριστουγεννιάτικο διήγημα του Μανώλη Ανδριωτάκη γραμμένο ειδικά για την «Κ»

Εικονογράφηση: Ηλιάνα Φαφούτη
Φόρτωση Text-to-Speech...

Οδός Φιλολάου. 24 Δεκεμβρίου, και η μικρή κουζίνα, με τα σεμέν που ‘χουν ξεχαστεί απ’ τη δεκαετία του ’80 πάνω στο ψυγείο, μυρίζει γαλοπούλα και ματαιώσεις.

Η 90χρονη Γεωργία έχει αφήσει για λίγο το «πι» και περιεργάζεται τη γάστρα. Πριν πάρει τη θέση της στον καναπέ που ‘χει γίνει κρεβάτι, δίνει νέες οδηγίες στη νεαρή Ια για το ψήσιμο. Είναι δύο χρόνια μαζί. Ταίριαξαν. Η Γεωργία έχει μεγάλη πείρα από Γεωργιανές. Εχει φάει πολύ χατσαπούρι τα τελευταία χρόνια. «Η Ια είναι χρυσό κορίτσι», λέει στα παιδιά της, όταν της τηλεφωνούν. Η μία κόρη της είναι στην Αγγλία και η άλλη τρέχει κάθε μέρα σαν τρελή να προλάβει: δουλειά, παιδιά, σύζυγος, ατέλειωτες υποχρεώσεις.

«Εμείς στο χωριό δεν τρώγαμε γαλοπούλα», λέει η Γεωργία, «τα Χριστούγεννα βάζαμε ψητό στον ξυλόφουρνο». Η Ια αγχώνεται με το μαγείρεμα. Θέλει να ευχαριστεί την κυρία, αλλά έχει τον νου της συνέχεια στο κινητό τηλέφωνο. Είναι η μόνη της επαφή με τον έξω κόσμο. Το κινητό στεγάζει τη στερημένη της ζωή.

Στην τηλεόραση μια παρέα έντονα μακιγιαρισμένων ανθρώπων χαριεντίζεται και κουτσομπολεύει – στο mute. Η Γεωργία αναπολεί παλιά Χριστούγεννα, όταν ζούσε ο άντρας της, οι γονείς της, κι ήταν όλοι μαζί, με τα παιδιά και τα νεογέννητα εγγόνια, στο γιορτινό τραπέζι. Τώρα, η γιορτή έληξε πριν ξεκινήσει. Το κοινό σιγά σιγά σκόρπισε. «Πάλι καλά που έχω αυτό το άγιο κορίτσι», σκέφτεται η Γεωργία, κι ας γκρινιάζουν τα παιδιά της για τα χίλια διακόσια ευρώ τον μήνα. «Χωρίς την Ια τι θα γινόμουν;» αναρωτιέται η Γεωργία. Το γηροκομείο στη συνείδησή της είναι συνώνυμο της πλήρους εγκατάλειψης. «Βέβαια, κι αυτό που ζω, τι είναι;» αναρωτιέται.

Απ’ τον φωταγωγό ακούγονται διαπληκτισμοί. Απέναντι, στον δεύτερο, έχουν στολίσει με λαμπάκια ένα φίκο και μια μισομαδημένη φτέρη. Μια νέα γυναίκα κυκλοφορεί ημίγυμνη στο διαμέρισμα μ’ έναν αγιοβασιλιάτικο σκούφο, και τσιγάρο στο χέρι. Κρατάει ένα βιβλίο και μοιάζει να απαγγέλλει.

Η Ια περιμένει. Παρατηρεί τη Γεωργία, έτσι όπως είναι χτενισμένη και φρεσκοπλυμένη. «Κυρία Γεωργία», της λέει σαν να έχει κατέβει αιφνιδίως το πνεύμα των Χριστουγέννων στο Παγκράτι, «γνώρισα χθες στη λαϊκή έναν κύριο, είναι μόνο όπως εσύ, θες να του μιλήσει; Μου έδωσε τηλέφωνο». Η Γεωργία είναι στην ηλικία που κανείς πια δεν ντρέπεται. Της έχουν μείνει λίγες ευκαιρίες για καινούργια πράγματα και δεν σκοπεύει να τις διώχνει. «Γιατί όχι; Πάρ’ τον τώρα», της λέει γελώντας, «να του πούμε τα κάλαντα».

Η Ια χαϊδεύει με τον δείκτη της το κινητό, και μετά από μια μικρή καθυστέρηση, μια αντρική φωνή, κάπως μηχανική αρχικά, λέει: «Χαίρετε!». Η Γεωργία φτιάχνει τα μαλλιά της και συνομιλεί με τον άντρα γεμάτη ενθουσιασμό. Σταδιακά αλλάζει η στάση του σώματός της, η χροιά της φωνής της γίνεται κοριτσίστικη. Ο άντρας συστήνεται ως κύριος Αντώνης, συνταξιούχος μηχανικός. Είναι ευγενέστατος, διακριτικός και δείχνει ζωηρό ενδιαφέρον για τη Γεωργία. «Τι απρόσμενο δώρο είναι αυτό που μου έκανες καλή μου», σκέφτεται η Γεωργία, καθώς επιδεικνύει τα χαρίσματά της στον ξένο που εισέβαλε στην ανήλιαγη κουζίνα της και τη γέμισε φως. Η συζήτηση συνεχίζεται για παραπάνω από μιάμιση ώρα. Μιλούν για τα παιδιά τους, για την καταγωγή τους, για την Αθήνα, για τα τραπέζια και τους χορούς που πήγαιναν όταν ήταν νέοι. Ο Αντώνης μοιάζει ακούραστος. Η Γεωργία απορεί. Η γαλοπούλα είναι έτοιμη και η Ια τη βγάζει τώρα απ’ τον φούρνο.

Καλή συντροφιά. Οταν ο σύντροφος φεύγει, τα παιδιά και τα εγγόνια σκορπίζουν, καλή παρέα μπορεί να είναι οποιοσδήποτε και απ’ οπουδήποτε. Και η Ια φροντίζει να δώσει λίγη χαρά στην 90χρονη Γεωργία.

«Κύριε Αντώνη, να ξέρετε ότι σήμερα μου δώσατε μεγάλη χαρά», ομολογεί η Γεωργία, «χρόνια είχα να νιώσω γυναίκα. Είμαι αόρατη πια. Κοιτάζω τις φωτογραφίες μου κι αναρωτιέμαι, πού πήγε εκείνο το κοριτσάκι; Γιατί να είναι τόσο αμείλικτος ο χρόνος; Πόσο σκληρή είναι αυτή η μοναξιά; Φαντάζομαι ότι το ξέρετε κι εσείς καλά. Σας ευχαριστώ και πάλι για τις ευχές και την ωραία μας κουβέντα. Χρόνια πολλά!». «Χρόνια πολλά, κυρία Γεωργία, ήταν χαρά μου, να είστε πάντα καλά! Καλά Χριστούγεννα!» απαντά ο Αντώνης. Αμέσως μετά η Ια πατάει ένα κουμπί στην οθόνη της, και τέλος.

Η Γεωργία γυρίζει στη νεαρή και της λέει: «Αν τον ξαναδείς στη λαϊκή κάλεσέ τον με τρόπο να έρθει να πιούμε έναν καφέ, πολύ θα ήθελα να τον δω».

Η Ια την κοιτάζει αινιγματικά, δείχνοντας ότι δεν είναι σίγουρη για αυτό που θα ακολουθήσει.

«Κυρία Γεωργία, κύριο Αντώνη δεν είναι άνθρωπο. Είναι αριθμοί που έγινε φωνή. Μου είπε φίλος, το δοκίμασα μόνο μου, και είχε αστείο. Καλό είναι. Είπα, έτσι, να το δει και κυρία».

Η Γεωργία τής επιστρέφει το βλέμμα, παγωμένο όμως. «Θύμωσε;» ρωτά η Ια, «συγγνώμη, εγώ ήθελε σου δώσει χαρά. Αυτό».

«Βρε παλιοκόριτσο! Μ’ έβαλες να μιλάω με ρομπότ; Δες τι έπαθα στα γεράματα! Κολακεύτηκα από έναν πώς-τον-λένε-αλγόριθμο. Δεν έχω λόγια. Να σου πω κάτι; Σ’ ευχαριστώ! Σ’ ευχαριστώ! Να τον καλέσουμε ξανά, έχω πολλά να του πω».

Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων η Γεωργία είναι ανάλαφρη, σχεδόν χαρούμενη. Την επόμενη μέρα όμως δεν έχει κέφια· το ίδιο και τις επόμενες.

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, βλέποντας το στολισμένο μπαλκόνι του δευτέρου ορόφου, θυμάται ξαφνικά τον κύριο Αντώνη και ζητάει απ’ την Ια να τον «αφυπνίσουν». Αφού ανταλλάσσουν ευχές, η Γεωργία του εκμυστηρεύεται ότι η προηγούμενη συνομιλία τους ήταν το καλύτερο φάρμακο που της έδωσαν ποτέ. Ο Αντώνης χαμογελάει και της λέει ότι θα είναι πάντα εκεί για εκείνην. Ξαφνικά, το σήμα του Ιντερνετ χάνεται. Η οθόνη του κινητού δείχνει thinking…

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT