«Τα θέματα μας επιλέγουν, δεν τα επιλέγουμε εμείς», απάντησε αφοπλιστικά ο Γιάννης Σμαραγδής όταν τον ρώτησα από τηλεφώνου γιατί αποφάσισε να βιογραφήσει τον Ιωάννη Καποδίστρια. Ο δικός του «Καποδίστριας», άλλωστε, που κυκλοφορεί στις αίθουσες την προσεχή Πέμπτη, φέρει πάνω του μια έντονη αύρα πεπρωμένου, σαν όλα όσα συμβαίνουν εκεί να είναι αποτέλεσμα (και) ενός ανώτερου σχεδίου. «Εγώ κάνω βιογραφίες. Τις κάνω όπως ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, που έλεγε “χειρ εποίησε”, υπηρετώ δηλαδή πράγματα που μου χαρίζονται. Θα προτιμούσα μάλιστα να μην έχει καν το όνομά μου το έργο, όπως συμβαίνει με τα δημοτικά τραγούδια. Είμαστε αποτέλεσμα του ελληνικού πολιτισμού. Οι μεγάλοι μας φιλόσοφοι θεωρούσαν ότι η ψυχή δεν τελειώνει, μετακινείται στον υπερουράνιο τόπο. Ετσι απευθύνεσαι στο πρόσωπο και προσπαθείς να δεις αν σε εγκρίνει. Σημαντικό ρόλο στο να καταλάβω αν με “θέλει” ο Καποδίστριας έπαιξε η επαφή με τη Ναταλία Καποδίστρια, τελευταία απόγονό του, η οποία διατηρεί τα στοιχεία του: την αριστοκρατικότητα, τη λεπτότητα των αισθημάτων, το ελαφρώς θλιμμένο βλέμμα. Γι’ αυτό και ήταν σημαντικό για μένα να μην προδοθεί το χρώμα της ψυχής του Καποδίστρια. Επίσης, με έσπρωξε προς εκείνον η γυναίκα μου, η Ελένη, όπως επίμονα το έκανε και ο Βαγγέλης Παπαθανασίου», λέει σχετικά ο κ. Σμαραγδής.
Πώς όμως προσεγγίζει κανείς την έρευνα που χρειάζεται για να μεταφέρει μια τέτοια ιστορική φιγούρα στην οθόνη; «Το πρώτο που πρέπει να κάνεις είναι να φέρεις στα χέρια σου όλα τα στοιχεία. Μιλάμε για έρευνα οκτώ ετών. Μελέτησα την περίοδο που ήταν κυρίαρχο πρόσωπο στην ευρωπαϊκή διπλωματία και τι έλεγαν οι ξένοι για εκείνον. Ενας που μιλούσε με μεγάλο θαυμασμό ήταν ο Γκαίτε.
Οταν δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας, είπε “από σήμερα δεν είμαι φιλέλληνας”. Επίσης υπήρχαν περιγραφές από αριστοκράτισσες κυρίες της εποχής για το πώς τον έβλεπαν. Πριν εμφανιστεί σε ένα χώρο, εμφανιζόταν η αύρα του. Εξέπεμπε μια γλύκα, χωρίς να επιδεικνύει τίποτα. Σαν να είχε φωτοστέφανο», απαντάει ο κ. Σμαραγδής.
Υπήρχαν περιγραφές από αριστοκράτισσες κυρίες της εποχής για το πώς τον έβλεπαν. Πριν εμφανιστεί σε ένα χώρο, εμφανιζόταν η αύρα του. Εξέπεμπε μια γλύκα χωρίς να επιδεικνύει τίποτα. Σαν να είχε φωτοστέφανο.
Στα λεγόμενα, αλλά κυρίως στην ταινία του, σκιαγραφείται ένας ήρωας ο οποίος παραπέμπει ευθέως στον Ιησού, γεγονός που ο Ελληνας κινηματογραφιστής παραδέχεται πρόθυμα, δίχως μάλιστα να θεωρεί ότι κάτι τέτοιο στερεί από τον ρεαλισμό της αφήγησης: «Η ταινία έχει ζυγίσει αυτά τα θέματα. Μετά την πτώση από το άλογο (σ.σ. αναφέρεται στο σχεδόν θανατηφόρο ατύχημα, που απεικονίζεται και στο φιλμ), ο ίδιος πίστευε ότι τον επανέφερε η Παναγία και η πρώτη του σκέψη ήταν να γίνει ιερωμένος. Αναστήθηκε έξω από μια εκκλησία και δολοφονήθηκε έξω από μια εκκλησία. Ηξερε ότι θα δολοφονηθεί και πήγε. Κυριολεκτικά θυσιάστηκε. Επίσης, όσο και να ψάξει κανείς ιστορικά, δεν θα βρει τίποτα που να λερώνει αυτή την οντότητα».
Οταν τον ρωτώ αν ο σύγχρονος κόσμος έχει ανάγκη από έναν Καποδίστρια και αν αυτός θα μπορούσε να δράσει μέσα στο σύγχρονο πλαίσιο, ο κ. Σμαραγδής απαντάει χωρίς περιστροφές: «Προφανώς και χρειάζεται ένας σύγχρονος Καποδίστριας. Το αν θα υπάρξει, εξαρτάται από την ωριμότητα του κάθε λαού. Αυτά τα μεγάλα πρόσωπα εμφανίζονται –το σύμπαν τα στέλνει– είτε για να θυσιαστούν ρίχνοντας τον σπόρο, όπως με τον Καποδίστρια, είτε για να ολοκληρώσουν κάτι όταν ο λαός είναι ώριμος. Οι λαοί βέβαια που έχουν μεγάλο ιστορικό βάθος, όπως οι Ελληνες, δεν χάνονται».
Για κάθε ήρωα, βέβαια, υπάρχει και ένας μεγάλος αντίπαλος, στην προκειμένη περίπτωση ο καγκελάριος Μέτερνιχ, οποίος στην ταινία παίρνει ελαφρώς καρικατουρίστικη μορφή. Ο κ. Σμαραγδής, ωστόσο, δεν συμφωνεί με αυτόν τον χαρακτηρισμό: «Δεν είναι καρικατούρα, ήταν ακριβώς έτσι. Ενας πολύ σκληρός άνθρωπος, δολοφόνος ουσιαστικά. Σε όλες μου τις ταινίες το κακό δεν είναι καθαρό ή μονόπλευρο. Εχω μια άποψη: οι δυσκολίες δεν είναι προβλήματα, είναι διλήμματα. Υπάρχει το καλό και το κακό. Ο άνθρωπος επιλέγει σε ποια κατεύθυνση θέλει να πάει. Το κακό, επειδή δεν έχει ισορροπία, μπορεί να φτάσει στη γελοιότητα».
Καθώς το φιλμ φτάνει στην κρίσιμη σκηνή της δολοφονίας, εκεί εννοείται ξεκάθαρα η άμεση εμπλοκή –αν όχι η ευθεία εντολή– των Αγγλων. «Αυτό συνέβη εκατό τοις εκατό. Το είπε άλλωστε αργότερα και ο Πετρόμπεης: “Δεν έπρεπε να τον σκοτώσουμε, αλλά ας όψονται οι Αγγλοι”. Οι Αγγλοι και οι σκοτεινές δυνάμεις της εποχής είχαν αποφασίσει να τον σκοτώσουν και οι Μαυρομιχαλαίοι έπιναν όλη νύχτα για να καταφέρουν να πάνε να κάνουν ό,τι έκαναν». Ο ίδιος ο Γιάννης Σμαραγδής, πάντως, στην επίσημη πρεμιέρα της ταινίας έβαλε επίτηδες να καθίσουν δίπλα δίπλα οι απόγονοι του Καποδίστρια με εκείνους του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. «Ετσι πρέπει, η Ελλάδα να πάει με τη συμφιλίωση. Αυτό είναι και το βασικό μήνυμα της ταινίας».

