«Δεν πάμε για σουβλάκια καλύτερα; Είναι μια πιο ασφαλής επιλογή». Αυτή η ατάκα, όσο κι αν δεν θα το περίμενε κανείς, ακούστηκε το βράδυ της Τετάρτης (17/12) στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Μην πάει ο νους σας στο κακό. Προερχόταν όχι από την πλατεία αλλά από το «Kontakthof» της Πίνα Μπάους (1940-2009), που παρουσιάζεται εκεί έως τις 8 Φεβρουαρίου. Ναι, μπορεί να κρατήθηκε ο γερμανικός τίτλος του (προκύπτει από τη σύζευξη των λέξεων «επαφή» και «αυλή», ενώ αποτελεί όρο που κατά το παρελθόν χρησιμοποιούνταν στους οίκους ανοχής για να περιγράψει τον χώρο όπου γινόταν η διαπραγμάτευση με τις σεξεργάτριες), αλλά τα κείμενα προσαρμόστηκαν στην πραγματικότητα που οι αναβιωτές του (Τζόζεφιν Αν Εντικοτ, Δάφνις Κόκκινος, Αν Μάρτιν, Σκοτ Τζένινγκς) εννόησαν για ελληνική.
Θα μείνουμε στο κομμάτι τής όχι απλώς γλωσσικής αλλά και, μέχρι ενός σημείου, πολιτισμικής αναπροσαρμογής, γιατί ήταν εκείνο που μας ξάφνιασε. Χωρίς αμφιβολία, στην αρχή της παράστασης, όταν η Βίκυ Βολιώτη μάς πληροφόρησε ότι είναι από τα Γιαννιτσά, η «παρέμβασή» της μας φάνηκε «ευπρόσδεκτα χαριτωμένη». Δεν περιμέναμε ότι θα συνεχιζόταν όλο το έργο έτσι, μέχρι τέλους, ούτε μπορούμε ακόμη να καταλήξουμε εάν ήταν επιτυχημένη η «ελληνική διασκευή» του, παρά την αποθέωση του θιάσου με το κλείσιμο της αυλαίας. Κι αυτό γιατί ο κόσμος της Μπάους ήταν, είναι και θα είναι πανανθρώπινος μεν, πολύ «γερμανικός» δε – ή τουλάχιστον έτσι, συχνά, προσλαμβάνεται λόγω της καταγωγής της. Οπως και να ‘χει, ήταν μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση.
Μιλάμε για ένα έργο που στη Γερμανία παρουσιάστηκε πρώτη φορά πριν από 47 χρόνια (στην Ελλάδα πρωτοανέβηκε το 1988 στο Ηρώδειο) και έχει φόντο μια αίθουσα χορού, με καρέκλες παρατεταγμένες στους τρεις τοίχους της. Η κορυφαία νεοεξπρεσιονίστρια χορογράφος ήταν τότε 38 ετών. Είχε περάσει μια δεκαετία από την πρώτη της χορογραφία και πέντε χρόνια από την ίδρυση του Χοροθεάτρου του Βούπερταλ. Λογίζονταν ως «νέα ελπίδα» και με τους χορευτές – συνδημιουργούς της καταπιάστηκε με την ορμή του έρωτα, την παιδιάστικη και κακοποιητική μάχη του αλληλοπληγώματος, τη λύσσα για σωματικό άγγιγμα, τη βουβή θλίψη που συχνά ακολουθεί τη σεξουαλική επαφή. Λίγους μήνες πριν είχε παρουσιάσει το πλέον διάσημο έργο της, το «Καφέ Μίλερ» (ανέβηκε στο Ηρώδειο το 1997 και στην Πειραιώς 260 το 2006). Με έργα όπως αυτά έγινε υπολογίσιμη δύναμη και στη συνέχεια έφτασε να αλλάξει την ιστορία του χορού.
Η ίδια συνήθιζε να λέει: «Δεν με ενδιαφέρει πώς κινούνται οι άνθρωποι, αλλά τι τους κινεί». Ακόμη αναρωτιόμαστε τι ήταν εκείνο που κινούσε επί τρεις, σχεδόν, ώρες το ελληνικό ανσάμπλ των 23 ερμηνευτών με τα καλοχτενισμένα μαλλιά – τους κοστουμαρισμένους άνδρες, τις ντυμένες με παλιομοδίτικα φορέματα και ψηλοτάκουνες γόβες γυναίκες. Ηταν, όμως, εμφανές πως ήταν απολύτως «εκεί» με την κίνηση και το είναι τους, στο ενίοτε τρυφερό, ενίοτε μελαγχολικό, ενίοτε βίαιο «νυφοπάζαρο» του «Kontakthof». Δεν έχουμε να τους προσάψουμε κανένα ολίσθημα. Ξεχώριζε, βέβαια, λόγω λάμψης και ρόλου η Μελίνα Κόντη. Μια και οι παραστάσεις της Μπάους, όμως, είναι φτιαγμένες για να βιώνονται προσωπικά από τον κάθε θεατή, οφείλουμε να καταθέσουμε πως περιμέναμε να παρακολουθήσουμε ένα «Kontakthof» αναδημιουργημένο για το σήμερα αντί για ένα «Kontakthof» αναδημιουργημένο για την Ελλάδα.

