Το σπίτι δεν ήταν στέρεο

Οταν η σταθερότητα που χτίζουμε για χρόνια χάνεται σε μια στιγμή, χωρίς να υπάρχει γυρισμός

3' 15" χρόνος ανάγνωσης

ΕΜΙΛ ΖΟΛΑ
Η πλημμύρα
μτφρ.: Μανώλης Πιμπλής
εκδ. Οξύ, 2025, σελ. 72

Αρχικά, η προφανής διαπίστωση. Σε μια εποχή που όλα τα πράγματα τρέχουν γρήγορα και καταπίνονται τόσο εύκολα, για να αντικατασταθούν, χωρίς δισταγμό, από τα αμέσως επόμενα, μου κάνει μεγάλη εντύπωση που ένα διήγημα του 1880, όπως το συγκεκριμένο του Ζολά, δεν έχει ακόμα εξαφανιστεί. Μάλιστα μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Οξύ, στη σειρά «Απνευστί»: μια επιλογή από κλασικά κείμενα μικρής έκτασης που διαβάζονται με μια ανάσα.

Υπάρχουν λοιπόν δίσκοι, κείμενα, εικαστικές χειρονομίες και φιλμ που εξακολουθούν ν’ αντιστέκονται στη δικτατορία του καινούργιου; Ευτυχώς, υπάρχουν.

Ποιος διαβάζει Ζολά πλέον; Δεν ξέρω κανέναν που να έχει διαβάσει το «Ανθρώπινο κτήνος», τη «Νανά» ή την «Ταβέρνα». Αυτό μπορεί να μη σημαίνει πολλά (εκτός ίσως από το γεγονός πως συναναστρέφομαι λάθος ανθρώπους), αλλά σίγουρα επαληθεύει το γεγονός πως οι περισσότεροι καταλήγουν να διαβάζουν οτιδήποτε νέο εμφανίζεται στα ράφια των βιβλιοπωλείων.

Το βρίσκω φυσιολογικό, σχεδόν συγκινητικό. Εχουμε την ανάγκη να αποδείξουμε πως είμαστε ζωντανοί και πως υπάρχουν σύγχρονοι συγγραφείς που μιλάνε άμεσα για τις ζωές μας. Στην πραγματικότητα, κάθε καινούργιο βιβλίο είναι ένα τσίμπημα στο δέρμα μας που προσποιείται πως μας ξυπνά από τον λήθαργο. Αλλά μερικές φορές οι νεκροί συγγραφείς είναι πιο ζωντανοί από τους ζωντανούς.

Η λογοτεχνία είναι σαν ποτάμι. Η επιφάνεια του νερού κυλάει διαρκώς, μα αυτό που κρύβεται στην κοίτη του, παρόλο που είναι αόρατο για τους πολλούς, είναι πιο σημαντικό και επομένως επιζεί, σε πείσμα των καιρών.

Η λογοτεχνία είναι σαν ποτάμι. Η επιφάνεια του νερού κυλάει διαρκώς, μα αυτό που κρύβεται στην κοίτη του, παρόλο που είναι αόρατο για τους πολλούς, είναι πιο σημαντικό και επομένως επιζεί, σε πείσμα των καιρών.

Είναι βράδυ Πέμπτης και η κακοκαιρία «Byron» βρίσκεται πάνω από την πόλη. Βρέχει εδώ και ώρες. Επιστρέφοντας σπίτι, οι δρόμοι έχουν πλημμυρίσει και δεν μπορώ να τους διασχίσω. Δεν παθαίνω τίποτα. Απλώς, βρέχομαι. Τώρα έχω ανοίξει το αερόθερμο για να στεγνώσουν τα παπούτσια μου, έχω ξαπλώσει στον καναπέ και ξαναδιαβάζω την «Πλημμύρα».

Σε καμιά εξηνταριά σελίδες, ο αγρότης Λουί Ρουμπιέ αφηγείται την άνοδο και την πτώση του. Με χωράφια, λίγο πιο έξω από την Τουλούζ, με μια καλή σοδειά, με μια οικογένεια που τον αγαπά, δείχνει να είναι ο πιο τυχερός άνθρωπος στον κόσμο. Μέχρι που μια καταιγίδα φουσκώνει τον ποταμό Γαρούνα κι όλα καταστρέφονται. Τίποτα δεν κρατάει για πάντα και τίποτα δεν είναι γερό: «Το σπίτι είναι στέρεο. Δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα». Λάθος.

Πριν την καταστροφή, ο Ζολά περιγράφει ένα ευτυχισμένο δείπνο: «Βρισκόμασταν στο τέρμα μιας ωραίας μέρας, κι εγώ σκεφτόμουν ότι την ευτυχία μας όλη, τις μεγάλες μας σοδειές, το ευτυχισμένο σπίτι, τους αρραβώνες της Βερονίκ, όλα αυτά που μας έρχονταν σαν βροχή από ψηλά, τα έφερνε η ίδια η αγνότητα του φωτός. Καθώς το βράδυ μάς αποχαιρετούσε, απλωνόταν πάνω μας μια ευλογία».

Κανείς δεν πιστεύει πως μπορεί να μας συμβεί κάτι κακό. Αυτά συμβαίνουν σε υπανάπτυκτες περιοχές όπου ζουν άνθρωποι με χαμηλό βιοτικό επίπεδο, θυμάμαι να γράφει σαρκαστικά ο Ντον Ντελίλο στο μυθιστόρημά του «Λευκός θόρυβος», προτού ένα τοξικό νέφος εκτοπίσει τους κατοίκους της εύπορης αμερικανικής κωμόπολης και αλλάξει τη ζωή τους.

Το σημείο μηδέν

Αυτό είναι το σημείο μηδέν που ενδιαφέρει τον Ζολά, όταν η σταθερότητα που χτίζουμε για χρόνια, βουλιάζει σε μια στιγμή, χωρίς να υπάρχει γυρισμός στη θαλπωρή της προηγούμενης κατάστασης.

Το σπίτι δεν ήταν στέρεο-1Ετσι, το σπίτι του Ρουμπιέ καταστρέφεται, τα χωράφια πλημμυρίζουν, η Βερονίκ, η εγγονή του, πνίγεται. Στο τέλος επιζεί μόνο αυτός, ένας εβδομηντάχρονος γέρος που είναι αναγκασμένος να μας αφηγηθεί την ιστορία του, με την τρέλα που έχουν οι μάρτυρες στα μάτια.

Πίσω από την ευτυχία, κρύβεται η δυστυχία. Ο Ζολά δεν λέει τίποτα σπουδαίο. Ωστόσο, το λέει απλά και ωμά, με αμείλικτη καθαρότητα, αναπτύσσοντας εκείνο το αντιφατικό συναίσθημα που νιώθεις όταν βρίσκεσαι με τα αγαπημένα σου πρόσωπα και περνάς καλά, ένα μείγμα απέραντης χαράς και απύθμενης αγωνίας, επειδή κατά βάθος φοβάσαι μήπως είναι η τελευταία φορά που τσουγκρίζεις το ποτήρι μαζί τους. Και η βροχή ακόμα να κοπάσει.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT