Λίγο πριν κλείσει ο χρόνος, είναι ίσως η κατάλληλη στιγμή για κάθε είδους απολογισμούς. Ενας από τους πιο δυσάρεστους είναι και το ποιοι και ποιες «έφυγαν». Στόχος αυτού τού, προφανώς, άκρως υποκειμενικού κειμένου δεν είναι να υποκαταστήσει ή να συμπληρώσει τις γνωστές αναδρομές των εφημερίδων, στις οποίες παρατίθενται τα ονόματα επιφανών εκλιπόντων κατά τη χρονιά που πέρασε. Ούτε οι πιο σημαντικές ούτε οι πιο διάσημες από τις απώλειες υπήρξαν όσοι και όσες επιλέγω να μνημονεύσω εδώ. Απλώς είχα την τύχη να διασταυρωθώ μαζί τους, να τους γνωρίσω, άλλον περισσότερο και άλλον λιγότερο, και έτσι να μπορώ σήμερα να καταθέσω τη μικρή μαρτυρία μου για αυτούς. In memoriam, λοιπόν, κάποιων ανθρώπων, όσα ακολουθούν.
Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, Μίμης για τους παλαιότερους, «μας άφησε» την άνοιξη, σε ηλικία 101 ετών. Ξυράφι το μυαλό του μέχρι την τελευταία στιγμή. Εχοντας θητεύσει στην Αριστερά, με τραύμα στην κοιλιά από τα Δεκεμβριανά (πιθανότατα από φίλια πυρά, όπως μου είχε εκμυστηρευθεί σε συνέντευξη που του είχα πάρει για τα «Νέα»), στέλεχος της θρυλικής «Επιθεώρησης Τέχνης», ένας από τους οξυδερκέστερους κριτικούς της ελληνικής και όχι μόνο λογοτεχνίας, ο Δημήτρης ήταν η απόλυτη ενσάρκωση μιας από τις πιο εύστοχες ρήσεις του Τσώρτσιλ: «Οποιος δεν είναι κομμουνιστής στα 18 του, δεν έχει καρδιά. Οποιος συνεχίζει να είναι και μετά τα 30, δεν έχει μυαλό». Εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ το 1942, φοιτητής, σε ηλικία ακριβώς 18 ετών, και εκεί γύρω στα 30 και κάτι, αυτοεξόριστος στο Παρίσι, ξέκοψε οριστικά από το ΚΚΕ και τις παραφυάδες του. Μεταξύ των βιβλίων που μας άφησε θα πρέπει ίσως να γίνει ειδική αναφορά στο «Αρης Αλεξάνδρου: ο εξόριστος», βιογραφία του φίλου του, συγγραφέα του «Κιβώτιου».
Και από τη λογοτεχνική κριτική στην ενεργή (πιο ενεργή δεν γίνεται…) συμμετοχή στο πολιτικό γίγνεσθαι. Τις πρώτες ήδη μέρες του χρόνου, αποχαιρετίσαμε τον Κώστα Σημίτη. Παρών όποτε και όπως έπρεπε στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, πάντοτε χαμηλού προφίλ αλλά και πάντοτε αποτελεσματικός σε ό,τι αναλάμβανε, ο Σημίτης ήταν επίσης ένας βαθιά καλλιεργημένος άνθρωπος. Είναι ενδεικτικό ότι, στις συναντήσεις μας τα τελευταία χρόνια, πιο πολύ για την ιστορία της Αριστεράς και για την Ιστορία γενικότερα μιλούσαμε παρά για πολιτική. Ενδιαφέρον, πάντως, παρουσιάζει ότι από τα επιτεύγματα που σημάδεψαν την πρωθυπουργική θητεία του, μου έλεγε ότι δεν θεωρούσε κορυφαίο την ένταξή μας στην Ευρωζώνη αλλά το Ελσίνκι, την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. χωρίς να έχει λυθεί προηγουμένως το Κυπριακό.
Ο Ραυτόπουλος ενσάρκωνε μία από τις πιο εύστοχες ρήσεις του Τσώρτσιλ: «Οποιος δεν είναι κομμουνιστής στα 18 του, δεν έχει καρδιά. Οποιος συνεχίζει να είναι και μετά τα 30, δεν έχει μυαλό».
Μιας και περί πολιτικής ο λόγος, θέλω να αναφέρω μια άλλη απώλεια του 2025, αυτήν του Ορέστη Σκαλτσά. Γόνος παλιάς αριστερής οικογένειας της Πάτρας, σκληροπυρηνικός λαμπράκης στην εφηβεία του, από τους πρώτους που μπαγλάρωσε η χούντα τον Απρίλιο του 1967, αλλά και από τους πρώτους που καταδίκασαν ανεπιφύλακτα τη σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία το 1968. Μεταδιδακτορικά, ανακατεύτηκε με τον δήμο της Πάτρας, όπου επίσης άφησε, ως αντιδήμαρχος, έντονο αποτύπωμα. Οπως και ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, έτσι και ο Ορέστης θα είναι πάντοτε κάπου «εδώ γύρω», να μας θυμίζει πως υπήρξε εποχή που η Αριστερά είχε και φωτισμένους ανθρώπους στις τάξεις της.
Επόμενος σε αυτήν τη μελαγχολική cortèze, ο Τάσος Γουδέλης. Και αυτός στην πρώτη γραμμή του αντιδικτατορικού αγώνα όταν χρειάστηκε, ανιψιός του ιστορικού εκδότη Γιάννη Γουδέλη, αξιόλογος λογοτέχνης, βαθύς γνώστης του κινηματογράφου, εκδότης επί σαράντα και πλέον χρόνια, μαζί με τον Κώστα Μαυρουδή, του αειθαλούς λογοτεχνικού περιοδικού «Το Δέντρο», ο Τάσος ταλαιπωρήθηκε δυστυχώς τους τελευταίους μήνες της ζωής του από σοβαρά προβλήματα υγείας. Γνωρίζοντας προφανώς ότι το τέλος δεν θα αργούσε, φρόντισε έτσι το τελευταίο τεύχος του «Δέντρου» που επιμελήθηκε να έχει θέμα τη… χαρά.
Ο Ορέστης Σκαλτσάς ήταν από τους πρώτους που μπαγλάρωσε η χούντα τον Απρίλιο του 1967, αλλά και από τους πρώτους που καταδίκασαν τη σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία το 1968.
Το ότι η αναφορά σε τέσσερις ανθρώπους από τον χώρο των γραμμάτων και των εκδόσεων που ακολουθεί είναι πιο σύντομη, κάθε άλλο παρά αξιολογικό χαρακτήρα έχει. Απλώς δεν είχα τακτική επαφή μαζί τους κι έτσι δεν μπορώ να ανακαλέσω σχετικά πρόσφατες συναντήσεις μας και συζητήσεις μας. Ιδού λοιπόν τέσσερις ακόμη απώλειες. Του Γιάννη Χάρη, πολύπειρου επιμελητή κειμένων και εκδόσεων, ομοϊδεάτη στα γλωσσικά, μεταφραστή του Κούντερα, γνωστού και από τα κείμενα για τη γλώσσα που επί χρόνια δημοσίευε στα «Νέα». Του Γιώργου Χατζόπουλου, και αυτού με θητεία στην Αριστερά, αρχισυντάκτη της ιστορικής Πανσπουδαστικής στις αρχές της δεκαετίας του 1960, και πάνω απ’ όλα συνιδρυτή και «ψυχής» των εκδόσεων Κάλβος επί χούντας, εκδόσεων που έθρεψαν πνευματικά τη γενιά μου. Του Αλέξη Πολίτη, πανεπιστημιακού δασκάλου και συγγραφέα (κυρίως βιβλίων με θέμα τη λογοτεχνία του 19ου αιώνα), μειλίχιου και γλυκού ανθρώπου, τον οποίο χαιρόσουν να ακούς να μιλάει. Φύλαξα για το τέλος τη μοναδική γυναίκα της «παρέας»: την Ειρήνη Ραγιά, σύντροφο του αείμνηστου Γιώργου Ραγιά, με ουσιαστική συμμετοχή στην ανάπτυξη και άνθηση του εκδοτικού οίκου Μέλισσα, του οποίου το αποτύπωμα στο εκδοτικό τοπίο παραμένει πάντοτε ισχυρό.
Τι να κάνουμε; Κατά μία έννοια, και ο θάνατος τι άλλο είναι αν όχι η τελευταία πράξη αυτού του υπέροχου ταξιδιού που λέγεται ζωή;

