LASZLO KRASZNAHORKAI
Πάει και το Φραντζολάκι
μτφρ.: Μανουέλα Μπέρκι
εκδ. Πόλις, σελ. 283
Μια στέρεη βάση πραγματικότητας συνδυασμένη με τις ονειροφαντασίες ενός εκκεντρικού ήρωα που παλεύει με τα γηρατειά και τη μοναξιά του, αλλά και συνάμα μια πικρή σάτιρα για τον σύγχρονο πολιτικό βίο, είναι τα στοιχεία που αποτελούν το νέο μυθιστόρημα του νομπελίστα (πια) Λάζλο Κρασναχορκάι.
Πρόκειται για βιβλίο «κλειστών χώρων», όπου τα πάντα συμβαίνουν μέσα σε δωμάτια σπιτιών, κυβερνητικών κτιρίων ή νοσοκομείων, η δε δομή του είναι απλή, έστω και αν αποτελείται από μόλις 15 προτάσεις, καθώς είναι πλέον γνωστό ότι ο Ούγγρος συγγραφέας αδιαφορεί για τα σημεία στίξης και ιδιαιτέρως τις τελείες.
Αφηγητής είναι ο 91χρονος Γιόζι Κάντα που ζει απομονωμένος σε ένα χωριό της Ουγγαρίας με μόνη συντροφιά του τον σκύλο του, το Φραντζολάκι. Oνομα το οποίο ακολουθεί κάθε σκύλο που διέθετε ποτέ, όπως θα αποδειχθεί όταν το σκυλί του θα πεθάνει και στη συνέχεια θα αποκτήσει ένα νέο… Φραντζολάκι.
Ο θείος Γιόζι, όπως επιθυμεί να τον αποκαλούν, είναι δέσμιος μιας καλοσχηματισμένης μανίας. Πιστεύει ότι είναι άμεσος απόγονος του οίκου των Aρπαντ, του Τζένγκις Χαν και του Μπέλα Δ΄. Θεωρεί ότι έχει κάθε δικαίωμα να διεκδικήσει τον θρόνο της Ουγγαρίας (σε μια ιστορικής σημασίας παλινόρθωση της βασιλείας) ως Ιωσήφ Α΄.
Στο μεταξύ, όμως, ο «νόμιμος» κληρονόμος του θρόνου προτιμάει να ζει λιτά, να μην ξαναταΐσει τη φωτιά (όπως λέει κυριολεκτικά και μεταφορικά), να έχει κακές σχέσεις με την κόρη του και τον άνδρα της και να μη συγχρωτίζεται με τον κόσμο.
Ο συνταξιούχος ηλεκτρολόγος θα μπορούσε να ζει τα λίγα χρόνια που του απομένουν (καίτοι χαίρει άκρας υγείας) ως ένας άνθρωπος στο τέρμα του πουθενά, αν δεν τον ανακάλυπτε μια ομάδα βασιλοφρόνων που του βάζει ιδέες ότι ήρθε ο καιρός να φορέσει το στέμμα του βασιλιά.
Η Αγία Ουγγρική Πατρίδα έχει ανάγκη να επανέλθει σε έναν ηθικό βίο και να αποτινάξει από πάνω της την τωρινή εξαχρείωση. Ιδού και το σχόλιο του Κρασναχορκάι για τον Βίκτορ Oρμπαν, ο οποίος άλλωστε κατονομάζεται στο μυθιστόρημα. Σε αυτό, όμως, κατονομάζεται και ο ίδιος ο συγγραφέας που είναι μέλος της ομάδας των βασιλοφρόνων και εμφανίζεται ως νεαρός μουσικός και καθηγητής σε σχολείο.
Στο μυαλό του ήρωα η Αγία Ουγγρική Πατρίδα έχει ανάγκη να επανέλθει σε έναν ηθικό βίο και να αποτινάξει από πάνω της την τωρινή εξαχρείωση. Η αιχμή του νομπελίστα συγγραφέα έχει συγκεκριμένο στόχο στη Βουδαπέστη.
Σε αντίθεση με τα προηγούμενα μυθιστορήματα του Ούγγρου συγγραφέα όπου το ζοφερό στοιχείο επικαλύπτει τα πάντα, εδώ το γκροτέσκο κερδίζει στα σημεία. Παράλληλα με αυτό, όμως, αναδεικνύεται μέσω του γηραιού θείου Γιόζι και η μελαγχολία που απορρέει από τη μοναξιά. Αυτό είναι ένα στοιχείο που υπάρχει σχεδόν σε όλα τα έργα του συγγραφέα, όπως και ο πειρασμός του αδύνατου που δοκιμάζουν συχνά οι ήρωές του. Συνήθως δεν εγκαταλείπουν την προσπάθεια να σώσουν την ανθρωπότητα ή τον πολιτισμό στο σύνολό του. Κάπως έτσι συμβαίνει κι εδώ, με τον κεντρικό ήρωα να προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα: ούτε να τον απορρίψεις μπορείς ούτε και να τον αποδεχθείς. Ταυτίζεσαι μαζί του, αν και αντιλαμβάνεσαι πως είναι ένας χαρακτήρας γεμάτος υπερβολές και αντιθέσεις. Ενας ναρκισσιστής, υπερόπτης, κυνηγός του έρωτα και, τελικά, στα όρια του μπουρλέσκ.
Το καθεστώς
Και τι δεν τραβάει ο θείος Γιόζι. Δέχεται τη σφοδρή αντίδραση του καθεστώτος, καθώς τον κρίνει σχεδόν τρελό και τον φυλακίζει σε μια ψυχιατρική κλινική. Οσο για τους υψιπετείς βασιλόφρονες, η ομάδα τους «ξεδοντιάζεται» και άπαντες περνούν από δίκη ως συνωμότες.
Ολο το μυθιστόρημα είναι μια αέναη διάψευση ουτοπικών ονείρων. Ο Κρασναχορκάι καταφέρνει να συνδυάσει θαυμαστά το συναίσθημα με την ειρωνεία και την απλότητα με τη μελαγχολία. Η σκηνή του τέλους, με τον θείο Γιόζι και το Φραντζολάκι του μπρος στο παράθυρο της ελευθερίας, είναι κοφτερή σαν μαχαίρι. Εξαιρετική η μετάφραση της Μανουέλας Μπέρκι.

