Το Αναπαυτήριο του Δημήτρη Πικιώνη, δίπλα στον Αγιο Δημήτριο Λουμπαρδιάρη, στις παρυφές του λόφου του Φιλοπάππου, αναδύθηκε ξαφνικά στην πρώτη γραμμή της αθηναϊκής επικαιρότητας τη Δευτέρα το βράδυ, όταν κατά τη διάρκεια του δημοτικού συμβουλίου τέθηκε από την πλειοψηφία θέμα εκμίσθωσής του σε ιδιώτη μέσω πλειοδοτικού διαγωνισμού.
Σφοδρή υπήρξε η αντίδραση του πρώην δημάρχου Κώστα Μπακογιάννη, ο οποίος τον Μάιο του 2023 είχε υπογράψει σύμβαση παραχώρησης του Αναπαυτηρίου για 20 χρόνια από την ΕΤΑΔ στον Δήμο Αθηναίων με σκοπό την αποκατάσταση και την προστασία του. Με αναρτήσεις του κατηγόρησε τη δημοτική αρχή ότι μετατρέπει έναν τόπο πνευματικότητας και στοχασμού σε χώρο εμπορικής δραστηριότητας με όλες τις επιβαρύνσεις που συνεπάγεται αυτού του είδους η εκμετάλλευση. Η σημερινή ηγεσία του Δήμου Αθηναίων αντιπαρέρχεται τις αιτιάσεις, υποστηρίζοντας ότι η ίδια η σύμβαση παραχώρησης του 2023 άνοιγε τον δρόμο στην εμπορική αξιοποίηση.
Με αφορμή την παραπάνω εξέλιξη, επιχειρούμε να δούμε τη μεγαλύτερη εικόνα. Μπορεί αυτό το λιτό, πυκνό πνευματικά αρχιτεκτονικό λεξιλόγιο του Δημήτρη Πικιώνη με όλες τις μοναδικές άυλες ποιότητές του να γίνει σεβαστό στη θορυβώδη εποχή μας; Και, ταυτόχρονα: η νέα εποχή του Αναπαυτηρίου θα μπορούσε να καταστεί οικονομικά βιώσιμη χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο το εύθραυστο πνεύμα του δημιουργού του; Η ομότιμη καθηγήτρια ΕΜΠ Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη και ο ομότιμος καθηγητής Αρχιτεκτονικής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών Ανδρέας Γιακουμακάτος δοκιμάζουν να δώσουν τις δικές τους απαντήσεις.
Δημήτρης Ρηγόπουλος
Ανδρέας Γιακουμακάτος
Ενα αναπαυτήριογια τον 21ο αιώνα
Ο Δημήτρης Πικιώνης είναι η πιο αντιπροσωπευτική μορφή της ελληνικής αρχιτεκτονικής του 20ού αιώνα. Δεν το λέμε εμείς, το λένε η διεθνής απήχηση και αναγνώρισή του. Πέρα από τη συζήτηση για την αξία ή την επικαιρότητα των αρχιτεκτονικών προτάσεών του, που είναι συζήτηση ενδοαρχιτεκτονική, γεγονός παραμένει ότι το έργο και η γενικότερη προσφορά του δεν έχουν μόνον υλική αξία, αλλά συνιστούν πρόταση πνευματική, σύνοψη καίριων προβληματισμών για τον ελληνικό πολιτισμό του 20ού αιώνα.
Κορυφαία έκφραση αυτού του έργου είναι το σχέδιο του Πικιώνη για την πρόσβαση των επισκεπτών στην Ακρόπολη και οι επεμβάσεις του στην περιοχή του Φιλοπάππου, δηλαδή το παρεκκλήσι του Λουμπαρδιάρη και το περίφημο Αναπαυτήριο: καθαρή περιβαλλοντική ποίηση, χωρική διαμόρφωση που μεταποιείται σε στοχαστικό σχόλιο για τη σχέση μας με την αρχαία κληρονομιά –εκεί απέναντι– και το φυσικό αττικό περιβάλλον. Αυτά έχουν ακριβώς αναδειχθεί από τους πιο οξυδερκείς ιστορικούς της αρχιτεκτονικής, εντόπιους και –πολλούς– ξένους, και αυτά προσδίδουν στο συγκεκριμένο έργο ανεπανάληπτη μοναδικότητα, ελληνική ουσία.
Η απορία και μόνο για το αν το πνεύμα του Πικιώνη συνάδει με τη θορυβώδη εποχή μας είναι ενδεικτική μιας σημερινής κατάστασης που δεν περιποιεί τιμή σε κανέναν. Το πνεύμα του Πικιώνη μπορεί να γίνει κατανοητό και σεβαστό αν όσοι έχουν την ευθύνη της διαχείρισης του μνημείου –καθώς είναι ήδη κηρυγμένο– κάνουν όπως πρέπει τη δουλειά τους. Πώς; Κατ’ αρχάς με μια υποδειγματική αποκατάσταση, με επιστημονικά και όχι εργολαβικά κριτήρια. Το Αναπαυτήριο είναι ένα πολύ ευαίσθητο έργο που απαιτεί εξειδικευμένη προσέγγιση, όχι μόνο για τη σωστή αποκατάσταση του χτιστού περιπτέρου, αλλά και για όλα τα εξωτερικά τμήματα που αποτελούνται από ξύλινες κατασκευές κ.λπ. Η αποκατάσταση των έργων του 20ού αιώνα πάσχει σοβαρά στην Ελλάδα, καθώς βασικές επιστημονικές αρχές δεν έχουν γίνει ακόμη κατανοητές, με αποτελέσματα που τα βλέπουμε γύρω μας.
Η θέση, η σημασία και η ιδιαιτερότητα του Αναπαυτηρίου επιβάλλουν και διαφορετική διαχείριση, έξω από τη νοοτροπία της τρέχουσας καθημερινότητάς μας. Θα μπορούσε για παράδειγμα να φιλοξενήσει ένα βιβλιοπωλείο με εκδόσεις σχετικές με τον χώρο: την Ακρόπολη, το μουσείο της και την πόλη της Αθήνας. Εναν τόπο αναψυχής για τους επισκέπτες της πόλης που αναζητούν μια στιγμή ηρεμίας στην ακατάστατη πόλη μας –και είναι αρκετοί. Θα μπορούσε να υπάρχει εκεί και ένα λιτό καφέ, όχι ως κύρια δραστηριότητα, αλλά συνοδευτική του βιβλιοπωλείου: τα καθίσματα προβλέπονται ήδη από το έργο του Πικιώνη. Ολα αυτά για να μη θρηνούμε υποκριτικά σε λίγα χρόνια, κατά την προσφιλή τακτική μας, την ίδια την απώλεια του έργου.
Ο κ. Ανδρέας Γιακουμακάτος είναι ομότιμος καθηγητής Αρχιτεκτονικής στην ΑΣΚΤ, μέλος της Accademia delle Arti del Disegno της Φλωρεντίας.
Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη
Το έργο του αφήνεται σιγά σιγά στη φθορά
Ημουν παιδάκι όταν έχτιζε ο Πικιώνης το Αναπαυτήριό του στα χαμηλά του λόφου του Φιλοπάππου. Εμενα εκεί κοντά στην πολυκατοικία του Κουρεμένου, στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Κάθε πρωί έφευγα από το σπίτι και πήγαινα να δω τον «γέροντα» να δουλεύει. Τότε τον έβλεπα σαν κάτι μυθικό, σαν κάτι μεταξύ αρχαίου θεού και ανθρώπου. Κάτι μεταξύ δημιουργού και αρχιτεχνίτη, μάστορα και αρχιτέκτονα. Τώρα λέω και γράφω τη λέξη «γέροντας» με την έννοια του καθοδηγητή και του ηγουμένου. Ετσι όπως τη χρησιμοποιούν στα μοναστήρια.
Ρωτάτε αν η εποχή μας μπορεί να αντέξει το έργο του Πικιώνη. Είναι το ίδιο σαν να ρωτάτε αν η αρχιτεκτονική μπορεί να δεχθεί τον Πικιώνη σήμερα. Το 1962 το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης εξέδωσε ένα φοιτητικό τεύχος με τον τίτλο «Δημήτρης Πικιώνης: από τη ζωή και το έργο του». Εκεί, σαράντα αρχιτέκτονες διανοούμενοι, στοχαστές και καλλιτέχνες γράφουν για τον Πικιώνη. Αν προσθέσεις σ’ αυτούς τόσους και άλλους τόσους που έχουν γράψει και μιλήσει γι’ αυτόν, μεγαλύτερους και νεότερους, και τα δικά του πολυάριθμα κείμενα, δεν νομίζω ότι μπορεί να βρει κανείς άλλον Ελληνα αρχιτέκτονα που να έχει τιμηθεί τόσο.
Και όμως, το έργο του αφήνεται σιγά σιγά να παραδοθεί στη φθορά. Η Παιδική Χαρά στη Φιλοθέη, το Αναπαυτήριο στου Φιλοπάππου και ο Αη Δημήτρης ο Λουμπαρδιάρης… Θα μπορέσει το Αναπαυτήριο να επιβιώσει ξανά χωρίς να προσβάλλει το πνεύμα του δημιουργού του; «Ανεξερεύνητοι αι βουλαί του Κυρίου», θα έλεγε ο ίδιος ο Πικιώνης. Στου Φιλοπάππου επεμβαίνει στη φύση και στο τοπίο το μοναδικό καλλιτεχνικό του αισθητήριο χωρίς αρχαιολογική έρευνα και υποταγή στην Ιστορία. Σχεδιάζει και χτίζει με βασικό «πιστεύω» την ελληνικότητα. Την ελληνικότητα που επιβιώνει μέσα στον χρόνο και στην προσωπική μας σχέση μαζί της, στο αναλλοίωτο της φυλής. Πόσο μπορεί να γίνει αυτό κατανοητό από τους νεοέλληνες και από τον ιδιώτη μισθωτή; Θα μπορέσει να μπολιαστεί από το πνεύμα του Πικιώνη και να το συνδυάσει με την επιχειρηματικότητα και το κέρδος χωρίς τη χρήση μιας ψεύτικης «πικιωναίικης» μορφοκρατίας; Είναι δύσκολο, πολύ δύσκολο. Εκτός κι αν είναι και αυτός μοναδικός. Θα είναι όμως;
Η κ. Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη είναι αρχιτέκτων, ομότιμη καθηγήτρια του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου.

