ANDRES MONTERO
Η χρονιά που μιλήσαμε με τη θάλασσα
μτφρ.: Μαρία Παλαιολόγου
εκδ. Διόπτρα, 2025, σελ. 270
Καμία βιασύνη. Στο νησί που δεν το δείχνουν καν οι χάρτες, απέναντι από τη στεριά της Χιλής, κανείς δεν βιάζεται να καταναλώσει ζωή. Oλα κυλούν ήσυχα, οι άνθρωποι βιώνουν τις στιγμές χωρίς εκπλήξεις, χωρίς μεγάλες έγνοιες, αρκεί η γη να δίνει καρπούς, η θάλασσα να είναι γεμάτη ψάρια, η ταβέρνα να έχει κρασί για τα βράδια, το αεροπλανάκι του Μάικ να έρχεται πού και πού φέρνοντας εφόδια, ειδήσεις και σπάνια πια, πολύ σπάνια, ανθρώπους.
Να, όπως τώρα που από τη σκάλα του κατεβαίνει ο δον Χερόνιμο Γκαρσές. Eρχεται ύστερα από πενήντα ολόκληρα χρόνια, αυτός, ένας απόγονος της πιο πλούσιας, της πιο ισχυρής οικογένειας του νησιού, που την άφησε πίσω του κάποτε άναυδη, αποφασισμένος να ανακαλύψει τον πατέρα που δεν γνώρισε ποτέ.
Ο Χερόνιμο γυρίζει για να συνδεθεί πάλι με τη γη που τον γέννησε, μα και με τον μόνο συγγενή που έχει να τους συνδέει το αίμα. Αυτόν τον αδελφό, τον δον Χουλιάν, που ποτέ μα ποτέ δεν έφυγε από το νησί, δεν είδε στα εβδομήντα του χρόνια τίποτε άλλο από τούτο τον τόπο.
Αυτό το ταξίδι που σχεδιάστηκε για λίγο, με την επιστροφή προγραμματισμένη, έμελλε να μην τελειώσει ποτέ και να γίνει ολόκληρη η ζωή του. Διάφορες δουλειές, διαφορετικές χώρες, μια φωτογραφική μηχανή κρεμασμένη στον ώμο, κι ο Χερόνιμο, φυγάς από την πατρική γη στην οποία επιστρέφει, τον περιμένει πάντα ο δίδυμός του Χουλιάν. Ο τρίδυμός του μάλλον. Γεννήθηκαν τρία αγόρια, ίδια, αξεχώριστα, δεμένα παντοτινά μεταξύ τους. Μα ποιος από τους τρεις είχε πεθάνει μωρό; Αυτός που πράγματι είπαν, ο Χουάν δε Διός, ή μήπως ένας από τους δύο που έζησαν; Eνα τεράστιο ερώτημα για ολόκληρη τη ζωή τους, που δεν είναι το μόνο.
Ο Χερόνιμο γυρίζει για να συνδεθεί πάλι με τη γη που τον γέννησε, μα και με τον μόνο συγγενή που έχει να τους συνδέει το αίμα. Αυτόν τον αδελφό, τον δον Χουλιάν, που ποτέ μα ποτέ δεν έφυγε από το νησί, δεν πάτησε το πόδι του στη στεριά απέναντι, δεν είδε στα εβδομήντα του χρόνια τίποτε άλλο από τούτο τον τόπο, που τον αγναντεύει από την κορυφή του λόφου, αποκομμένος από όλους, βυθισμένος στη σιωπή, στη μοναξιά, σε αυτό που μοιάζει με πένθος για την απώλεια της αγαπημένης του Μιλένα, αλλά δεν είναι παρά φοβερή, σαρωτική, ατιθάσευτη ενοχή.
Ο Χερόνιμο γυρίζει για να συνδεθεί πάλι με τη γη που τον γέννησε, μα και με τον μόνο συγγενή που έχει να τους συνδέει το αίμα. Αυτόν τον αδελφό, τον δον Χουλιάν, που ποτέ μα ποτέ δεν έφυγε από το νησί, δεν είδε στα εβδομήντα του χρόνια τίποτε άλλο από τούτο τον τόπο.
Πλούσιος χωρίς πλούτη
Οι κάτοικοι αποδέχονται σιγά σιγά αυτόν τον ξένο που γύρισε πολυταξιδεμένος αλλά πάμφτωχος, αφημένος στη γενναιοδωρία τους, γιατί ξέρει να πίνει μαζί τους στην ταβέρνα και να διηγείται ιστορίες που τους συνεπαίρνουν, γεμάτες φαντασία για έναν κόσμο που δεν ξέρουν, τον κόσμο έξω από τον μικρό τόπο τους. Τον αποδέχονται ταΐζοντας και τη μεγάλη περιέργειά τους, καθώς υπάρχει ένα μυστήριο στη σχέση του με τον αδελφό του, σχέση που βλέπουν να ξαναχτίζεται με δυσκολία και πόνο, με σιωπές και λίγες κουβέντες, με τις επισκευές στο ξεχαρβαλωμένο πατρικό που οδηγούν τ’ αδέλφια ξανά κάτω από την ίδια στέγη, κι εκείνη η γιορτή του τέλους, καθαρτήρια για όλους.
Αποφάσεις ζωής
Είναι σωστές οι αποφάσεις που παίρνουμε στη ζωή μας χαράσσοντας τη ρότα της; Και αυτές που δεν τολμάμε να πάρουμε; Eχει νόημα να μετανιώνουμε όταν τα χρόνια έχουν περάσει και τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει πια; Και οι άνθρωποι; Ποιο ρόλο έχουν οι δικοί μας άνθρωποι στις αποφάσεις αυτές, όταν τους αφήνουμε νομίζοντας ότι θα σωθούμε μακριά τους, αλλά το μόνο που χρειάζεται είναι να αντέξουμε ένα κοίταγμα του εαυτού μας όπως ακριβώς είναι;
Μια ιστορία υπάρχει μονάχα χάρη στον τρόπο που την αφηγείσαι και ο Μοντέρο είναι αποφασισμένος να την κάνει να υπάρξει, γεμάτη από πολλές μικρές ιστορίες, συγκινητικές, αστείες, κάποτε διασκεδαστικές, συχνά θλιβερές. Γεμάτες ζωή όμως, που κυματίζει όπως η θάλασσα και λάμπει σαν τη χρυσή καμπάνα, βυθισμένη στα βαθιά νερά του νησιού.

