Mία από τις πρώτες πιο δυναμικές συλλέκτριες στον κόσμο και από τις πιο ένθερμες υποστηρίκτριες της σύγχρονης τέχνης, η Πατρίτσια Σαντρέτο Ρε Ρεμπαουντέγκο, πίσω από το ομώνυμο ίδρυμα στο Τορίνο της Ιταλίας, βρίσκεται στο προσκήνιο με αφορμή την επέτειο των 30 χρόνων από την έναρξη του ιδρύματός της.
Μία μεγάλη έκθεση, «News from the Near Future», σε επιμέλεια των Μπερνάρντο Φολίνι και Eυγένιο Ρε Ρεμπαουντέγκο, που φιλοξενείται στον εκθεσιακό χώρο του ιδρύματος και στο Εθνικό Μουσείο Αυτοκινήτου στο Τορίνο, εξερευνά τρεις δεκαετίες υποστήριξης της σύγχρονης καλλιτεχνικής έρευνας μέσα από μια ευρεία επιλογή έργων από τη συλλογή Σαντρέτο Ρε Ρεμπαουντέγκο. Περίπου εκατόν πενήντα έργα –από τη ζωγραφική, τη φωτογραφία, τη γλυπτική, μέχρι την εγκατάσταση και το βίντεο– από τους πιο αντιπροσωπευτικούς καλλιτέχνες στην ιστορία του ιδρύματος, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 έως σήμερα, συνομιλούν με τη σημερινή πραγματικότητα, προσφέροντας κριτικές προοπτικές και ανασκάπτοντας κοινωνικοπολιτικούς προβληματισμούς.
Η Πατρίτσια Σαντρέτο Ρε Ρεμπαουντέγκο ξεκίνησε να συλλέγει το 1992 όταν διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε στην Ιταλία αξιόλογη συλλογή σύγχρονης τέχνης σε δημόσια έκθεση. Το έναυσμα δόθηκε κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στο Λονδίνο, όπου με τον γκαλερίστα Νίκολας Λόγκσντεϊλ επισκέφθηκε στούντιο καλλιτεχνών και είδε τις δουλειές τους. «Δεν θα ξεχάσω ποτέ το στούντιο του καλλιτέχνη Ανίς Kαπούρ και το πόσο είχα εντυπωσιαστεί από τα χρώματα που χρησιμοποιούσε και που ήταν απλωμένα παντού. Δεν υπήρχε πιο σπουδαίο πράγμα από το να βρεθείς κοντά στους καλλιτέχνες και να σου εξηγούν με λεπτομέρεια το έργο τους». Από τότε η σύνδεσή της με την τέχνη είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής της.

Πάντα όμως ήθελε να μοιραστεί την τέχνη και να έρχεται σε επαφή με τον κόσμο η συλλογή της. Το 1995 έθεσε τα έργα της σε κοινή διαθεσιμότητα μέσα από το κέντρο που ίδρυσε κοντά στο Τορίνο και δύο χρόνια μετά, το ίδρυμα βρήκε στέγη σε ένα τυπικό ιταλικό παλάτι του 18ου αιώνα, στο Γκουαρένε. Από το 2001 επεκτάθηκε σε ένα παλιό εργοστάσιο, με εύπλαστο εκθεσιακό χώρο, αμφιθέατρο, εστιατόριο, καφέ, βιβλιοθήκη και ειδική αίθουσα εκπαιδευτικών προγραμμάτων, καθώς και προγράμματα φιλοξενίας για επιμελητές και καλλιτέχνες στους ειδικά διαμορφωμένους χώρους στο Γκουαρένε. Το 2017 το ίδρυμα επεκτάθηκε στη Μαδρίτη, το 2019 στο Πάρκο Τέχνης στο Σαν Λιτσέριο, και το 2026 στο νησί του Σαν Τζιάκομο στη λιμνοθάλασσα της Βενετίας.
«Δεν υπήρχε πιο σπουδαίο πράγμα από το να βρεθείς κοντά στους καλλιτέχνες και να σου εξηγούν με λεπτομέρεια το έργο τους», λέει η συλλέκτρια για το ξεκίνημα της προσπάθειάς της που έχει ως αποστολή να μοιραστεί την τέχνη με τον κόσμο.
Από τα πρώτα κιόλας βήματα, το ίδρυμα άρχισε να συμβάλλει στην εξέλιξη της ιστοριογράφησης της σύγχρονης τέχνης. Από τα πρώτα έργα κορυφαίων καλλιτεχνών της γενιάς των Νέων Βρετανών και της Δυτικής Ακτής των HΠΑ μέχρι τις πιο καινοτόμες εικαστικές φωνές του σήμερα.
Η διαδρομή του ιδρύματος
Η έκθεση ιχνηλατεί και χαρτογραφεί την πορεία του ιδρύματος, προσφέροντας ένα «ζωντανό οπτικό και συναισθηματικό αρχείο». Διαγενεακοί διάλογοι και νέοι συσχετισμοί μεταξύ των έργων της συλλογής επαναπροσδιορίζουν τους τρόπους με τους οποίους αναπαριστάνουμε το παρελθόν και σκεφτόμαστε το μέλλον, ενώ παράλληλα ασχολούνται με τις προκλήσεις και τις συγκρούσεις του παρόντος.
Πηγή έμπνευσης για την έκθεση αποτελεί το βίντεο της Φιόνα Tαν με τον ίδιο τίτλο, που εξερευνά τη μνήμη και το πέρασμα του χρόνου μέσα από αρχειακό υλικό από το Amsterdam Filmmuseum.
Από το ξεκίνημά του, το ίδρυμα άρχισε να συμβάλλει στην εξέλιξη της σύγχρονης τέχνης. Από τα πρώτα έργα κορυφαίων καλλιτεχνών της γενιάς των Νέων Βρετανών και της Δυτικής Ακτής των HΠΑ μέχρι τις πιο καινοτόμες εικαστικές φωνές του σήμερα.
Από τα πρώτα έργα που συναντούμε στο τμήμα της έκθεσης στον χώρο του ιδρύματος, η ονειρική εγκατάσταση του Φιλίπ Παρένο παραπέμπει σε τρεμάμενες αναμνήσεις – αφίσες, τυπωμένες με φωσφορίζον μελάνι, των οποίων οι εικόνες γίνονται ορατές μόνο αφού εκτεθούν στο φως και ξαφνικά βυθιστούν στο σκοτάδι.
Μας αιχμαλωτίζει τo έργο του Πολ Μακάρθι, μια ανακατασκευή ενός δωματίου με ξύλινους μηχανοκίνητους τοίχους που ανοίγουν και κλείνουν ξαφνικά με δύναμη. Το απόκοσμο συναίσθημα που μας προκαλεί γίνεται πιο έντονο με τη βιντεοεγκατάσταση του Εντ Ατκινς που διαδραματίζεται σε ένα αεροδρόμιο, όπου ένα ψηφιακό avatar, βασισμένο στον ίδιο τον καλλιτέχνη, υποβάλλεται σε μια υπερβολική εκδοχή των πρωτοκόλλων ασφαλείας κατά την οποία απαλλάσσεται από τα ταξιδιωτικά του αξεσουάρ και ρούχα και τελικά βάζει τα μέλη του σώματός του στον κάδο ασφαλείας.

Αυτή η σουρεαλιστική διάθεση συνεχίζεται με τον αυτόχειρα βαλσαμωμένο σκίουρο του Μαουρίτσιο Κατελάν –μια ειρωνική αυτοπροσωπογραφία του καλλιτέχνη– που κάθεται κουλουριασμένος πάνω από ένα τραπέζι με ένα όπλο στο πάτωμα – μια συμβολική εικόνα απελπισίας που συνδιαλέγεται με το μελαγχολικό αυτοπορτρέτο του Ρούντολφ Στίνγκελ.
Ρατσισμός και γυναίκα
Η Μαύρη Σημαία του Αρθουρ Τζάφα, παραπέρα, αναφέρεται στη σημαία της Συνομοσπονδίας, σύμβολο της λευκής υπεροχής και του ρατσισμού, και εξερευνά θέματα του φύλου και της μαύρης ταυτότητας. Mε την πολιτική της μαύρης εικονογραφίας ασχολείται και η γυναικεία φιγούρα της Σιμόν Λι που φοράει ένα είδος φούστας που μοιάζει με καλύβα ή αχυρένια στέγη, στενά συνυφασμένη με την αφρικανική αρχιτεκτονική. Η κριτική φεμινιστική ματιά της συνομιλεί εύστοχα με το υβριδικό γλυπτό της Σάρα Λούκας που αποτελείται από ένα ζευγάρι τσιμεντένιες μπότες και ένα μπουκέτο στήθη από παραγεμισμένα καλσόν, σχολιάζοντας την αντικειμενοποίηση της γυναικείας μορφής με το γνωστό καυστικό χιούμορ της.
Ο διάλογος με την αναπαράσταση του σώματος συνεχίζεται στο Εθνικό Μουσείο Αυτοκινήτου. Χαρακτηριστικές είναι οι φωτογραφίες των Κάθριν Οπι και Ζόι Λέοναρντ που απεικονίζουν μια σειρά από παρεμβάσεις στο γυναικείο σώμα και διερευνούν την ταυτότητα του φύλου και το σώμα ως διαφιλοκινούμενο πεδίο, ενώ το γυναικείο πορτρέτο της Σιρίν Νεσάτ, φορώντας μαντίλα και κρατώντας όπλο, αμφισβητεί τα δυτικά στερεότυπα για τις μουσουλμάνες γυναίκες ως παθητικές ή καταπιεσμένες. Παραπέρα το αποκρουστικό γλυπτό των Τζέικ και Ντίνος Τσάπμαν που δείχνει μια αναποδογυρισμένη ανδρική φιγούρα να κρέμεται από το ταβάνι, με υγρό σαν αίμα να στάζει από τις ουλές του, συνδιαλέγεται με τη φωτογραφία του Τσαρλς Ρέι που τον δείχνει να αιωρείται, δεμένο σε ένα κλαδί δέντρου.
Εντυπωσιακή είναι η πήλινη εγκατάσταση του Αργεντινού καλλιτέχνη Αντριάν Βιλιάρ Ρόχας που εξερευνά τις συνθήκες μιας ανθρωπότητας στα πρόθυρα της εξαφάνισης. Ενας άνδρας και μία γυναίκα μέσα σε μία βάρκα φαίνεται να βρίσκονται στα πρόθυρα της αποσύνθεσης, ενώ γύρω τους τέσσερις τεράστιες δυσοίωνες καμπάνες προμηνύουν ένα μετα-αποκαλυπτικό μέλλον.
«Το βάθος της βλακείας μας»
Απέναντι, η φωτισμένη με νέον ταπισερί των Σλαβς και Τάρταρς δηλώνει με καυστικό χιούμορ: «Είναι υψίστης σημασίας να επαναλάβουμε τα λάθη μας ως υπενθύμιση στις μελλοντικές γενιές για το βάθος της βλακείας μας».
Πολιτικά φορτισμένες ιστορίες προσεγγίζουν ζητήματα επίκαιρα και διαχρονικά. Μια ταπισερί της Γκόσκα Mακούγκα απεικονίζει ένα τεράστιο γράμμα διαμαρτυρίας εναντίον της λογοκρισίας που μεταφέρουν επτά ταχυδρόμοι, ενώ η εγκατάσταση του Tόμας Χίρσχορν που συμπεριλαμβάνει ένα γιγάντιο ελβετικό σουγιά από χαρτόνι και αλουμινόχαρτο, και διάφορα φωτοτυπημένα κείμενα και εικόνες, διερευνά τη βαρβαρότητα του καταναλωτισμού και σαρκάζει τις ψευδαισθήσεις που πλασάρουν οι διαφημίσεις.

Από την ακατέργαστη υλικότητα του έργου του Χίρσχορν, περνάμε στις ψηφιακές φωτογραφίες του Aντρέας Γκούρσκι που δημιουργούν ένα μνημειώδες ανθρώπινο μωσαϊκό: αποτυπώνουν μία τεράστια, ελεγχόμενη χορογραφημένη εκδήλωση 50.000 ανθρώπων και καταδεικνύουν τη στρατιωτική και ολοκληρωτική φύση του βορειοκορεατικού καθεστώτος. Η έκθεση κλείνει με τη θεαματική βιντεοεγκατάσταση του Ράγκναρ Kαρτάνσον: μια ποιητική, μοναχική συναυλία που ερμηνεύει ο καλλιτέχνης μαζί με έναν συνεργάτη του στα χιονισμένα καναδικά Βραχώδη Ορη – μια πρόταση για μια νέα αρχή, προσκαλώντας τους θεατές σε κοινή ακρόαση.
Εκεί όπου άρχισαν όλα
Μια παρουσίαση, παράλληλα, στο Παλάτσο Ρε Ρεμπαουντέγκο στο Γκουαρένε μάς μεταφέρει εκεί όπου άρχισαν όλα. Η έκθεση «Το όμορφο καλοκαίρι» παρουσιάζει εμβληματικά έργα της δεκαετίας του 1990 και συμπεριλαμβάνει τη συλλογή από κουτάκια για χάπια, που η Πατρίτσια Σαντρέτο Ρε Ρεμπαουντέγκο άρχισε να συλλέγει σε ηλικία 14 ετών. Αντλώντας έμπνευση από το βιβλίο με τον ίδιο τίτλο του Ιταλού συγγραφέα Τσέζαρε Παβέζε, για τον οποίο ο τόπος του Λάνγκε υπήρξε μέρος της προσωπικής μυθολογίας του, η έκθεση μάς ταξιδεύει στην εξέλιξη της συλλογής και της ιστορίας του ιδρύματος. Αξιοσημείωτη είναι η εγκατάσταση της Ντομινίκ Γκονζάλεζ-Φόρστερ που συγκεντρώνει αντικείμενα από το «συναισθηματικό» υπνοδωμάτιο της συλλέκτριας, φορτισμένα με προσωπικές αναμνήσεις –το παιδικό της κρεβάτι, το γραφείο της, το βιβλίο «Οσα παίρνει ο άνεμος»– εκεί όπου οι πρώτοι σπινθήρες του συλλέγειν τρεμόπαιζαν – σε έναν ποιητικό διάλογο με το ταξίδι ενηλικίωσης της πρωταγωνίστριας του Παβέζε.
Περιμένουμε με ανυπομονησία το επόμενο κεφάλαιο του ιδρύματος στη Βενετία την άνοιξη του 2026!
*News from the Near Future, Ιδρυμα Sandretto Re Rebaudengo και Εθνικό Μουσείο Αυτοκινήτου, Τορίνο. Διάρκεια έως τις 8 Μαρτίου 2026
*Η κ. Τίνα Σωτηριάδη είναι επιμελήτρια εκθέσεων και κριτικός τέχνης που ζει και εργάζεται στο Λονδίνο.

