Αφιερωμένη στον Μότσαρτ ήταν η συναυλία που πραγματοποίησε στις 2 Νοεμβρίου η Καμεράτα, Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής υπό τη μουσική διεύθυνση του Γιώργου Πέτρου. Οχι ένα, ούτε δύο, αλλά τέσσερα κοντσέρτα του Αυστριακού συνθέτη χώρεσαν στο πρόγραμμα και κάπου ανάμεσα σε αυτά προστέθηκε επίσης το «Αντάντε» για φλάουτο και ορχήστρα σε ντο μείζονα (Κ. 315).
Παρά τη μάλλον υπερβολική δόση ομοειδών έργων, η συναυλία θα μπορούσε να έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον, αφού δεν περιελάμβανε δημοφιλείς και πολυπαιγμένες συνθέσεις, αλλά ορισμένες από εκείνες που παρουσιάζονται λιγότερο τακτικά. Πλάι στο σχετικά γνωστό τρίτο Κοντσέρτο για βιολί (Κ. 216) ακούστηκαν το Κοντσέρτο για φαγκότο (Κ. 191) κι εκείνο για φλάουτο και άρπα (Κ. 299), ενώ η βραδιά έκλεισε με το εντυπωσιακό Κοντσέρτο για δύο πιάνα (Κ. 365).
Το πρόβλημα ήταν ότι τουλάχιστον δύο από τα έργα, αυτό για φαγκότο κι εκείνο για φλάουτο και άρπα, επιλέχθηκαν και ερμηνεύθηκαν χωρίς να ληφθούν υπ’ όψιν τα δεδομένα του χώρου. Τα συγκεκριμένα κοντσέρτα δεν γράφηκαν για αίθουσες χωρητικότητας 1.800 ατόμων, όπως η αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης». Τα όργανα εποχής, ειδικά τα ξύλινα πνευστά της εποχής του Μότσαρτ, έχουν περιορισμένη ισχύ. Ειδικά, δε, το φαγκότο, του οποίου ο ήχος δεν είναι οξύς, όπως αυτός ενός φλάουτου, δύσκολα ακούγεται σε μεγάλο χώρο ακόμα και αν αυτός διαθέτει εξαιρετική ακουστική. Ολη η εξέλιξη των μουσικών οργάνων κατά τον 19ο αιώνα έχει σχέση με την αύξηση των ακροατηρίων και τη συνακόλουθη μεγέθυνση των αιθουσών, επομένως και την ανάγκη για ισχυρότερο ήχο. Ετσι, σταδιακά, τα παλαιότερα όργανα αντικαταστάθηκαν από εκδοχές τους με πιο ισχυρό και εστιασμένο ήχο.
Επομένως, ήταν λογικό στη μεγάλη αίθουσα του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, κυρίως κατά το ζωηρό πρώτο και το τρίτο μέρος του κοντσέρτου, ο ήχος του ιστορικού φαγκότου να χάνεται για μεγάλα διαστήματα, όπως σημειακά και ο ήχος τής εξίσου ιστορικής άρπας Εράρ του 1802. Το πρόβλημα επιδείνωνε η ταχύτητα των ερμηνειών, ευχάριστη κατά τα λοιπά, αλλά προβληματική για την ευκρίνεια του ήχου των σολιστικών οργάνων, καθώς ειδικά στα δεξιοτεχνικά μέρη ο ήχος τους διαχεόταν. Το αποτέλεσμα αδικούσε τον πολύ καλό φαγκοτίστα Αλέξανδρο Οικονόμου, που έπαιξε με μουσικότητα και ανταποκρίθηκε στις δεξιοτεχνικές απαιτήσεις, τουλάχιστον όσο μπορούσε κανείς να ακούσει.
Χωρίς προβλήματα
Μέχρι σήμερα δεν έχουν βρεθεί προτάσεις του Μότσαρτ για τα μέρη ελεύθερου αυτοσχεδιασμού («καντέντσες») του Κοντσέρτου για άρπα και φλάουτο. Συνεπώς, οι ερμηνευτές καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα σε αυτές που συνέθεσαν άλλοι, περισσότερο ή λιγότερο σύγχρονοι του Μότσαρτ. Σε κάθε περίπτωση, σε μια συναυλία που προβάλλεται για τα όργανα εποχής και την ιστορικά ενημερωμένη ερμηνεία των έργων, θα ανέμενε κανείς από τους κατά τ’ άλλα πολύ καλούς σολίστες, τον φλαουτίστα Ζαχαρία Ταρπάγκο και την αρπίστρια Μαρία Μπιλντέα, να επιλέξουν κάτι λιγότερο ξένο προς τη μουσική του Μότσαρτ. Εκτός αν πρόθεσή τους ήταν να υπογραμμίσουν ακριβώς ότι τα συγκεκριμένα μέρη προέρχονται από την πένα άλλου δημιουργού.
Το δεύτερο μέρος της βραδιάς κύλησε χωρίς παρόμοια ζητήματα. Αφενός διότι το βιολί όπως και τα δύο πληκτροφόρα όργανα ακούγονταν με σχετική ευκρίνεια, αφετέρου διότι και ερμηνευτικά υπήρχε ομοιογένεια ανάμεσα σε σολίστες και αρχιμουσικό. Το τρίτο Κοντσέρτο για βιολί απέδωσε με ωραίο ήχο ο Χεσούς Μερίνο, ιδιαίτερα εκφραστικός στο υπέροχο αργό δεύτερο μέρος. Ηταν διαρκώς σε άριστο διάλογο με την ορχήστρα που ερμήνευσε με νεύρο το πρώτο και το τρίτο μέρος, όπως επίσης ανάλαφρα και με ευγένεια το λυρικό δεύτερο.
Ο Γιώργος Πέτρου μαζί με τον Τίτο Γουβέλη ήταν σολίστες στο Κοντσέρτο για δύο πιάνα. Η συνεργασία τους, όπως και με την ορχήστρα, χαρακτηρίστηκε από έναν εξαιρετικό συνδυασμό δύναμης, δεξιοτεχνίας και κομψότητας και ολοκλήρωσε τη βραδιά με θετικό πρόσημο.

