Η Αλεξάνδρα Χαΐνη είναι δημοσιογράφος. Από το 2018 συνεργάζεται με το γραφείο Τύπου του Συνηγόρου του Πολίτη και παράλληλα γράφει βιβλιοκριτικές στο ηλεκτρονικό περιοδικό «Ο Αναγνώστης». Εχει σπουδάσει αγγλική γλώσσα και φιλολογία στο ΕΚΠΑ και ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στην αγγλόφωνη λογοτεχνία του 20ού αιώνα στο Πανεπιστήμιο του Λάνκαστερ. Το πρώτο της βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων «Μισές αλήθειες», κυκλοφόρησε μόλις από τις εκδόσεις Ποταμός.
Ποια βιβλία έχετε αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας;
Το «The Loneliness of Sonia and Sunny» της Ινδής συγγραφέως Κίραν Ντεσάι, ένα από τα έξι μυθιστορήματα της βραχείας λίστας του βραβείου Booker 2025. Είναι ένα μεγάλο μυθιστόρημα, παλαιάς κοπής – μια ινδική σάγκα με μπόλικο δράμα και ολίγο αμερικανικό πραγματισμό. Επίσης παραδίπλα, στο on/off, έχω και το «Notes to John» της Τζόαν Ντίντιον, τις σημειώσεις που κρατούσε η Αμερικανίδα συγγραφέας από τις συνεδρίες με τον ψυχίατρό της, οι οποίες εκδόθηκαν μετά τον θάνατό της.
Ποιο ήταν το πιο ενδιαφέρον στοιχείο που μάθατε πρόσφατα χάρη στην ανάγνωση ενός βιβλίου;
Δύσκολη ερώτηση. Κάθε βιβλίο που διαβάζω έχει πάνω από ένα ενδιαφέροντα στοιχεία, που θα με βγάλουν από τη ζώνη άνεσής μου, θα με κάνουν να δω διαφορετικά. Αν ήταν όμως να απομονώσω κάτι, είναι αυτό που έμαθα πρόσφατα χάρη στα βιβλία της Κύπριας συγγραφέως Κωνσταντίας Σωτηρίου: ότι είναι σημαντικό να αναμετριέσαι με το τραύμα, με τόλμη, χωρίς στεγανά και παρωπίδες.
Βρήκατε ποτέ τον μπελά σας επειδή διαβάσατε ένα βιβλίο;
Οχι, αλήθεια, τουλάχιστον ως ενήλικη. Θυμάμαι μόνο δύο περιστατικά από τα παιδικά μου χρόνια. Το πρώτο, ήμουν 7-8 χρόνων, όταν βρήκαμε με τον αδερφό μου στο κομοδίνο των γονιών μας το «Μέσα στο βαθύ λαρύγγι» της Λίντα Λάβλεϊς. Του λέω, «τραγουδίστρια θα είναι». Δεν πρόλαβα να διαβάσω δυο αράδες, μας πρόλαβε η μάνα μου! Το δεύτερο ήταν στο γυμνάσιο, στα θρησκευτικά. Μας έπιασαν με τη φίλη μου να διαβάζουμε το «Ρωμαίος, Ιουλιέττα και τα σκοτάδια» του Τσέχου συγγραφέα Γιαν Οτσενάσεκ. Είχαμε στρώσει τα παλτά μας στο θρανίο και διαβάζαμε κρυμμένες. Ή έτσι πιστεύαμε.
Περιγράψτε την ιδανική αναγνωστική συνθήκη.
Το πρωί του Σαββάτου, όταν όλοι κοιμούνται ακόμη και έχει απόλυτη ησυχία.
Υπάρχουν κάποια είδη λογοτεχνίας που προτιμάτε και άλλα που αποφεύγετε;
Διαβάζω αρκετή ξενόγλωσση λογοτεχνία. Παραγγέλνω όλα τα τελευταία βιβλία των συγγραφέων που μπορώ να διαβάσω στο πρωτότυπο. Διαβάζω όμως και παλαιότερους συγγραφείς, αν και δεν είμαι λάτρης των (πολύ) κλασικών. Μου αρέσουν οι ιστορίες για πραγματικούς ανθρώπους. Δεν αντέχω τα sci-fi.
Τι είναι αυτό που σας συγκινεί περισσότερο σε ένα βιβλίο;
Θα σας φανεί περίεργο, αλλά με συγκινεί η απλότητα. Συγγραφείς όπως η Στράουτ, η Κασκ, η Ερνό γράφουν «απλά», όχι με την αρνητική έννοια, αλλά να, πίσω από τα πιο συνηθισμένα πράγματα, μια βόλτα στο πάρκο, ένα μακροβούτι, δυο νεύματα στον γείτονα, καταφέρνουν να αγγίξουν με χειρουργική ακρίβεια την ουσία και την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης κατάστασης. Και αυτό το βρίσκω εκπληκτικό.
Υπάρχει κάποιο αγαπημένο βιβλίο που θα θέλατε να γίνει ταινία;
Το «Μπαουμγκάρτνερ», το τελευταίο μυθιστόρημα του Πολ Οστερ. Γιατί μου θυμίζει τον πατέρα μου.
Ποια θέματα συνδέουν τα διηγήματα του βιβλίου σας «Μισές αλήθειες»;
Η μνήμη. Η παιδική ηλικία, η οικογένεια. Γεγονότα καθημερινά κι εδώ, που περνούν απαρατήρητα συνήθως, αλλά εμένα μου εντυπώθηκαν. Κάναδυο τα έχω μεταφέρει όπως έγιναν, άλλα εξελίσσονται εντελώς απρόσμενα, σχεδόν σουρεαλιστικά.
Ποια η σημασία των «ιστοριών της παλάμης» του Καβαμπάτα στο συγγραφικό σας έργο;
Μου αρέσει ο ελλειπτικός χαρακτήρας των ιστοριών του Καβαμπάτα – παρόλο που συνδέεται απόλυτα με την ιαπωνική παράδοση. Στη Δύση είμαστε πιο πληθωρικοί, πιο πολυλογάδες. Ωστόσο, η μικρή φόρμα, ο περιεκτικός λόγος, τα διηγήματα-μινιατούρες, είναι πρόκληση – όχι μόνο για τους συγγραφείς, αλλά και για τους αναγνώστες· γιατί τους αφήνει ελεύθερους να συμπληρώσουν τα «κενά» κατά το δοκούν.

