Πράγματι, δεν είναι καθόλου ευχάριστο όταν κλείνει ένα ιστορικό μαγαζί. Είναι σαν να σβήνει ένας μηχανισμός μνήμης της πόλης, μια σταθερά όπου οι κάτοικοι της Αθήνας, του Παρισιού, του Βερολίνου, της Βιέννης μπορούν να ακούσουν τον παλμό της ψυχής της πόλης τους, να νιώσουν ότι συνδιαλέγονται με το παρελθόν, ότι υπάρχει συνέχεια στον χρόνο. Οταν αυτό το νήμα σπάει, ανοίγει μια πληγή.
Αυτό ακριβώς συνέβη με το ιστορικό Caffe Greco της Ρώμης, που έπειτα από μια πλούσια πορεία ζωής 265 χρόνων έβαλε λουκέτο – το 1953, το υπουργείο Πολιτισμού αναγνώρισε το καφέ, τα έπιπλα και τα έργα τέχνης του ως προστατευόμενο «πολιτιστικό αγαθό» και τόπο εθνικού ιστορικού ενδιαφέροντος. Το ενοίκιο ανέβηκε σε δυσθεώρητα ύψη, με τα ιταλικά μέσα ενημέρωσης να κάνουν λόγο για αύξηση από περίπου 17.000 ευρώ σε περισσότερα από 80.000 ευρώ ή ακόμη και 120.000 ευρώ μηνιαίως, σύμφωνα με κάποια δημοσιεύματα – το ακίνητο, άλλωστε, βρίσκεται ένα τετράγωνο από τη δημοφιλή Πιάτσα ντι Σπάνια, στον αριθμό 86 της Βία Κοντότι, ανάμεσα σε βιτρίνες πολυτελών brands. Ακολούθησε μακροχρόνια δικαστική μάχη χωρίς αίσιο αποτέλεσμα. Ετσι, το καφέ, που φιλοξένησε στα μαρμάρινα τραπέζια του τον Λόρδο Βύρωνα, τον Τζον Κιτς, τον Σαρλ Μποντλέρ, πολιτικούς, καλλιτέχνες, διανοουμένους, σταμάτησε να λειτουργεί.
Οταν όμως κατακαθίσει η σκόνη από τα «μνημόσυνα» για το Caffe Greco, έχει ενδιαφέρον να σκεφτεί κανείς ποια ήταν η σημασία του για τους Ιταλούς τα τελευταία χρόνια. Ουσιαστικά είχε μετατραπεί σε ένα τουριστικό αξιοθέατο, σε τοπόσημο που βρισκόταν στη λίστα κάθε ξένου επισκέπτη. Απ’ όποιο μέρος του κόσμου και αν ταξίδευε, θεωρούσε ότι έπρεπε να βρεθεί εκεί με τον ίδιο τρόπο που έπρεπε να επισκεφθεί το Κολοσσαίο ή τη Φοντάνα ντι Τρέβι. Για τους Ρωμαίους, βέβαια, δεν αποτελούσε πρώτη επιλογή το Cafe Greco. Οι τιμές του άλλωστε ήταν απαγορευτικές, μπορούσε να πληρώσει έναν καφέ ο τουρίστας, ανεβάζοντας παράλληλα και μια φωτογραφία στο Instagram για να δηλώσει ότι πέρασε από κει, όμως για τον κάτοικο της Ρώμης και την καθημερινή του συνήθεια, το Cafe Greco είχε γίνει μια πανάκριβη τουριστική πινέζα στον χάρτη της πόλης, ένα μουσείο που δεν απευθυνόταν σε αυτόν.
Εχει συμβεί και σ’ εμάς τους κατοίκους της Αθήνας να «θρηνούμε» για τοπόσημα της πόλης, για τα παλιά στέκια που καταρρέουν και περνούν στη λήθη, καφενεία, κινηματογράφους, εστιατόρια, μαγειρεία. Η αλήθεια όμως είναι ότι κι εμείς τα εγκαταλείψαμε, για διαφορετικούς λόγους το καθένα. Αλλάζουν οι συνθήκες, αλλάζουν οι συνήθειες ή, απλώς, κάποιοι κύκλοι έρχεται η στιγμή που κλείνουν.

