Το πλοίο που έγινε ταυτότητα μιας ολόκληρης γενιάς

Το πλοίο που έγινε ταυτότητα μιας ολόκληρης γενιάς

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Ο αγνοούμενος του Ματαρόα» του δημοσιογράφου Νίκου Αμανίτη που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μεταίχμιο

το-πλοίο-που-έγινε-ταυτότητα-μιας-ολόκ-563934310 Λίστα με ονόματα επιβατών του SS Mataroa, από το αρχείο του τουριστικού γραφείου Hermes.
Λίστα με ονόματα επιβατών του SS Mataroa, από το αρχείο του τουριστικού γραφείου Hermes.
Φόρτωση Text-to-Speech...

Την Παρασκευή 1η Ιουλίου 1938 ο 27χρονος ζωγράφος Νίκος Μπαλόγιαννης ξεκινάει με το Α/Τ Πατρίς για το Παρίσι: École Nationale Supérieure des BeauxΑrts, η Μποζάρ, 14 rue Bonaparte, Paris 6e

Fast-forward επτά χρόνια μετά. Πάλι στον Πειραιά, πάλι ο ίδιος άνθρωπος. «Το πλοίο που τον παίρνει για το Παρίσι αυτή τη φορά θα λέγεται Ματαρόα και εκείνος θα προσπαθεί να συνεχίσει τη ζωή του εκεί που τη διέκοψε ο πόλεμος». 
Τρέχουμε ξανά τον χρόνο μπροστά. Τέλη της δεκαετίας του ’50, σ’ έναν δρόμο κοντά στην πλατεία Βάθη («που διατηρούσε ακόμη περήφανα το τελικό της σίγμα») ένα πεντάχρονο παιδί, που θα μπορούσε να είναι ο συγγραφέας Νίκος Αμανίτης, σ’ ένα σαλόνι συνήθως σκοτεινό, χαζεύει έναν πίνακα 50 επί 70 εκατοστά, σε μεγάλη, σκαλισμένη, χρυσή κορνίζα: «Μια γυναίκα με κατακόκκινο φόρεμα, χωρίς χαρακτηριστικά, είναι καθισμένη σε ένα παγκάκι του Εθνικού Κήπου με ένα μεγάλο, μπλε βρεφικό λαντό μπροστά της. Το μονοπάτι στο οποίο βρίσκεται φεύγει και χάνεται στο βάθος του πίνακα, αλλά αυτό που κυριαρχεί παντού είναι οι πανύψηλοι, λεπτοί, μονοδιάστατοι κορμοί των δέντρων και κυρίως τα έντονα χρώματά τους, μπλε, κόκκινα, πράσινα». 

Πολλές αφετηρίες για την έναρξη μιας αφήγησης, σωστά; Υπάρχει όμως και ακόμη μία και μάλλον θα είναι η επικρατέστερη: άνοιξη του 2020, τις μέρες της πρώτης καραντίνας. «Να με κι εγώ, όπως όλοι, απομονωμένος επιμελώς από τον τρομακτικό έξω κόσμο με τα σφραγισμένα μεταλλικά φέρετρα και την προπαίδεια των θανάτων, εντελώς βαρεμένος, και να που σε μια ανύποπτη στιγμή έχω την ξαφνική έμπνευση να στείλω ένα μέιλ σε άγνωστους παραλήπτες, οι οποίοι όμως ήξερα ότι είχαν σχέση με τον ζωγράφο ενός ανυπόγραφου πίνακα με πολύχρωμους κορμούς δέντρων που είχε μετακομίσει στο σπίτι μου μετά τον θάνατο των γονιών μου. (…) Εστειλα στο πουθενά μια φωτογραφία του πίνακα, έτσι, για να κυλήσουν λίγο οι ώρες του εγκλεισμού. Δεν περίμενα καμία απάντηση». 

Κάπως έτσι αρχίζει ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Νίκος Αμανίτης το δικό του αφηγηματικό ταξίδι που πήρε τον τίτλο «Ο αγνοούμενος του Ματαρόα» και πρόκειται να κυκλοφορήσει σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ενα ταξίδι που θα τον φέρει νοερά στο κατάστρωμα του θρυλικού πλοίου που σφράγισε μια ολόκληρη γενιά και συνεχίζει έως σήμερα να συγκινεί και να συναρπάζει με την ιστορία του. 

Η «Κ» προδημοσιεύει σήμερα ένα απόσπασμα από το υπό έκδοσιν βιβλίο

Η. Μ. 

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Το διάστημα που μεσολάβησε από το πέρας της περιόδου των γραφειοκρατικών διαδικασιών μέχρι την αναχώρηση του Ματαρόα, ο Νοέμβριος και ο Δεκέμβριος του ’45, ήταν μια περίοδος ανυπομονησίας, αγωνίας, πρώιμων ενθουσιασμών και επακόλουθων απογοητεύσεων, ελπίδων και διαψεύσεων, επαναλαμβανόμενων αποχαιρετισμών. 

Το πλοίο που έγινε ταυτότητα μιας ολόκληρης γενιάς-1Στην αρχή περίμεναν ένα σουηδικό καράβι, το Gripsholm. Αυτό έπαθε κάποια βλάβη ή η εταιρεία του άλλαξε δρομολόγιο, τελικά έφθασε μήνες αργότερα και παρέλαβε για τη Μασσαλία, τον Φεβρουάριο του ’46, άλλους 70 υποτρόφους που δεν είχαν προλάβει το Ματαρόα. 

Το όνομα του Ματαρόα πρωτακούστηκε ύστερα από αυτήν την πρώτη μεγάλη απογοήτευση, αλλά η άφιξή του στον Πειραιά μεταφερόταν από βδομάδα σε βδομάδα. Μια φορά ειδοποιήθηκαν να κατεβούν στον Πειραιά, αλλά το καράβι δεν ήταν εκεί. Η αγωνία των επιλέκτων αύξανε όσο περνούσαν οι μέρες: Πολλοί είχαν ιστορίες με την Ασφάλεια και φοβόντουσαν την αιφνίδια αλλαγή της πολιτικής κατάστασης, την αναστολή της άδειας αναχώρησης, ακόμη και τη σύλληψη. Aλλοι ήθελαν απλώς να φύγουν μακριά από τις γυναίκες τους. Πολλοί είχαν ξενοικιάσει το σπίτι τους ενόψει της αναχώρησης, είχαν πουλήσει τα πράγματά τους για λίγο συνάλλαγμα – γνώριζαν καλά ότι με 4.500 φράγκα τον μήνα δύσκολα τα βγάζεις πέρα στο Παρίσι. Κάποιος είχε πουλήσει ακόμη και το κρεβάτι του. 

Από τα μέσα Δεκεμβρίου αρχίζουν να μαζεύονται στη Στοά Σπυρομήλιου, στο κτίριο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, εκεί που βρίσκεται το μικρό ταξιδιωτικό γραφείο του κυρίου Αθανασούλα που πρακτορεύει αυτό το πλοίο με το παράξενο όνομα που λέγεται ότι θα τους πάρει, αλλά δεν έρχεται. Κάθε μεσημέρι, η μέση δεξιά γωνία της Στοάς μπαίνοντας από τη Σταδίου μέχρι και το πεζοδρόμιο μαυρίζει από τον κόσμο, το μικρό πρακτορείο είναι η Στενή Πύλη προς το όνειρο, το μαγικό δωμάτιο όπου παίζεται η τύχη τους, εκεί όπου φθάνουν τα τηλεγραφήματα με τις γεωγραφικές συντεταγμένες του Ματαρόα, τη ρότα του, την ταχύτητά του, τα λιμάνια που προσεγγίζει, τους ανέμους που το φέρνουν πιο κοντά ή το απομακρύνουν. Το escape room της ζωής τους. 

Εκεί, πριν αναλάβει την όλη επιχείρηση το μεγαλύτερο, γειτονικό Hermès en Grèce, 4 Rue du Stade, εκεί γνωρίζονται για πρώτη φορά τα μέλη από αυτό το ετερόκλητο λεφούσι που σε λίγο θα περάσουν στην Ιστορία ως μία οντότητα, χωρίς ατομικά χαρακτηριστικά, αλλά με μία ταυτότητα που φέρει το όνομα του πλοίου που δεν λέει να έρθει. Αλλά τότε, κανείς δεν μπορεί ούτε να το φανταστεί. Προς το παρόν φτιάχνουν πηγαδάκια, ανταλλάσσουν άγχη και πληροφορίες, στήνουν τις πρώτες συντροφιές για το ταξίδι, κάποιοι βρίσκουν παλιούς γνωστούς, άλλοι γνωρίζονται καλά από καιρό. «Αντικρίζαμε όλοι τον ξένο συρφετό που θ’ αποτελούσε το ανθρώπινο περιβάλλον μας για ποιος ξέρει πόσον καιρό», γράφει η Νέλλη Ανδρικοπούλου. «Η Κατοχή είχε δώσει μαθήματα αλληλεγγύης. Τα Δεκεμβριανά μαθήματα μίσους. Τίποτε δεν προμήνυε χαμηλούς τόνους και ήπιες συμπεριφορές, όμως για το ταξίδι είχαμε όλοι κοινό συμφέρον». 

«Η Κατοχή είχε δώσει μαθήματα αλληλεγγύης. Τα Δεκεμβριανά, μαθήματα μίσους. Τίποτε δεν προμήνυε χαμηλούς τόνους και ήπιες συμπεριφορές, όμως για το ταξίδι είχαμε όλοι κοινό συμφέρον». 

Η Αλέκα και η Αννίκα, καθώς σχολάνε από τη δουλειά τους το μεσημέρι και βγαίνουν από το παράρτημα του Μετοχικού στην Κολοκοτρώνη προς τη Σταδίου, σίγουρα θα παρατήρησαν αυτό το ανήσυχο μελίσσι των συνομηλίκων τους που βουίζει στο απέναντι πεζοδρόμιο. Και ποιος ξέρει; Μπορεί κάποια φορά να πέσουν πάνω στον Νίκο, τον φίλο τους που δεν έχει πει κουβέντα για τα σχέδιά του μέχρι που τα μυστικά του δεν γίνεται να τα κρατήσει άλλο. Σε ένδειξη φιλίας και μετάνοιας για την κρυψίνοιά του, χαρίζει έναν πίνακά του στην Αννίκα. «Είναι επίτηδες ανυπόγραφος», της λέει. «Για να τον υπογράψω όταν γυρίσω». Στην τσέπη του έχει ήδη το υπηρεσιακό διαβατήριο διά Γαλλίαν και Αμερικήν. 

Μέχρι το πλοίο 

Hτανε τα ξημερώματα μιας ηλιόλουστης Παρασκευής, 21 Δεκεμβρίου, όταν το Ματαρόα έπλευσε ανάμεσα στην Αίγινα και το Φάληρο για να αράξει αρόδου στο λιμάνι του Πειραιά, που δεν είχε καθαρίσει ακόμη από τα συντρίμμια των βομβαρδισμών. Οι ταξιδιώτες ειδοποιήθηκαν αχάραγα, όμως ούτε τα στρατιωτικά λεωφορεία που θα τους μετέφεραν, ούτε τα φορτηγά για τις αποσκευές τους που από μέρες ήταν συγκεντρωμένες εμφανίστηκαν. Eφυγαν για Πειραιά, ο καθένας μόνος του με όποιο μέσο μπορούσε. 

Μια αθηναϊκή εφημερίδα της 15ης Νοεμβρίου 1945, μόλις ένα μήνα πριν από εκείνο το πρωινό, δημοσιεύει ένα σχεδιάγραμμα του λιμανιού με λεζάντα: «Ο Λιμήν του Πειραιώς όπως είναι σήμερα, με τα κατεστραμμένα τμήματά του και τα ναυάγια». Βλέπεις εκεί πολλά σημεία τελείως κατεστραμμένα ή με ζημιές, διαλυμένους γερανούς, κρηπιδώματα αχρηστευμένα και τουλάχιστον έξι πλοία μισοβυθισμένα, άλλα δίπλα στις αποβάθρες κι άλλα καταμεσής του λιμανιού. 

Το δικό μας καράβι όμως είναι επιτέλους εκεί, όχι μακριά από τη στεριά, σκοτεινό, με μια λευκή γραμμή γύρω γύρω στο πάνω μέρος, κι ένα γερτό φουγάρο. Πλοίο επιβατηγό, μήκους 152 και πλάτους 19 μέτρων, έκανε προπολεμικά το δρομολόγιο Λονδίνο – Σίδνεϊ μέσω Νότιας Αφρικής και ονομαζόταν Διογένης, προτού γίνει η πολυνησιακή «γυναίκα με τα μεγάλα μάτια» και μετατραπεί σε βρετανικό μεταγωγικό κατά τον πόλεμο. Εκείνη την εποχή βοηθούσε στην έξοδο των Εβραίων της Ευρώπης προς την Παλαιστίνη. Υπάρχει ένα πορτογαλικό βίντεο 5 λεπτών και 26 δευτερολέπτων στο YouTube με τίτλο: «SS Mataroa 1922-1957», που περιέχει όλη την ιστορία και πολλές φωτογραφίες του πλοίου. 

Στο λιμάνι επικρατούσε χάος. Τελωνείο, έλεγχος διαβατηρίων. Τελευταία αποχαιρετιστήρια ταλαιπωρία που επεφύλαξαν οι Αρχές, ο έλεγχος πολλών αποσκευών σε βάθος, τάχα μου για συνάλλαγμα. Οι αποσκευές μαζεμένες δημιουργούσαν ένα απίστευτο θέαμα: Ο Νίκος Σβορώνος, στη σειρά εκπομπών της France Culture, τις υπολογίζει να πιάνουν 16 τετραγωνικά μέτρα και το ύψος τους να ξεπερνάει τα 2 μέτρα. Οι ταξιδιώτες κουβαλούν μαζί τους «ό,τι πιστεύανε πως θα τους ήταν απαραίτητο στην ξενιτιά, δηλαδή ό,τι είχαν και δεν είχαν: χειρόγραφα, βιβλία, γραφομηχανές, εργαλεία, ρούχα, χράμια, τζομλέκια κάθε λογής, πλάκες γραμμοφώνου, φάρμακα και φωτογραφίες, τα φετίχ τους, τις αρβύλες για τη μακρινή λασπουριά, σκούφους κι ομπρέλες – όλα τα στρίμωξαν ασφυκτικά μέσα στις παλιές βαλίτσες, τις καφετιές από παπιέ μασέ που τις τύλιξαν προστατευτικά σχοινιά μη διαλυθούν στον δρόμο, σε ξύλινες κάσες, σε σάκους ασήκωτους, σε πρόχειρα μπογαλάκια, με κανένα τρόφιμο για το ταξίδι … εγώ είχα πάρει και κουβέρτες, ένα σίδερο σιδερώματος κι ένα ρεσό», γράφει η Νέλλη Ανδρικοπούλου. Ενας είχε 30 κιλά κονσέρβες. Οι γλύπτες τα βαριά εργαλεία τους κι ο Κώστας Κουλεντιανός το ποδήλατό του. Ο Νίκος ένα μακρύ χειρόγραφο, τυλιγμένο σε ρολό. 

Στο λιμάνι επικρατούσε χάος. Τελωνείο, έλεγχος διαβατηρίων. Τελευταία αποχαιρετιστήρια ταλαιπωρία που επεφύλαξαν οι Αρχές, ο έλεγχος πολλών αποσκευών σε βάθος, τάχα μου για συνάλλαγμα. 

Η λάντζα που θα τους μετέφερε στο καράβι δεν εμφανίσθηκε ποτέ. Τελικά, κατά τις 7 το βράδυ, ώρα του δείπνου στο καράβι, επιβιβάστηκαν και οι τελευταίοι, που επιτηρούσαν τη φόρτωση των αποσκευών που μπήκαν κι αυτές στο τέλος, μετά την αλληλογραφία, μετά τα τρόφιμα, μετά τα μπαγκάζια των στρατιωτικών. Οι φίλοι και οι συγγενείς είχαν φύγει από πολλή ώρα. 

Ο Νίκος είχε τη δυνατότητα και ήταν από τους πρώτους που ναύλωσε μια βάρκα. Πρόλαβε κι αφού επιβιβάστηκε, βγήκε στο κατάστρωμα και αποχαιρέτησε για μία ακόμη φορά τους δικούς του. Από μακριά, η Αλέκα και η Αννίκα κούνησαν το χέρι, πήραν τον Ηλεκτρικό και συνέχισαν τη ζωή τους στη ζοφερή Ελλάδα του Εμφυλίου Πολέμου. 

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT