Η «Εξοδος» του Δεκέμβρη του 1945
Τέλη Δεκεμβρίου του 1945, ένα επιβατηγό πλοίο με την ονομασία «Ματαρόα» μετέφερε Ελληνες καλλιτέχνες, διανοουμένους και επιστήμονες από την Ελλάδα έως τον Τάραντα στη νότια Ιταλία. Το ταξίδι είχε ένα στοιχείο αποφυγής αλλά και έναν προορισμό. Η αποφυγή ήταν οι συνεχιζόμενες διώξεις των αριστερών στοιχείων (32 παράνομα μέλη του ΚΚΕ επέβαιναν στο πλοίο) μετά τα Δεκεμβριανά· τελικός προορισμός για τους ανθρώπους που επέβαιναν σε αυτό, το Παρίσι. Η μεγάλη πλειονότητα, εξάλλου, ήταν υπότροφοι του γαλλικού κράτους. Το ταξίδι οργανώθηκε από τον τότε διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών, τον φιλέλληνα Οκτάβιο Μερλιέ, και τον Ροζέ Μιλλιέξ.
Μεταξύ των Ελλήνων επιβατών ήταν η ζωγράφος Νέλλη Ανδρικοπούλου (μετέπειτα σύζυγος του Νίκου Εγγονόπουλου), οι στοχαστές Κώστας Αξελός και Κορνήλιος Καστοριάδης, η συγγραφέας Μιμίκα Κρανάκη, ο φιλόλογος Εμμανουήλ Κριαράς, οι γλύπτες Μέμος Μακρής και Φιλόλαος Τλούπας, ο πολιτικός στοχαστής Κώστας Παπαϊωάννου, ο ιστορικός Νίκος Σβορώνος, ο σκηνοθέτης Μάνος Ζαχαρίας κ.ά.
Το ταξίδι του «Ματαρόα» απέκτησε μέσα στον χρόνο βαρύνουσα συμβολική σημασία και έχει αποτελέσει πηγή έμπνευσης για πλήθος αφηγήσεων, ερευνών και μελετών. Νέες προσεγγίσεις και μαρτυρίες για την ιστορία του ταξιδιού θα παρουσιαστούν στην ημερίδα που διοργανώνει το ΕΚΠΑ στις 9 Δεκεμβρίου, ενώ θα προβληθεί και το ντοκιμαντέρ «Ματαρόα. Το ταξίδι συνεχίζεται» (2017) του Ανδρέα Σιαδήμα στις 16 του μηνός. Πιο πρόσφατη βιβλιοφιλική προσθήκη, το non-fiction novel του Νίκου Αμανίτη «Ο αγνοούμενος του Ματαρόα» (εκδ. Μεταίχμιο), που στάθηκε και η αφορμή για τούτο το μικρό αφιέρωμα.
Ο Μάνος Ζαχαρίας τον Δεκέμβριο του 1945 ήταν 23 ετών. Σήμερα, στα 103 του, με εντυπωσιακή διαύγεια, ανασύρει μνήμες από το ταξίδι του «Ματαρόα». Η προφορική καταγραφή τους είναι με τη ματιά ενός κινηματογραφιστή, ιδιότητα κυρίαρχη στις πολλές ζωές του. Γιατί ο Μάνος Ζαχαρίας, ο «τσάρος του ελληνικού κινηματογράφου», έχει διασχίσει έναν αιώνα βίου πολυκύμαντου και πλήρους, από αυτούς που δεν χωράνε σε βιογραφικά σημειώματα.
Μας διηγήθηκε τις αναμνήσεις του τηλεφωνικά:
«Τι ήταν αυτό το ταξίδι; Κοιτώντας την ιστορία εκ των υστέρων, με κάποια γνώση, τα γεγονότα, τα επακόλουθά τους κ.ο.κ., απαντώ: ήταν μια απόδραση. Απόδραση από τη φυλακή, φυγή από μια δαμόκλειο σπάθη. Οι περισσότεροι μπουρσιέ (σ.σ. υπότροφοι στα γαλλικά) είχαμε μια δαμόκλειο σπάθη πάνω από τα κεφάλια μας. Hξεραν και ο Οκτάβιος Μερλιέ και ο Ροζέ Μιλλιέξ ότι κινδύνευαν πολλά κεφάλια στην Ελλάδα. Αλλά δεν ήταν μόνον αυτό. Οι Γάλλοι βρισκόντουσαν μπροστά σε μια συγκεκριμένη κατάσταση. Η Ελλάδα έφευγε από τη γαλλοφωνία και οδηγείτο στην αγγλοφωνία. Hταν ένα από τα γεγονότα που απασχόλησαν τον Μερλιέ, μια προσπάθεια να διατηρηθεί ένας σύνδεσμος με την πνευματική Ελλάδα η οποία γινόταν αγγλόφωνη. Aρα το ταξίδι δεν ήταν μόνο απόδραση, αλλά και συνέχιση της σχέσης της Ελλάδας με τη Γαλλία και τη γαλλοφωνία».
Εκτεθειμένοι στο αναπάντεχο
«Τώρα ως προς τα συμβάντα: Από τον Αύγουστο ώς τον Δεκέμβριο μαζευόμασταν, όσοι ήμασταν υπότροφοι, κάθε μεσημέρι, στο γραφείο του Τζελέπη του αρχιτέκτονα και περιμέναμε να έρθει ένα πλοίο να μας πάρει από την Ελλάδα. Oλους αυτούς τους μήνες ήμασταν εκτεθειμένοι στο αναπάντεχο. Τελικά 21 Δεκεμβρίου έρχεται στον Πειραιά το “Ματαρόα”, που μάθαμε ότι σημαίνει “γυναίκα με τα μεγάλα μάτια”. Μπαίνουμε σε μια μαούνα, βράδυ, κι εκείνη τη στιγμή καταφθάνει η ασφάλεια και ζητά να βγουν έξω ο Μακρής (σ.σ. Μέμος Μακρής, γλύπτης) και ο Σβορώνος (σ.σ. Νίκος Σβορώνος, ιστορικός). Ο Μακρής ήταν τότε γραμματέας της κομματικής οργάνωσης και ο Σβορώνος ένα από τα ηγετικά στελέχη. Προσπαθούσαν, τελευταία στιγμή, να εμποδίσουν αυτό το ταξίδι, αυτήν την έξοδο, αλλά δεν βρήκαν τίποτα πάνω τους στην έρευνα και καταφέραμε και επιβιβαστήκαμε στο πλοίο στις 11 το βράδυ. Σάλπαρε στις 5 το πρωί. Δεν κοιμήθηκε κανένας, όλοι ήμασταν στο κατάστρωμα και περιμέναμε να βγει το “Ματαρόα” από το λιμάνι του Πειραιά. Μόλις έσκασε μύτη και βγήκε, άρχισε ο χορός!
»Τότε καταλάβαμε ότι διασχίζουμε το όριο του μεγάλου κινδύνου και ανοίγεται μπροστά μας μια άλλη εποχή. Το ταξίδι ήταν ήρεμο. Πήγαμε στον Τάραντα, στην Ιταλία. Μας είπαν να προσέχουμε γιατί φτάναμε σε μια κατεστραμμένη χώρα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και υπήρχε κίνδυνος κλοπών… Θυμάμαι τον Χατζημιχάλη (σ.σ. Νίκος Χατζημιχάλης, αρχιτέκτων) κι εμένα, ανεβασμένους σε δυο κατάρτια για να παρακολουθούμε πώς ξεφορτώνονται τα πράγματα, σακούλια, χαρτόκουτα, τριμμένες βαλίτσες…
»Στον Τάραντα επιβιβαστήκαμε σε ένα τρένο χωρίς παράθυρα, άνθρωποι και άλογα μαζί, και φτάσαμε στην Ελβετία, όπου μας ψέκασαν όλους με Ντι ντι τι (DDT) για τις ψείρες. Θυμάμαι έναν Ελβετό με ένα σακουλάκι κρεμασμένο μπροστά του και ένα μπαστούνι με αιχμή στην άκρη. Καθάριζε τον δρόμο από τις γόπες. Τσίμπαγε τις γόπες και τις έβαζε στο σακουλάκι… Με ελβετικό τρένο συνεχίσαμε το ταξίδι μας. Aλλος πολιτισμός. Τα καθίσματα είχαν άσπρες δαντέλες. Εκεί ακουμπούσαμε τα κεφάλια μας που ήταν γεμάτα ψείρες αλλά απολυμασμένα με το εντομοκτόνο.
»Oταν φτάσαμε τελικά στο Παρίσι, μας παρέλαβαν, οδηγώντας τον καθένα εκεί που επρόκειτο να μείνει.
»Εγώ πήγα σε ένα ξενοδοχείο, το “Λουτέτσια”, που το διέθεταν στους υπότροφους. Και μετά στη Cité Universitaire, στο “σπίτι” των Γάλλων επαρχιωτών όπου έμαθα ουσιαστικά και τα γαλλικά.
»Εκείνη την εποχή η Γαλλία είναι καζάνι που βράζει, ειδικά στον τομέα της τέχνης. Φοίτησα στην κινηματογραφική σχολή της IDHEC και τον Μάη του ’48 θέλησα να επιστρέψω στην Ελλάδα όπου είχε ξεσπάσει ο Εμφύλιος. Φτάνω στον Γράμμο, αρχίζει η πορεία μου στον Δημοκρατικό Στρατό…»
Φυλάκιση ή εκτέλεση
«Το “Ματαρόα” ήταν η σωτηρία. Τώρα, αναφέρεται ως κιβωτός του πνεύματος. Τότε, ήταν μια κιβωτός με κυνηγημένους επαναστάτες οι οποίοι βρισκόντουσαν μπροστά στον κίνδυνο της φυλάκισης και της εκτέλεσης.
Το «Ματαρόα» ήταν η σωτηρία. Τώρα, αναφέρεται ως κιβωτός του πνεύματος. Τότε, ήταν μια κιβωτός με κυνηγημένους επαναστάτες οι οποίοι βρισκόντουσαν μπροστά στον κίνδυνο της φυλάκισης και της εκτέλεσης.
»Ο Λεωνίδας Κύρκος, που έμεινε στην Ελλάδα, φυλακίστηκε. Αυτή ήταν η τεράστια διαφορά. Θα μπορούσε να είναι έτσι και για εμάς, με το “Ματαρόα” έγινε αλλιώτικα… Ο καθένας μας, από εκεί και πέρα, διαχειρίστηκε τη ζωή του όπως μπορούσε καλύτερα».

