ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΜΑΗΣ
Κολοφώνες. Η μνήμη της τελευταίας σελίδας
εκδ. Gutenberg, 2024, σελ. 258
Οσο δυνατή κι αν είναι από μόνη της η λέξη «κολοφώνες», όσο νοηματικά μεστή και περιεκτική κι αν εμφανίζεται στο εξώφυλλο του λευκώματος του Γιάννη Μαμάη, που κυκλοφόρησε στην εκπνοή του 2024, ο υπότιτλος καταφέρνει να κλέψει την παράσταση: «Η μνήμη της τελευταίας σελίδας». Υπάρχει μια ορμή σε αυτά τα λόγια που δεν πηγάζει τόσο από την αγάπη του δημιουργού για τα πολυάριθμα και αξιόλογα έργα που πέρασαν από τα χέρια του, όσο από την ένταση της αναγνώρισης αυτού του πλέον παραγνωρισμένου, σήμερα, μνημείου, αυτού του επιγράμματος που απομένει όταν ο, συμβολικός, θάνατος του συγγραφέα έχει πια επέλθει οριστικά και αμετάκλητα.
Η γραφή, έλεγε ο Μπλανσό, είναι το «τώρα» που θυσιάζεται για να επιτευχθεί η αιωνιότητα του ίδιου του έργου. Ο κολοφώνας είναι αυτό που μένει να θυμίζει όχι τόσο αυτό που χάθηκε, όσο αυτό που χρειάστηκε για να μείνει κάτι πίσω για πάντα: η συνέργεια των ανθρώπων που καρποφόρησε μετουσιώνοντας το πνεύμα σε ύλη, την ιδέα σε αντικείμενο, το περιεχόμενο του βιβλίου σε μορφή. Ο κολοφώνας είναι ο φόρος τιμής στην απτή διάσταση του βιβλίου. Γιατί, όπως ορθώς επισημαίνει και στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις του ο Μαμάης, το βιβλίο είναι κάτι παραπάνω από ένα εκτυπωμένο κείμενο με εξώφυλλο. Και αυτό γίνεται προσπάθεια να αναδειχθεί εν προκειμένω.
Στον τόμο περιλαμβάνονται πάνω από 200 κολοφώνες από την πολυετή παραγωγή του, από τα βιβλία που έστησε και έβγαλε με αγάπη και κυρίως με μεράκι στα τόσα χρόνια της δημιουργικής πορείας του στον οίκο Gutenberg. Οι λέξεις αυτές ακούγονται αρκετά «παλιομοδίτικες», όπως όμως επισημαίνει και ο ίδιος στο σημείωμά του, αυτό αντιστοιχεί πλήρως σε μια τέχνη που πλέον δείχνει να χάνεται. Οι κολοφώνες έχουν σήμερα αντικατασταθεί ως επί το πλείστον από την «ταυτότητα» του βιβλίου, στην αρχή κάθε τόμου. Η επιμονή σε αυτούς δείχνει προς μια κατεύθυνση και μάλιστα πολύ πιο ενδιαφέρουσα από την απλή διάθεση για διατήρηση ή ανάδειξη αυτής της πρακτικής. Οι κολοφώνες εδώ είναι μικρά έργα τέχνης, από αυτά για τα οποία χρειάζεται –εκτός από μεράκι και τεχνική– έμπνευση, γνώση και χρόνος: μια επένδυση που φανερώνει πίστη στην παλιάς σχολής τυπογραφία, τόσο από την πλευρά του τυπογράφου όσο και από εκείνην του αναγνώστη.
Το βασικό υλικό του τόμου διαρθρώνεται σε τρία μέρη, αφιερωμένα τόσο σε διαφορετικούς ανθρώπους-κλειδιά στην πορεία του δημιουργού όσο και σε δια-φορετικές πτυχές του ιδιαίτερου χαρακτήρα των ίδιων των κολοφώνων: την τυπογραφική έκφραση, την εικαστική αλληλεπίδραση και τον δυναμικό διάλογο. Και όπως ορθά επισημαίνεται, πρόκειται για ένα δημιούργημα που συνιστά την καθαρή έκφραση του τυπογράφου ως τεχνίτη του βιβλίου και αναπτύσσεται στη βάση μιας ζωντανής σχέσης ανάμεσα στο κείμενο και στην εικόνα.
Αφήνοντας, έτσι, για πρώτη φορά σε δεύτερο πλάνο τους ίδιους τους συγγραφείς –που πάντα μνημονεύονται, έτσι κι αλλιώς, σε έναν κολοφώνα– ο τόμος προβάλλει αφενός την κοπιώδη εργασία του Μαμάη όσο και την ανάδειξη, από εκείνον, έργων σημαντικών δημιουργών από όλον τον κόσμο και φυσικά την Ελλάδα: Λεονάρντο ντα Βίντσι, Αγήνορας Αστεριάδης, Πάμπλο Πικάσο, Νίκος Εγγονόπουλος, Γιάννης Ψυχοπαίδης, Φραντσέσκο Φαραόνε Ακουιλα, Ερνστ Λούντβιχ Κίρχνερ, Βάσω Κατράκη, Αλέξανδρος Ισαρης, Μαρίνο Μαρίνι, Ρόκγουελ Κεντ, Βασίλης Καζάκος, Αρια Κομιανού, Χάρι Στένμπεργκ, Ανδρέας Εμπειρίκος, Τζον Αρτσιμπαλντ Ωστεν είναι λίγοι μόνον από τους καλλιτέχνες έργα των οποίων συνθέτουν αυτόν τον ζωντανό διάλογο με το σώμα των πληροφοριών.
«Ο τυπογράφος είναι ένας εικαστικός καλλιτέχνης. Φτιάχνει πράγματα που προεκτείνουν την εικόνα του κόσμου και μας οδηγούν σε έναν δρόμο αισθητικής έκφρασης. Είναι ο δάσκαλος του βλέμματός μας μέσα από τις λέξεις, γύρω και μετά από αυτές». -Θανάσης Τριαρίδης
Τα ελάχιστα και αρκετά σύντομα συνοδευτικά κείμενα, ένα «προλόγισμα» του Α. Κ. Χριστοδούλου, ένα σημείωμα του ίδιου του Γ. Μαμάη και ένα επίμετρο του Θ. Τριαρίδη, μιλούν με τρυφερότητα και ορμή γι’ αυτή την τέχνη. «Ο τυπογράφος», παρατηρεί εύστοχα ο τελευταίος, «είναι ένας εικαστικός καλλιτέχνης – όπως είναι ο ζωγράφος, ο γλύπτης, ο κινηματογραφιστής. Φτιάχνει πράγματα που προεκτείνουν την εικόνα του κόσμου και μας οδηγούν σε έναν δρόμο αισθητικής έκφρασης. Είναι ο δάσκαλος του βλέμματός μας μέσα από τις λέξεις, γύρω και μετά από αυτές». Κι έτσι, με μια ιδιαίτερη και εντυπωσιακή κίνηση που δείχνει να αφομοιώνει όλα τα παραπάνω και να αναδημιουργεί με αφορμή αυτά, ο τόμος κλείνει με έναν δικό του κολοφώνα – τον πιο απλό εικαστικά κολοφώνα που θα μπορούσε να φτιαχτεί, μα και τον πιο μεστό νοήματος, μια που δεν μιλάει γι’ αυτόν αλλά και μόνο γι’ αυτόν μιλάει, για όσα ο Γιάννης Μαμάης δούλεψε, κοπίασε και επένδυσε στην τέχνη του: για τον δικό του διάλογο με τον αναγνώστη, τον «μυημένο», που περιδιαβάζει κάθε σελίδα ωσάν έκθεμα μουσείου που μονάχα σε αυτόν αποκαλύπτεται…
*Η κ. Ροζαλί Σινοπούλου είναι συγκριτολόγος και μεταφράστρια.

