Πληθαίνουν τελευταία οι ταινίες που κάνουν αναδρομή στις δεκαετίες του λεγόμενου «κινεζικού θαύματος». Σαν οι Κινέζοι κινηματογραφιστές να προσπαθούν να κατανοήσουν και να αποτυπώσουν τις ραγδαίες μεταβολές που συνέβησαν στη χώρα τους μέσα στον 21ο αιώνα. Αυτό κάνει με τον δικό του τρόπο και ο Ζία Ζανγκ-κε, από τους πιο διακεκριμένους εκπροσώπους του σύγχρονου ασιατικού σινεμά, με τις «Αγριες πληγές» να προβάλλονται στις ελληνικές αίθουσες. Ξεκινώντας την αφήγηση από το 2002, η ταινία ακολουθεί ένα ζευγάρι που μοιάζει να μην μπορεί ποτέ να συνδεθεί συναισθηματικά, με τον Ζανγκ-κε να χρησιμοποιεί υλικό κινηματογραφημένο σε βάθος δύο δεκαετιών. «Το πρότζεκτ ξεκίνησε το 2001 για δύο βασικούς λόγους: από τη μία, την εισαγωγή της τεχνολογίας της ψηφιακής κάμερας και, από την άλλη, τη μεταμόρφωση της κινεζικής κοινωνίας που φαινόταν να έρχεται, με το στοίχημα των Ολυμπιακών Αγώνων κ.ο.κ. Ηταν μια εποχή γεμάτη ελπίδες και ενέργεια. Τρομερά χαοτική επίσης, αλλά και εξίσου γοητευτική για έναν κινηματογραφιστή. Ενιωθα λίγο σαν τον “άνθρωπο με την ψηφιακή κάμερα”», μας είπε, παραφράζοντας το διάσημο έργο του Τσίγκα Βερτόφ, ο Ζανγκ-κε, τον οποίο συναντήσαμε στο περασμένο Φεστιβάλ Καννών.
Οι ήρωές του μοιάζουν και αυτοί πιασμένοι στην ιστορική παλίρροια, η οποία παρασέρνει ένα ολόκληρο έθνος προς τον εκμοντερνισμό και την –εν μέρει έστω– δυτικοποίηση. «Πιστεύω ότι αυτοί οι δύο χαρακτήρες αντιπροσωπεύουν σε μεγάλο βαθμό τον κινεζικό λαό, με τα συναισθήματα και τις εμπειρίες τους μέσα στην τελευταία εικοσαετία των αλλαγών. Ηθελα επίσης δομικά και σε επίπεδο μοντάζ η ταινία να μεταβαίνει από τη μακροσκοπική εικόνα ενός συλλογικού πορτρέτου, στο πιο προσωπικό επίπεδο των χαρακτήρων. Οσον αφορά το υλικό που γύρισα στο παρελθόν, πάντως, ομολογώ ότι το έκανα αυθόρμητα, δίχως ιδιαίτερη ιστορική συνείδηση· όταν αργότερα τα συγκέντρωσα όλα, συνειδητοποίησα ότι μέσα τους υπήρχαν απαντήσεις σχετικά με το σημερινό περιβάλλον», αναφέρει ο ίδιος.
Οταν τον ρωτάμε τι ήταν εκείνο που του έκανε περισσότερη εντύπωση ανατρέχοντας στο παλιότερο υλικό, η απάντησή του είναι άμεση: «Ο ήχος. Προφανώς η εικόνα είναι πολύ διαφορετική με τις κάμερες της εποχής, όμως αυτό το περίμενα. Τον ήχο δεν μπορούσα να τον φανταστώ. Ξαφνικά γύρισα πίσω στο 2001, με τους ήχους από τους βομβητές, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια και τις θορυβώδεις μοτοσικλέτες στους δρόμους. Και η ψηφιακή εικόνα, βέβαια, η οποία τότε βρισκόταν σε εμβρυϊκό στάδιο, ήταν ιδανική σε αντιπαραβολή με την κατάσταση της χώρας, η οποία τον ίδιο καιρό πάλευε να ανοιχτεί σε νέες εξελίξεις».
Ενα τελευταίο στοιχείο που παίζει μεγάλο ρόλο στην ταινία είναι η μουσική, η οποία επίσης εξελίσσεται περνώντας από παραδοσιακές μελωδίες της Κίνας σε πιο δυτικά ακούσματα. «Εκανα μερικές υποκειμενικές επιλογές, κυρίως ροκ κομματιών, τα οποία αισθάνομαι ότι αντιπροσωπεύουν σιωπηλές πλειοψηφίες ανθρώπων που έφτιαξαν τη σύγχρονη Κίνα. Και φυσικά υπάρχει ο κεντρικός χαρακτήρας της κοπέλας, η οποία παραμένει σιωπηλή, ενσωματώνει ωστόσο όλους τους ήχους και τις εικόνες που κατάφερα να συλλάβω στο βάθος των ετών».

